Please use this identifier to cite or link to this item:
Title: Study of lightning and thunderstorm climatology in the Mediterranean area
Other Titles: Μελέτη της κεραυνικής δραστηριότητας και των καταιγιδοφόρων συστημάτων στην περιοχή της Μεσογείου
Authors: Γαλανάκη, Ελισσάβετ
Keywords: Lightning
Keywords (translated): Κεραυνοί
Abstract: Lightning is considered as one of the most severe weather phenomena, affecting the environment and the society. Thunderstorms and the associated lightning are related to deaths, injuries, damage in properties, forest fires, floods and power system failures. Consequently, lightning and its spatiotemporal distribution are of great importance to our society. This thesis focuses on the climatology of the lightning occurrence in the Mediterranean region and its relation with cyclone and thunderstorm intensity. For this analysis, we used 10-year (2005-2014) lightning data form ZEUS long-range lightning detection system, operated by National Observatory of Athens. These 10-year lightning observations were used in conjunction with cyclone tracks in order to study the relation of cyclones and lightning. Moreover, we applied a clustering method to the cloud-to-ground lightning stroke dataset in order to analyze the climatology of Mediterranean thunderstorms. In the first part of this thesis, the spatiotemporal variability of the cloud-to-ground (CG) lightning activity and the effect of elevation, terrain slope, vegetation cover and convective available potential energy (CAPE) on the distribution of the CG lightning strokes in the Eastern Mediterranean for the years 2005–2014 were examined. Results showed that lightning depends on the diurnal cycle of insolation and the underlying topographic features of the region. The spatial lightning distribution confirms that lightning occurs mainly over continental areas. In spring and summer, CG lightning activity is dominant over the land while in winter and autumn, it is dominant over the marine areas. Lightning activity is maximum in June and minimum in January. Continental lightning activity displays strong diurnal variation, with a lightning peak in the late afternoon, while marine lightning exhibits minimal diurnal variation, with morning hours are slightly enhanced. Furthermore, it is found that the orography and the terrain slope affect the distribution of lightning especially in winter and autumn. During spring and summer, the forested areas have an increased preference of lightning occurrence. The number of CG lightning strokes and CAPE have a linear relation, indicating that CAPE values could be used as a proxy for the occurrence of lightning. The second part of this thesis focused on the relation of intense Mediterranean cyclones with lightning activity. A 10-year data set of intense Mediterranean cyclones was used for a twofold objective: first to quantify the cyclone’s contribution to lightning occurrence in the region and second to investigate potential connection of lightning with cyclones intensity. For this reason, we used cyclone tracks, lightning observations and reanalysis from the European Centre for Medium Range Weather Forecasts, for the 10-year period of 2005–2014. Results showed that the cyclone's contribution to lightning occurrence is of the order of less than 10% over the Mediterranean Sea with several hot spots, where cyclone contributions might reach 20 to 30%. We found that the intense cyclones, which are associated with lightning activity close to their centre, constitute about one third of the total number of tracked cyclones, forming two cyclone groups: associated with and without deep convection. Analysis of the vertical profiles of ice and liquid water concentration in the proximity of the two groups' cyclone centers revealed that the first group presents about 35% more ice and 15% more liquid cloud content within the upper and lower atmospheric levels, respectively. The first group is also related to approximately three times greater values of CAPE in average. Further analysis showed no significant differences between the intensities of the two cyclone groups suggesting that deep convection may not be a major mechanism for the occurrence of intense Mediterranean cyclogenesis. Finally, we found that cyclones that are associated with lightning present highest lightning activity about 6 hours prior to the cyclones maximum intensity. The third and final part of this thesis was devoted to the analysis of thunderstorm climatology and the thunderstorm's physical characteristics in the Mediterranean area. For the needs of this analysis, a clustering algorithm was developed and applied to the CG lightning stroke data, to identify thunderstorms from 2005-2014 in the study area. Results showed the diurnal cycle of insolation and the topographic features determine the spatiotemporal distribution of annual thunderstorms days. The majority of thunderstorms occur over land in spring and summer, while winter and autumn thunderstorms tend to occur over the sea. On average winter thunderstorms are less frequent, have less mean CG lightning intensity, are more long-lasting, have greater cluster areas and are moving faster than summer thunderstorms. Regardless the season, the mean propagation direction of the thunderstorms is from south-west to north-east. Furthermore, we found that the higher the duration of a continental thunderstorm, the earlier in the day it is expected to occur. The intensity of the thunderstorm and the associated precipitation have a linear relation over the Mediterranean region, where the rain yield was estimated to about 1.8 108 kg of rainfall per CG lightning.
Abstract (translated): Οι κεραυνοί αποτελούν ένα από τα εντονότερα καιρικά φαινόμενα, καθώς συνδέονται με καταστροφές στο φυσικό και αστικό περιβάλλον. Οι καταιγίδες καθώς και οι κεραυνοί που τις συνοδεύουν συνδέονται με θανάτους, τραυματισμούς, πυρκαγιές δασών, πλημμύρες και ζημιογόνες καταστροφές στις ιδιοκτησίες και στις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις. Επομένως, η μελέτη της κεραυνικής δραστηριότητας και η γνώση της χωροχρονικής κατανομής της είναι μεγάλης σημασίας. Το θέμα της παρούσας διδακτορικής διατριβής επικεντρώνεται στην κλιματολογική ανάλυση των κεραυνών στην περιοχή της Μεσογείου και στην σχέση της με την κυκλωνική δραστηριότητα και την ένταση των καταιγιδοφόρων συστημάτων. Για την διεξαγωγή αυτής της μελέτης, χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα κεραυνικής δραστηριότητας (δεκαετής βάση: 2005-2014) παρεχόμενα από το σύστημα ανίχνευσης κεραυνών ZEUS (ZEUS long-range lightning detection system), το οποίο λειτουργεί υπό την αιγίδα του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. Αυτή η δεκαετής βάση δεδομένων κεραυνικής δραστηριότητας χρησιμοποιήθηκε σε συνδυασμό με δεδομένα κυκλωνικής δραστηριότητας για την μελέτη της σχέσης της κυκλωνικής και της κεραυνικής δραστηριότητας. Επιπλέον, αναπτύχθηκε και εφαρμόσθηκε μια μέθοδος ομαδοποίησης (clustering) των δεδομένων της κεραυνικής δραστηριότητας, προκειμένου να αναλύσουμε την κλιματολογία των καταιγίδων στην περιοχή της Μεσογείου. Στο πρώτο μέρος αυτής της διδακτορικής διατριβής, μελετήθηκε η χωροχρονική μεταβολή της κεραυνικής δραστηριότητας καθώς και η επίδραση του υψομέτρου, της κλίσης του εδάφους, του τύπου της βλάστησης και της διαθέσιμης δυναμικής ενέργειας μεταφοράς (CAPE) στην κατανομή της κεραυνικής δραστηριότητας στην περιοχή της Ανατολικής Μεσόγειου, για τα έτη 2005-2014. Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι η κεραυνική δραστηριότητα επηρεάζεται από τον ημερήσιο κύκλο της ηλιακής ακτινοβολίας και τα υποκείμενα τοπογραφικά χαρακτηριστικά της περιοχής. Η μελέτη της χωρικής κατανομής της κεραυνικής δραστηριότητας έδειξε ότι την άνοιξη και το καλοκαίρι, η κεραυνική δραστηριότητα εντοπίζεται κυρίως στις ηπειρωτικές περιοχές, ενώ τον χειμώνα και το φθινόπωρο εντοπίζεται στις θαλάσσιες περιοχές. Η κεραυνική δραστηριότητα εμφανίζει την μέγιστη τιμή της τον Ιούνιο και την ελάχιστη τον Ιανουάριο. Η κεραυνική δραστηριότητα στην ξηρά παρουσιάζει έντονη ημερήσια διακύμανση, με το μέγιστο να εμφανίζεται αργά το απόγευμα, ενώ η κεραυνική δραστηριότητα πάνω από την θάλασσα εμφανίζει μικρή ημερήσια διακύμανση, με ένα μικρό μέγιστο τις πρωινές ώρες. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι η ορογραφία και η κλίση του εδάφους επηρεάζουν την χωρική κατανομή της κεραυνικής δραστηριότητας κυρίως τον χειμώνα και το φθινόπωρο. Την άνοιξη και το καλοκαίρι, οι δασικές περιοχές παρουσιάζουν αυξημένη κεραυνική δραστηριότητα. Ο αριθμός των κεραυνών και το CAPE συνδέονται με γραμμική σχέση, υποδεικνύοντας ότι οι τιμές του CAPE θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως ένδειξη για την πιθανότητα εμφάνισης κεραυνών. Το δεύτερο μέρος της παρούσας διατριβής επικεντρώθηκε στη μελέτη της σχέσης ανάμεσα στην κυκλωνική και την κεραυνική δραστηριότητα. Στην μελέτη αυτή, χρησιμοποιήθηκε μια δεκαετής βάση κυκλωνικής δραστηριότητας στην περιοχή της Μεσογείου για την επίτευξη δύο στόχων: αρχικά να ποσοτικοποιηθεί η συνεισφορά της κυκλωνικής δραστηριότητας στην εμφάνιση κεραυνών και έπειτα να διερευνηθεί η πιθανή σύνδεση της κεραυνικής δραστηριότητας με την ένταση των κυκλώνων. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκαν τροχιές κυκλωνικής δραστηριότητας, δεδομένα κεραυνικής δραστηριότητας και reanalysis δεδομένα από το Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετεωρολογικών Προγνώσεων (ECMWF) για το χρονικό διάστημα 2005-2014. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η συνεισφορά της κυκλωνικής δραστηριότητας στην κεραυνική είναι κατά μέσο όρο της τάξεως του 10%, ενώ σε αρκετές περιοχές η συνεισφορά αυτή φτάνει το 20-30%. Διαπιστώθηκε ότι οι ισχυρής εντάσεως κυκλώνες, οι οποίοι συνδέονται με την ύπαρξη κεραυνικής δραστηριότητας κοντά στο κέντρο τους, αποτελούν περίπου το ένα τρίτο του συνολικού αριθμού των κυκλώνων. Επομένως, δημιουργήθηκαν δύο ομάδες κυκλωνικής δραστηριότητας: κυκλώνες που συνδέονται (ομάδα Α) και δεν συνδέονται (ομάδα Β) με κεραυνική δραστηριότητα. Η ανάλυση των κατακόρυφων προφίλ της συγκέντρωσης πάγου και νερού κοντά στο κέντρο των κυκλώνων, έδειξε ότι η πρώτη ομάδα παρουσιάζει περίπου 35% περισσότερο πάγο και 15% περισσότερο νερό στο ανώτερο και κατώτερο ατμοσφαιρικό επίπεδο, αντίστοιχα. Η πρώτη ομάδα σχετίζεται επίσης με κατά μέσο όρο τριπλάσιες τιμές του CAPE. Περαιτέρω ανάλυση έδειξε ότι δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές στις εντάσεις των δύο κυκλωνικών ομάδων, γεγονός που υποδεικνύει ότι η κεραυνική δραστηριότητα δεν αποτελεί χαρακτηριστικό της εμφάνισης ισχυρής εντάσεως κυκλογένεσης στην Μεσόγειο. Τέλος, διαπιστώθηκε ότι οι κυκλώνες που σχετίζονται με κεραυνούς παρουσιάζουν την υψηλότερη κεραυνική δραστηριότητα περίπου 6 ώρες πριν από τη επίτευξη της μέγιστης έντασης του. Το τρίτο και τελευταίο μέρος αυτής της διδακτορικής διατριβής αφορά την χωροχρονική ανάλυση των καταιγιδοφόρων συστημάτων καθώς και την μελέτη των φυσικών χαρακτηριστικών τους στην περιοχή της Μεσογείου. Για τις ανάγκες της ανάλυσης αυτής, αναπτύχθηκε ένας αλγόριθμος ομαδοποίησης των κεραυνικών δεδομένων, για τον εντοπισμό των καταιγίδων από το 2005-2014 στην περιοχή μελέτης. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο ημερήσιος κύκλος της ηλιακής ακτινοβολίας και τα τοπογραφικά χαρακτηριστικά της περιοχής καθορίζουν την χωροχρονική κατανομή του ετήσιου αριθμού των ημερών καταιγίδας. Η πλειοψηφία των καταιγίδων είναι στην ηπειρωτική περιοχή την άνοιξη και το καλοκαίρι, ενώ οι καταιγίδες τον χειμώνα και το φθινόπωρο τείνουν να εμφανίζονται πάνω από τη θάλασσα. Οι καταιγίδες τον χειμώνα είναι λιγότερο συχνές, συνδέονται με μικρότερη ένταση κεραυνικής δραστηριότητας, είναι μεγαλύτερης διάρκειας, έχουν μεγαλύτερη έκταση και κινούνται ταχύτερα από τις καλοκαιρινές καταιγίδες, κατά μέσο όρο. Ανεξάρτητα από την εποχή, η μέση κατεύθυνση διάδοσης των καταιγίδων είναι από τα νοτιοδυτικά προς τα βορειοανατολικά. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια μιας ηπειρωτικής καταιγίδας, τόσο νωρίτερα την ημέρα αναμένεται να ξεκινήσει. Η ένταση της καταιγίδας και η σχετική βροχόπτωση συνδέονται με γραμμική σχέση στην περιοχή της Μεσογείου, όπου η βροχόπτωση υπολογίζεται σε περίπου 1.8 108 kg βροχόπτωσης ανά κεραυνό.
Appears in Collections:Τμήμα Φυσικής (ΔΔ)

Files in This Item:
File Description SizeFormat 
Nemertes_Galanaki(phys).pdf12.59 MBAdobe PDFView/Open

This item is licensed under a Creative Commons License Creative Commons