Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων Αγροτικών Προϊόντων και Τροφίμων (ΔΔ)

Permanent URI for this collection

Browse

Recent Submissions

Now showing 1 - 20 of 25
  • ItemEmbargo
    Lean management στα κέντρα εξυπηρέτησης πολιτών. Οι κρίσιμοι παράγοντες εφαρμογής του και η επίδρασή του στην απόδοση των οργανισμών αυτών
    (2023-07-04) Κεραμίδα, Ευθαλία; Keramida, Efthalia
    Σκοπός: Σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι να διερευνήσει τους Κρίσιμους Παράγοντες Επιτυχίας (ΚΠΕ) του Lean Management (LM) και να αξιολογήσει την επίδρασή του, στην οργανωσιακή απόδοση σε έναν συγκεκριμένο υποτομέα των δημόσιων υπηρεσιών της Ελλάδας και ειδικότερα στα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (ΚΕΠ). Μεθοδολογία: Μια διαδικτυακή έρευνα, μέσω δομημένου ερωτηματολογίου διανεμήθηκε σε όλα τα Ελληνικά ΚΕΠ και εξακόσιοι εβδομήντα δύο υπάλληλοι απάντησαν συμπληρώνοντας πλήρως το ερωτηματολόγιο. Εφαρμόστηκε διερευνητική και επιβεβαιωτική παραγοντική ανάλυση για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας και της εγκυρότητας του μοντέλου μέτρησης. Οι σχέσεις μεταξύ των λανθανόντων κατασκευών εξετάστηκαν μέσω της Μοντελοποίησης Δομικών Εξισώσεων. Ευρήματα: Τα ευρήματα αποκάλυψαν ότι οι παράγοντες «εκπαίδευση και κατάρτιση», «δέσμευση/ υποστήριξη της ανώτατης διοίκησης και ηγεσία», «επικοινωνία», «οργανωσιακή κουλτούρα» και «ενδυνάμωση και συμμετοχή/δέσμευση εργαζομένων» συμβάλλουν σημαντικά στην υιοθέτηση της μεθοδολογίας LM. Τα δεδομένα αποκάλυψαν επίσης έναν έγκυρο λανθάνοντα παράγοντα που αντικατοπτρίζει την εφαρμογή του LM και συγκεκριμένα, τις «Αρχές LM», οοποίος σύμφωνα με τα ευρήματα επηρεάζει την οργανωσιακή απόδοση των Ελληνικών ΚΕΠ. Περιορισμοί της έρευνας: Το μικρό ποσοστό των εργαζομένων των Ελληνικών ΚΕΠ, δεδομένου του μεγάλου πληθυσμού τους και ο υποκειμενικός χαρακτήρας των δεδομένων που συλλέχθηκαν αποτελούν τους κύριους περιορισμούς της παρούσας μελέτης. Πρακτικές επιπτώσεις: Τα ευρήματα αυτής της έρευνας θα χρησιμεύσουν ως πηγή αναφοράς για τους διευθυντές και τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων των ΚΕΠ, προκειμένου να θέσουν τα θεμέλια για την επιτυχή υιοθέτηση των αρχών Lean και επομένως να συμβάλλουν στη μείωση όλων των περιττών και στη βελτίωση της οργανωσιακής τους απόδοση όσον αφορά τη λειτουργική απόδοση και την ικανοποίηση των εργαζομένων και των πολιτών. Πρωτοτυπία/αξία: Με βάση τη βιβλιογραφία του δημόσιου τομέα, αυτή είναι η πρώτη μελέτη που περιγράφει ένα αξιόπιστο και έγκυρο μοντέλο LM και έναν τρόπο για ένα δημόσιο οργανισμό, ώστε να θέσει τα θεμέλια για τη βελτίωση της οργανωσιακής του απόδοσης.
  • ItemOpen Access
    Διερεύνηση ολοκληρωμένης διαχείρισης αδέσποτων σκύλων από τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης : ανάλυση για τη διαμόρφωση προτύπου διαχείρισης
    (2023-01-26) Παπαβασίλη, Θεοδώρα; Papavasili, Theodora
    Η διαχείριση των αδέσποτων σκύλων, αποτελεί πρόκληση για τις δυτικές κυρίως κοινωνίες καθώς σχετίζεται με την ευζωία αυτών των ζώων, αλλά και με τη συνύπαρξή τους με τους ανθρώπους (ιδιαίτερα στις αστικές περιοχές). Παρά τα εφαρμοσμένα προγράμματα διαχείρισης σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η μείωση αυτών των πληθυσμών δεν έχει καταστεί παντού εφικτή, ενώ η συνεχιζόμενη εγκατάλειψή τους έχει ως αποτέλεσμα πολλές χώρες να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα. Ο σκοπός αυτής της διδακτορικής διατριβής, είναι η καταγραφή της υφιστάμενης κατάστασης του φαινομένου των αδέσποτων σκύλων στην Ελλάδα, η αναζήτηση λύσεων στα προβλήματα που δημιουργεί ο υπερπληθυσμός τους και η διερεύνηση για το αν, τα ήδη εφαρμοσμένα προγράμματα διαχείρισής τους, έχουν επιτύχει και σε ποιο βαθμό να ελέγξουν αυτούς τους πληθυσμούς. Επιμέρους στόχοι της διατριβής αποτελούν η ανασκόπηση του σχετικού νομοθετικού πλαισίου (ν.4039/2012) και ο εντοπισμός των κενών που, πιθανόν, υπάρχουν καθώς και η διατύπωση σχετικών προτάσεων για τη βελτίωση των προγραμμάτων διαχείρισης των αδέσποτων σκύλων. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι αδέσποτων σκύλων, τόσο στην Ελλάδα όσο και στις χώρες/μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διενεργήθηκε πρωτογενής έρευνα, με την αποστολή (διαδικτυακού) ερωτηματολογίου στους αρμόδιους φορείς, με στόχο την καταγραφή τόσο της υφιστάμενης κατάστασης όσο και των εφαρμοσμένων στρατηγικών (ιδίως στις χώρες εκείνες που έχουν επιτύχει να ελέγξουν αυτούς τους πληθυσμούς). Στη συνέχεια, για την διαπίστωση της ελληνικής πραγματικότητας, διενεργήθηκε διαδικτυακή, πρωτογενής έρευνα (Μέθοδος Δελφών), με την συμμετοχή 14 εμπειρογνωμόνων, με θέμα τη διαχείριση των αδέσποτων σκύλων. Μέσω αυτής της μεθόδου επιχειρείται η συγκέντρωση και η ανάλυση εμπειριών, πληροφοριών, γνώσεων και απόψεων από άτομα με διαφορετικό γνωστικό αντικείμενο, που ασχολούνται από διαφορετικές θέσεις με το θέμα των αδέσποτων σκύλων. Ακολουθεί μια τρίτη έρευνα, στην Ελληνική επικράτεια, με κύριο ερευνητικό εργαλείο τη χρήση ηλεκτρονικού ερωτηματολογίου και δείγμα 643 απαντήσεων, από ανθρώπους με διαφορετική σχέση αλλά ενεργή συμμετοχή ως προς τη διαχείριση των αδέσποτων σκύλων. Επίσης, επιχειρείται να διερευνηθεί τόσο ο βαθμός επιτυχίας των εφαρμοσμένων προγραμμάτων διαχείρισης αυτών των πληθυσμών, όσο και οι στάσεις, οι απόψεις και οι προθέσεις όλων των εμπλεκόμενων πλευρών. Για την ανάλυση των δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν τα προγράμματα Microsoft Excel 2016 (v16.0) και IBM SPSS Statistics ν. 27. (Statistical Package for Social Sciences). Το βασικό συμπέρασμα της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι ότι η διαχείριση των κατοικίδιων και αδέσποτων σκύλων, δε ρυθμίζεται από ενιαίο ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο και εξαρτάται από την πολιτική και τη στρατηγική που εφαρμόζει κάθε χώρα/μέλος της Ε.Ε.. Επίσης, η αυξανόμενη εγκατάλειψη των κατοικίδιων σκύλων σε συνδυασμό με την μη εφαρμογή προγραμμάτων διαχείρισης των πληθυσμών των αδέσποτων σκύλων από τους αρμόδιους φορείς (επιτρέποντας τον χωρίς έλεγχο πολλαπλασιασμό τους) αποτελούν τις βασικές αιτίες δημιουργίας νέων γενεών αδέσποτων σκύλων. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι η παρούσα διδακτορική διατριβή σε καμία περίπτωση δεν θεωρεί ότι έχει εξαντλήσει όλες τις πλευρές αυτού του σοβαρού θέματος. Αποτελεί όμως μια πρώτη προσπάθεια αναζήτησης λύσεων, με την ελπίδα ότι θα δοθούν τα απαραίτητα κίνητρα σε άλλους ερευνητές, για να εξετάσουν θέματα που η παρούσα διατριβή δεν καλύπτει ή που δεν καταφέρνει να τα αντιμετωπίσει με τον τρόπο που αυτοί θα επιθυμούσαν.
  • ItemOpen Access
    Data mining for enhanced marketing decision making. Applications in consumers’ behavior data in online and offline environment using a machine learning model
    Γκίκας, Δημήτριος; Gkikas, Dimitrios
    An excessive amount of data is daily generated, and the customer’s journey becomes extremely complicated. Industries and decision makers struggle to follow the new trends and they invest huge budgets trying to close the gap between the data and the consumer’s behavior. The need of using artificial intelligence (AI) models which combine marketing data and computer science methods seems imperative. Data mining, machine learning (ML), and deep learning methods act complementary to marketing science through the data classification, the user profiling, the content optimization techniques using data analysis, management, representation methods, and tools to generate highly accurate results. The thesis consists of two parts: the theoretical and the practical. The theoretical part bridges the gap between marketing and informatics engineering by conducting a literature review on cornerstone marketing and computer science definitions including physical and digital marketing, consumer behavior, AI, and ML. It also states the research motivation, scope, significance, and questions. The practical part examines the online and offline consumer’s behavior by using a decision-making method, which analyzes the consumers data, and it helps the decision-makers to understand potential opportunities and needs. A method which combines decision trees (DTs) and genetic algorithms (GA) through a wrapping technique is introduced. This method is known as the GA wrapper and its logic is based on optimal features selection. The used method can generate results through users’ data processing aiming to assist decision makers to take faster decisions. Consumers’ data may originate from the digital or the physical environment including official repositories, surveys, and corporate social media pages insights. The goal is to generate optimized subsets from the initial number of attributes maintaining the initial prediction accuracy. The GA wrapper passes through four stages including design, implementation, verification, and application. Towards the completion of the thesis goal to generate optimal features there are certain objectives which had to be met. Using a recursive approach, the GA wrapper properties broke down into certain objectives. These objectives had to be examined and evaluated prior the GA wrapper model design, implementation, verification, and application phases and they include a series of tests and examinations. The thesis structure is based on recursive reasoning for each one of the objectives. Prior the GA wrapper design stage, there are two case studies of users’ data applied on decision trees classification techniques to show the innovative nature of DTs. Moving backwards before the DTs applications, a comparative analysis between two of the most efficient classification techniques which maximize the advantages of collaborating with a genetic algorithm, the decision trees’ induction and the Bayesian’s learning takes place, to indicate the best technique for the current datasets. Continuing to the earliest stages of this study, a statistical analysis of collected users’ data is conducted to reveal the appropriate data correlations needed for ML classification. These objectives apart from creating a cohesion among the thesis stages they generate new knowledge. Finally, the findings are exceeding the initial author’s expectations. The GA Wrapper manages to generate highly accurate results from a series of data indicating best practices. This research introduces a ML method which can be applied to a wide range of consumers’ or users’ behavior data, helping decision makers perform better strategies, mitigate the decision-making risk, and increase customer’s engagement.
  • ItemOpen Access
    Παραγωγική διαδικασία και διασφάλιση ποιότητας στη ζυθοποιία. Μελέτη περίπτωσης : Μικροζυθοποιία Μεταμόρφωσης
    Καρβελάς, Παναγιώτης; Karvelas, Panagiotis
    Η παρασκευή της μπύρας αποτελεί μια παραγωγική διαδικασία η οποία είναι γνωστή στο ανθρώπινο είδος κατά τους αιώνες. Η μπύρα αποτελεί ένα αλκοολούχο ποτό το οποίο παράγεται από τέσσερα βασικά συστατικά: την βύνη, το νερό, τον λυκίσκο και την μαγιά. Η παραγωγική διαδικασία της μπύρας στην σύγχρονη εποχή αποτελεί μια αρκετά περίπλοκη διαδικασία με αρκετές παραμέτρους που οι ζυθοποιοί θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψιν τους για την σωστή υλοποίηση της. Η εμπλοκή των συστημάτων διασφάλισης ποιότητας είναι πολύ σημαντική καθώς εξασφαλίζει στους παραγωγούς μια μεθοδική ανάπτυξη του οργανισμού, που έχει ως αποτέλεσμα την εξασφάλιση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών αλλά και την ικανοποίηση των ορισμένων από τον οργανισμό απαιτήσεων για το προϊόν. Η παραγωγή της μπύρας μπορεί να γίνει είτε σε οικιακό επίπεδο είτε σε βιομηχανικό, μόνο που στην δεύτερη περίπτωση υπάρχουν περισσότερα και πιο αναλυτικά στάδια παραγωγής κάνοντας έτσι αρκετά περίπλοκη την κατανόηση τους. Τα στάδια αυτά διαφέρουν από ζυθοποιείο σε ζυθοποιείο και αυτό γιατί ορισμένα από αυτά δεν μπορούν να καλύψουν όλα τα στάδια παραγωγής. Επομένως ορισμένα από αυτά τα στάδια που δεν μπορεί το ζυθοποιείο να καλύψει μόνο του τα καλύπτει μέσω εξωτερικών συνεργατών. Τα στάδια παραγωγής ζύθου σε βιομηχανικό επίπεδο ξεκινούν με την βυνοποίηση, δηλαδή την διαβροχή των σιτηρών με σκοπό την μερική βλάστησή τους και την ξήρανσή τους που έχει ως αποτέλεσμα την δημιουργία βύνης. Ακολουθεί η άλεση και η πολτοποίηση της με σκοπό την δημιουργία ενός πολτού, ο οποίος φιλτράρεται και δημιουργεί το ζυθογλεύκος. Το ζυθογλεύκος βράζεται, προστίθεται σε αυτό ο λυκίσκος και τα υπόλοιπα υλικά που προβλέπονται από την συνταγή, ενώ με το τέλος του βρασμού μέσω φυγοκέντρισης απορρίπτονται όλα τα προϊόντα που δημιουργήθηκαν από το προηγούμενο στάδιο και αποτελούν φθορά για την παραγωγή της μπύρας. Έπειτα είναι το στάδιο κατά το οποίο γίνεται ψύξη του ζυθογλεύκους, το οποίο καταλήγει στις δεξαμενές ζύμωσης όπου γίνεται ο εμβολιασμός του με μαγιά. Εν συνεχεία έρχεται το στάδιο της ωρίμανσης ή μεταζύμωση όπου πλέον η νεαρή μπύρα παίρνει τα χαρακτηριστικά που ο ζυθοποιός επιθυμεί να αποδώσει σε αυτή και την προετοιμάζει για το τελευταίο στάδιο, αυτό της εμφιάλωσης-εμβαρέλωσης. Η συγκεκριμένη πτυχιακή αποτελεί μια μελέτη περίπτωσης που έγινε με επισκέψεις στις εγκαταστάσεις της Μικροζυθοποιίας Μεταμόρφωσης (Alea Brewing Co). Κατά τις επισκέψεις καταγράφηκαν τα στάδια που η επιχείρηση ακολουθεί κατά την παραγωγή διαδικασία αλλά και πώς λειτουργεί ένα μικροζυθοποιείο στην Ελλάδα. Παράλληλα, έγινε η καταγραφή και κατανόηση της ορθής χρήσης του συστήματος Clean In Place (C.I.P), το οποίο καθαρίζει και απολυμαίνει τον παραγωγικό εξοπλισμό, χωρίς να χρειάζεται ο ζυθοποιός να εμπλακεί άμεσα στην διαδικασία. Τέλος, έγινε χρήση ξένης και ελληνικής βιβλιογραφίας για τον εντοπισμό και ανάλυση των κρίσιμων σημείων ελέγχου «CCP’s» και την δημιουργία διαγραμμάτων ροής.
  • ItemOpen Access
    Entrepreneurship and agricultural development : investigating the factors affecting the successful management of agricultural enterprises
    Πλιακούρα, Αλεξάνδρα; Pliakoura, Alexandra
    In recent years, entrepreneurship has been recognized as an important factor in economic growth, as it has proven to be a source of innovation and job creation. Entrepreneurship is the set of entrepreneurial activities related to the creation of new businesses, the renewal of existing ones and the introduction of new products and technologies. It is also defined as the search for entrepreneurial opportunities and the effort to turn the initiative into a result and the idea into action, in order to create financial profit. Newly, the term entrepreneurship has included the concept of entrepreneurial mentality. The preference for self-employment as a career choice, the willingness to take risks, the perception of entrepreneurial opportunities and their interpretation, based on creativity and imagination, are some characteristics of entrepreneurship. This extension of the term entrepreneurship has contributed to the development of new forms of entrepreneurship, such as, for example, social entrepreneurship and knowledge entrepreneurship, which describes the ability to recognize and create opportunities for the implementation of innovative practical knowledge or products. However, it should be noted that disagreements and skepticism are recorded regarding concepts such as entrepreneurial intentions, entrepreneurial success and entrepreneurial education. One of the main reasons for this is the differences expressed in the choice of economic policies to be implemented. What is needed above all is to try to focus not on the disagreements over how to implement policies to strengthen entrepreneurship, which will certainly exist, but on its necessity. The need to strengthen entrepreneurship, in any case, stems from its contribution to the formation of people capable of facing challenges in the workplace with confidence and relying on their own strengths. With the present dissertation, the study of entrepreneurship in the rural population is attempted as a means to enhance local and regional agricultural development. Overall research questions revolve around: (i) how personality traits such as Locus of Control (LOC) and intrinsic motivation interact with entrepreneurial intentions; (ii) when and how entrepreneurship can be best taught to farmers and iii) how both internal/organizational and external/non-organizational factors shape agricultural entrepreneurs' perception of entrepreneurial success. In approaching these questions, this dissertation focuses on why entrepreneurs set up their own business (entrepreneurship intention), how entrepreneurship can be strengthened through training (training needs and learning practices) and how they perceive the results and impact of “doing business” (perceived entrepreneurial success). The contribution of this dissertation lies in the depiction of how LOC and motivation influence entrepreneurial intentions and entrepreneurial success and create conditions in relation to agricultural development. Knowledge of this dissertation is believed to be vital to understanding why some farm entrepreneurs are more successful than others. This can improve our knowledge of how to promote and activate entrepreneurship in people who are behind. The rural context and the agricultural code of conduct affect the extent to which entrepreneurial activities are located and affect the type of value created in the agricultural sector. This dissertation consists of a collection of five related articles. The goal and contribution of each are briefly described below. Research paper 1: This article conceptually examines how LOC and motivations predict entrepreneurial intentions among farmers. This research study adds to the existing literature of the entrepreneurial intentions (EI) by using a different set of the sample. Mostly EI studies used student samples to measure intentions. The present study extends the antecedents of intention by using a sample of existing agri-entrepreneurs. Farmers are one of the best potential segments, and in this regard, the findings of this research will be helpful in predicting how the intention process of existing entrepreneurs works especially in the primary sector. The results show that EI in the agricultural sector was determined more by LOC, motivations, age, and level of education than by gender and type of holding. Research paper 2: This paper empirically investigates the factors that are considered as indicators to explain, predict, and determine perceptional entrepreneurial success. Given that the research objective is a farmer -entrepreneurs, the research of this work focuses on existing agricultural enterprises. The findings indicate that seven predictors (internal LOC, pull motivation, push motivation, internal funding, innovativeness, entrepreneurial capacity, and educational background) have a significant impact on perceived entrepreneurial success. Furthermore, this study explains entrepreneurial success in a geographical area with little research on the operation, sustainability, and productivity of agricultural enterprises and under difficult economic conditions (economic crisis) in a rural setting in Western Greece. Research paper 3: The purpose of this study is to highlight the role and necessity of entrepreneurship education in enhancing entrepreneurship, and to formulate relevant research proposals. Given the shortage of research data identified, particularly at the national level, on the role of education in agricultural entrepreneurship, this study contributes significantly to this research field, as the recognition of educational needs that affect the effectiveness of “agri-business”, is a crucial event for the future of agricultural entrepreneurship. Overall, the main purpose of this study is to investigate the needs of farmers for the EE and how they mediate the entrepreneurial skills, and farmers' knowledge of their business. At the same time, the project seeks to highlight good practices and particularly educational methods in the field of agriculture. Research paper 4: This paper presents a systematic literature review. Agricultural cooperatives are an important model of entrepreneurship. A study of cooperative entrepreneurship, based on a systematic review of literature, is important today, as citizens in many countries (both developing and developed) are seeking diverse pathways to carve out viable livelihoods within agriculture. Therefore, the purpose of this research is to identify the main problems encountered in the organization/management of agricultural cooperatives and factors that may influence their entrepreneurship internationally. Specifically, the objective is to categorize the problems arising from the research. Categorizing the problems will help cooperatives focus and overcome these problems, making them a dynamic entrepreneurial model. Research paper 5: It is necessary to identify the opportunities for the development of the Greek economy through the modernization of technical, technological and management processes based on the use of the latest technologies that digitize the economy as a new development model. This study followed an exploratory approach to understanding the role of digital entrepreneurship among farmers. Discusses the use of Information and Communication Technology (ICT) in Greece in terms of mobile apps and also evaluates a portable farm management application for its usability as well as the effectiveness of the system on farms. The main objective was to evaluate the ease to use of a mobile farm management application so as to identify problems of use and satisfaction from the system interface. The second objective was to clarify the factors that most affect the efficiency of the application on farms and to present a “proposal” for the systematic recording of the technical and financial data of a farm, with the help of mobile devices. Knowing the barriers and factors that most affect the acceptance of such applications, it would be possible to design a way to overcome these barriers.
  • ItemOpen Access
    Η εφαρμογή των πληροφοριακών συστημάτων στις επιχειρήσεις τροφίμων του νομού Αιτωλοακαρνανίας
    Μητσός, Βασίλειος; Mitsos, Vasileios
    Σκοπός της διατριβής είναι να εξετάσει σε ποιο βαθμό τα πληροφοριακά συστήματα εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις τροφίμων του ΝΝομού Αιτωλοακαρνανίας. Χρησιμοποιήθηκαν ποιοτικές έρευνες για τη συλλογή πρωτογενών στοιχείων με ερωτηματολόγια από δείγματα επιχειρήσεων μεταποίησης τροφίμων. Επίσης, συλλέχθηκαν πρωτογενή στοιχεία για τις επιχειρήσεις παραγωγής αγροτικών προϊόντων με προσωπικές συνεντεύξεις, καθώς και με έρευνα σε ιστοσελίδες, σε επιστημονικά περιοδικά και στο διαδίκτυο. Τα αποτελέσματα αναλύθηκαν με το στατιστικό πρόγραμμα SPSS Statistics 25. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το 45% των επιχειρήσεων τροφίμων του ΝΝομού Αιτωλοακαρνανίας εφαρμόζει πληροφοριακά συστήματα. Επίσης, οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις (όσον αφορά τον κύκλο εργασιών τους) εφαρμόζουν τα πληροφοριακά συστήματα σε μεγαλύτερο βαθμό. Η χρήση των πληροφοριακών συστημάτων εξαρτάται από τον εξαγωγικό χαρακτήρα των επιχειρήσεων τροφίμων, τον αριθμό των τμημάτων, τον αριθμό των εργαζομένων και τον κύκλο εργασιών. Επιπλέον, οι επιχειρήσεις τροφίμων χρησιμοποιούν τα πληροφοριακά συστήματα για να διαχειρίζονται το ανθρώπινο δυναμικό, τα οικονομικά, το μάρκετινγκ, τις επιχειρησιακές λειτουργίες τους και την παραγωγή. Η πλειοψηφία των επιχειρήσεων χρησιμοποιεί συστήματα Enterprise Resource Planning (ERP), ενώ πολύ λιγότερες χρησιμοποιούν τα λογισμικά πακέτα Customer Relationship Management (CRM), Material Requirements Planning (MRP), Software Requirements Specification (SRS), Human Resource Management (HRM) και κάποια tailor made. Όσον αφορά τα οικονομικά στοιχεία των επιχειρήσεων τροφίμων, παρατηρούμε ότι δε διαχειρίζονται με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο τον ισολογισμό τους και τα περιουσιακά τους στοιχεία για τη δημιουργία πωλήσεων και κερδών. Επίσης, οι περισσότερες επιχειρήσεις δεν έχουν πραγματοποιήσει μεγάλες επενδύσεις στα πληροφοριακά συστήματα. Τέλος, όσο μεγαλύτερο είναι το μέγεθος του πληροφοριακού συστήματος (όσον αφορά τα τμήματα της επιχείρησης που υποστηρίζει) τόσο μεγαλύτερο είναι το κέρδος για την επιχείρηση που το χρησιμοποιεί. Όσον αφορά τους περιορισμούς της έρευνας, το δείγμα μας περιορίζεται στο Νομό Αιτωλοακαρνανίας και δεν μπορούμε να γενικεύσουμε τα συμπεράσματά μας και για τους υπόλοιπους Νομούς της Ελλάδας. Επίσης, επειδή δεν υπάρχει επαρκές δείγμα ανώνυμων εταιρειών τροφίμων στο Νομό Αιτωλοακαρνανίας για τους σκοπούς της τέταρτης έρευνας επεκτείναμε το δείγμα μας σε όλη την Ελλάδα για να αντλήσουμε δημοσιευμένα οικονομικά στοιχεία από τις μεγαλύτερες ελληνικές ανώνυμες εταιρείες. Αυτό έγινε για να εξετάσουμε την επίπτωση της χρήσης των πληροφοριακών συστημάτων στην αποδοτικότητα, την κερδοφορία και την ανάπτυξη των επιχειρήσεων στη Ελλάδα και κατά προέκταση στον υπό εξέταση νομό. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η κερδοφορία, η αποδοτικότητα και η ανάπτυξη των επιχειρήσεων του Νομού Αιτωλοακαρνανίας είναι ανεξάρτητα από το μέγεθος, τον αριθμό και το κόστος των πληροφοριακών συστημάτων. Από την άλλη, η κερδοφορία των επιχειρήσεων εξαρτάται από το μέγεθος των πληροφοριακών συστημάτων. Όσον αφορά την πρακτική της εφαρμογή, η έρευνα αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τους ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων μεταποίησης τροφίμων και τους παραγωγούς αγροτικών προϊόντων, ώστε να πάρουν ερεθίσματα για να υιοθετήσουν τα πληροφοριακά συστήματα, να εξετάσουν ποια εφαρμόζουν έως τώρα οι επιχειρήσεις και ποια είναι τα οφέλη από τη χρήση τους. Επίσης, θα δώσει μια αντιπροσωπευτική εικόνα στα Πανεπιστημιακά Τμήματα που εδρεύουν στο Νομό Αιτωλοακαρνανίας για το πώς υιοθετούνται τα πληροφοριακά συστήματα από τις επιχειρήσεις τροφίμων της περιοχής με απώτερο σκοπό την πιθανή μελλοντική συνεργασία και έρευνα. Παρόμοιες έρευνες που σχετίζονται με τη χρήση των πληροφοριακών συστημάτων στον πρωτογενή και τον δευτερογενή τομέα έχουν διεξαχθεί και σε άλλα κράτη σε επίπεδο νομών και πόλεων, αλλά η συγκεκριμένη διατριβή είναι η πρώτη που διεξάγεται για τη Δυτική Ελλάδα.
  • ItemOpen Access
    Η σχέση μεταξύ εταιρικών ομολόγων και συναλλαγματικών ισοτιμιών σε ώριμες και αναδυόμενες αγορές. Νέα πρότυπα οικονομικής πολιτικής μέσα από ένα νέο μεθοδολογικό πλαίσιο
    Βαρθολομάτου, Σπυριδούλα-Κωνσταντίνα; Vartholomatou, Spyridoula-Konstantina
    Λαμβάνοντας υπόψη ότι η ταχύτητα μετάδοσης ενός σοκ είτε οικονομική είτε νομισματική έχει αλλάξει δραματικά, στην παρούσα διατριβή δίνεται έμφαση στην εξέταση της σχέσης μεταξύ εταιρικών ομολόγων και συναλλαγματικών ισοτιμιών στις ΗΠΑ και την Ελλάδα. Εξετάζοντας το ζήτημα των εταιρικών ομολόγων κάτω από ένα διαφορετικό θεωρητικό πλαίσιο, αρχικά, ο κύριος στόχος της διατριβής αφορά την υιοθέτηση μιας ορθολογικής πολιτικής από τις επιχειρήσεις και τις κυβερνήσεις για την επίτευξη σταθερής ανάπτυξης σε ένα περιβάλλον χρηματοοικονομικής αστάθειας και ασυμμετρίας για πρώτη φορά στη διεθνή βιβλιογραφία. Στο εμπειρικό κομμάτι της έρευνας, έμφαση δίνεται στη διερεύνηση βραχυχρόνιας και μακροχρόνιας σχέσης μεταξύ των σειρών διαμέσου μιας νέας οικονομετρικής προσέγγισης του dynamic quantile autoregressive-distributed lag error correction model (QARDL-ECM). Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, διαπιστώθηκε ότι στην Ελλάδα, οι μεταβολές των εταιρικών ομολόγων οφείλονται κυρίως στις μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Οι ποσοτικές εκτιμήσεις έδειξαν ότι η ισχύς της μακροχρόνιας σχέσης αυξάνεται καθώς μειώνεται ο κίνδυνος αθέτησης της υπό εξέταση χώρας. Επιπλέον, ασυμμετρίες εντοπίστηκαν και στις βραχυχρόνιες σχέσεις όλης της υπό εξέταση περιόδου. Στις ΗΠΑ διαπιστώθηκε τόσο μακροχρόνια όσο και βραχυπρόθεσμη σχέση μεταξύ των υπό εξέταση μεταβλητών, με τις μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας να οφείλονται κυρίως στις μεταβολές των εταιρικών ομολόγων. Οι ποσοτικές εκτιμήσεις παρουσίασαν ένα μη συμμετρικό μοτίβο της σχέσης μεταξύ των μεταβλητών, το οποίο αποτελεί ένδειξη πιθανών προβλημάτων στην χρηματοδότηση των επιχειρήσεων. Στην συνέχεια, στην παρούσα διατριβή επιδιώκεται μέσα από την διερεύνηση της σχέσης των αποδόσεων εταιρικών ομολόγων και των τιμών της συναλλαγματικής ισοτιμίας να αποκαλύψουμε την οικονομική αξία της μνημονιακής πολιτικής σε δύο περιφερειακές χώρες της Ευρωζώνης και συγκεκριμένα την Ελλάδα και την Ιρλανδία, για την ανάπτυξη μιας υγιούς οικονομικής πολιτικής που θα συμβάλει στη βελτίωση και την τόνωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, διερευνάται η ποσοτική εξάρτηση των μεταβλητών μας, χρησιμοποιώντας μια νέα οικονομετρική μεθοδολογία, the cross-quantilogram. Στην Ιρλανδία, τα εμπειρικά αποτελέσματα αποδεικνύουν υψηλότερο ποσοστό απορρόφησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που συμβάλλει στην πιο σταθερή ενίσχυση των επιχειρήσεων. Αντίθετα, στην Ελλάδα, αν και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ήταν πιο ισχυρές σε σχέση με αυτές που παρουσιάστηκαν στην Ιρλανδία, παρουσιάζεται μια παρόμοια εικόνα στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ωστόσο μετά από μια μεγαλύτερη χρονική περίοδο από την έξοδο από το μνημόνιο και μόνο όταν ενισχύεται η ευρωπαϊκή οικονομία σε σχέση με αυτή των Η.Π.Α. Η εφαρμογή του προτεινόμενου μεθοδολογικού πλαισίου στην μελέτη της σχέσης μεταξύ εταιρικών ομολόγων και συναλλαγματικών ισοτιμιών σε ώριμες και αναδυόμενες αγορές αποτελεί ένα σημαντικό εργαλείο στην χάραξη νέων προτύπων οικονομικής πολιτικής σε συνθήκες χρηματοοικονομικής αστάθειας και ασυμμετρίας. Παράλληλα, αποκαλύπτεται η οικονομική αξία πολιτικών όπως είναι η εφαρμογή μνημονίων σε δύο περιφερειακές χώρες της Ευρωζώνης.
  • ItemOpen Access
    Ο ρόλος του αγροδιατροφικού κλάδου στην Περιφέρεια της Δυτικής Ελλάδας : προσέγγιση μέσω υποδείγματος εισροών-εκροών στο πλαίσιο σχεδιασμού της δημόσιας διοίκησης για την οικονομική ανάπτυξη της περιφέρειας
    Κολοκοντές, Αργύριος; Kolokontes, Argyrios
    Η παρούσα διδακτορική διατριβή ερευνά το ρόλο του αγροδιατροφικού κλάδου για την ελληνική οικονομία και την περιφέρεια της Δυτικής Ελλάδος, χρησιμοποιώντας ποικίλες μεθοδολογικές καινοτομίες. Κατόπιν μίας κριτικής ανασκόπησης των υποδειγμάτων των εισροών-εκροών και των δεικτών τους, ο συγγραφέας προτείνει και εφαρμόζει μία «προσαρμοσμένη οριζόντια προσέγγιση για το καθοδηγούμενο από τη ζήτηση υπόδειγμα τύπου Leontief» ως μία συμπληρωματική διαδικασία ως προς την αντίστοιχη κάθετη προσέγγιση, με σκοπό την ολοκληρωμένη ανάλυση των παραγωγικών κυκλωμάτων της χώρας και της μελετώμενης περιφέρειας, χρησιμοποιώντας συμβατά και συγκρίσιμα αναμεταξύ τους κάθετα και οριζόντια δεδομένα και μετρήσεις. Με αυτό το σκεπτικό, τόσο η «κλασική» από τη βιβλιογραφία, όσο και η προτεινόμενη «προσαρμοσμένη» οριζόντια προσέγγιση, συγκρίνονται για τους πίνακες εισροών-εκροών και τους δείκτες που παράγουν. Οι κατάλληλοι τύπου Ι πολλαπλασιαστές έχουνε κατασκευασθεί και υπολογισθεί και για τις δύο οριζόντιες αυτές προσεγγίσεις. Τα αποτελέσματα και οι κλαδικές ταξινομήσεις ανά δείκτη επιβεβαιώνουν ότι η «κλασική» οριζόντια προσέγγιση του καθοδηγούμενου από τη ζήτηση υποδείγματος του Leontief είναι παραπλανητική, με τον τρόπο που ακολουθείται στη βιβλιογραφία. Ταυτόχρονα, οι μετρήσεις και οι κλαδικές ταξινομήσεις των εκτιμούμενων οριζόντιων δεικτών συγκρίνονται με εκείνες που ανακύπτουν από τους αντίστοιχους κάθετους δείκτες. Η παρουσίαση της έννοιας της «ενδοκλαδικής αρχικής τάσης για πρόκληση επιδράσεων ενός ορισμένου είδους “S”» βοηθάει στον προσδιορισμό των μητρών των άμεσων και των συνολικών απαιτήσεων ανά είδος “S” (SDM, STM), χωρίς παρερμηνείες, ειδικά όσον αφορά τις άμεσες απαιτήσεις. Ταυτόχρονα, μία ανάλυση αποδόμησης για τη σύγκριση και την κατανόηση των οριζόντιων και των κάθετων δεικτών της διακλαδικής διασύνδεσης (SBLs’, SFLs’) και των αντίστοιχων τύπου Ι πολλαπλασιαστών τους (t.I-BSMs’, t.I-FSMs’) έχει υλοποιηθεί, με σκοπό να επισημανθούν οι κλαδικές μεροληψίες των δεικτών της διακλαδικής διασύνδεσης όπως προκαλούνται εξαιτίας της ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής τους δομής, σε αντιπαραβολή με την ανωτερότητα των υπολογισμών και των κλαδικών ταξινομήσεων που λαμβάνονται από τους τύπου Ι πολλαπλασιαστές χάριν της ουδετερότητας των αρχικών τους ερεθισμάτων. Επιπλέον, στο πλαίσιο των εμπειρικών εφαρμογών της μελέτης, ένας αριθμός από σταθμισμένους-δείκτες έχει συγκριθεί και τα συμπεράσματα καταλήγουνε στον εξής προτεινόμενο κανόνα: «Οι δείκτες-μεγέθους που χρησιμοποιούνται για τη στάθμιση των διαφόρων πολλαπλασιαστών πρέπει πάντοτε να είναι σύμφωνοι και ομοιόμορφοι με την μετρούμενη κατά περίπτωση παράμετρο “S”». Ιδιαίτερα για την περιφερειοποίηση των εθνικών δεδομένων εισροών-εκροών κατά τη δευτερογενή προσομοίωση των περιφερειακών μητρών των άμεσων και των συνολικών απαιτήσεων της Δυτικής Ελλάδας, πέρα από τις δοκιμασμένες στη βιβλιογραφία και εφαρμοζόμενες στην παρούσα μελέτη τεχνικές του «προσαρμοσμένου πηλίκου του τόπου του Flegg (aFLQ)» και της «επαυξημένης (AFLQ)» του εκδοχής, ο συγγραφέας έχει προτείνει και εφαρμόζει μία νέα τεχνική δευτερογενούς άντλησης περιφερειακών πινάκων, τη «μη-συμβατική προσέγγιση του προσαρμοσμένου πηλίκου του τόπου του Flegg (KFLQ)», ως μία εξελικτική παραλλαγή των «πηλίκων του τόπου τύπου Flegg», η οποία είναι ικανή να βελτιώνει τη συνεκτίμηση των περιφερειακών εξειδικεύσεων. Προς αυτήν την κατεύθυνση, το προτεινόμενο «μη-συμβατικό πηλίκο του τόπου» φαίνεται να είναι περισσότερο αληθοφανές αναφορικώς ως προς τις μετρήσεις και τις κλαδικές ταξινομήσεις των ποικίλων δεικτών που διαμορφώνει, σε σχέση με τις υπόλοιπες προϋπάρχουσες τεχνικές. Επιπροσθέτως, η προτεινόμενη εξέλιξη (KFLQ) για τα «πηλίκα του τόπου τύπου Flegg» επιλύει το πρόβλημα του προσδιορισμού της παραμέτρου “δ” με έναν απλό και λογικό τρόπο. Από τα εμπειρικά αποτελέσματα συνάγεται ότι: «Συναρτήσει του ιδιαίτερου κάθε φορά μεγέθους της κατά περίπτωση μελετώμενης περιφέρειας, ισχύει ότι: καθώς το μέγεθος ενός κλάδου σε μία περιφέρεια τείνει στη μέση περιφερειακή κατανομή, ο συντελεστής του προτεινόμενου μη-συμβατικού πηλίκου του τόπου τείνει στη μονάδα, και σε κάθε περίπτωση αυτό συμβαίνει για εκείνη την τιμή της παραμέτρου δ για την οποία ισχύει ότι οι αντίστοιχοι κλαδικοί συντελεστές του απλού πηλίκου του τόπου είναι περίπου ίσοι με 1,5». Η εμπειρική ανάλυση για την οικονομία της χώρας αποκαλύπτει την ιδιαίτερη σημασία που έχει ο αγροδιατροφικός κλάδος για το σχηματισμό της ακαθάριστης εκροής, της απασχόλησης και του εισοδήματός της, ιδιαίτερα μετά την κρίση του 2009. Όμοια συμπεράσματα εξάγονται και για την περιφέρεια της Δυτικής Ελλάδας. Ωστόσο, τόσο για τη χώρα, όσο και για την εξεταζόμενη περιφέρεια, διαπιστώνεται μία αδυναμία να ωθηθεί το επενδυτικό ενδιαφέρον και σε άλλες μεταποιητικές δραστηριότητες. Οι πλέον δυναμικοί κλάδοι για το μεσο-μακροχρόνιο αναπτυξιακό σχεδιασμό της χώρας και της περιφέρειας της Δυτικής Ελλάδας έχουνε προσδιορισθεί. Το ίδιο και οι κλάδοι που είναι κατάλληλοι για τη βραχυ-μεσοχρόνια υποστήριξη του παραγωγικού κυκλώματος της περιφέρειας και της χώρας κατά τη μεταβατική μεταρρυθμιστική περίοδο της αναδιάρθρωσης τους. Ο ρόλος της κεντρικής και της αποκεντρωμένης διοίκησης και των κυβερνητικών οργάνων, καθώς και τους εκπαιδευτικού συστήματος, στο πλαίσιο της αναπτυξιακής προσπάθειας, έχει αναλυθεί, και βελτιώσεις έχουνε προταθεί.
  • ItemOpen Access
    Εκπαίδευση, χρηματοοικονομικές δαπάνες και οικονομική ανάπτυξη : η περίπτωση της Ελλάδας μεταπολεμικά (1950-2009)
    Γαράφας, Γεώργιος; Τσάμπρα, Μαρία; Τσάμπρα, Μαρία; Μπουραντά, Αθανασία; Κοντογεώργος, Αχιλλέας; Σωτηρόπουλος, Ιωάννης; Γαλανού, Αικατερίνη; Καραμάνης, Κωνσταντίνος; Καραφόλας, Συμεών; Garafas, Georgios
    Στην παρούσα διατριβή διερευνάται η σχέση ανάμεσα στην εκπαίδευση και την οικονομική ανάπτυξη, στην περίπτωση της Ελλάδας μεταπολεμικά (1950-2009). Η εκπαίδευση προσεγγίζεται μέσα από τις δημόσιες εκπαιδευτικές δαπάνες, τα ποσοστά των εγγεγραμμένων και τα μέσα έτη εκπαίδευσης, και η οικονομική ανάπτυξη μέσα από μία σειρά από θεμελιώδεις μακροοικονομικές μεταβλητές. Για το σκοπό αυτό παρουσιάζεται αναλυτικά η πορεία ενός πλήθους χρονολογικών σειρών που αφορά: εκπαιδευτικές μεταβλητές, χρηματοοικονομικές δαπάνες, παραχθέν προϊόν, πληθυσμιακά δεδομένα, πηγές χρηματοδότησης και δείκτες αξιολόγησης της εκπαίδευσης. Ο κύριος όγκος των δεδομένων συλλέχτηκε από τις εκδόσεις των Στατιστικών της Εκπαίδευσης, των Στατιστικών Επετηρίδων και τους Εθνικούς Λογαριασμούς της ΕΛΣΤΑΤ, καθώς και από τη βάση δεδομένων Penn World Table 9.0 (Feenstra, Inklaar, and Trimmer, 2015). Στην εμπειρική ανάλυση χρησιμοποιώντας την προσέγγιση των Johansen (1988) και Johansen and Juselius (1990) και εφαρμόζοντας ένα Διανυσματικό Υπόδειγμα Διόρθωσης Σφαλμάτων (Vector Error Correction, VEC model), επιδιώκεται να ελεγχθεί η σχέση ανάμεσα στην εκπαίδευση και στο παραγόμενο προϊόν. Τα αποτελέσματα της εμπειρικής ανάλυσης, υποδεικνύουν την ύπαρξη μακροχρόνιας σχέσης συνολοκλήρωσης ανάμεσα στην εκπαίδευση και στο πραγματικό ΑΕΠ. Επίσης, εφαρμόζοντας την προσέγγιση των Toda – Yamamoto (1995) διαπιστώνεται ότι το ανθρώπινο κεφάλαιο αιτιάζει κατά Granger την οικονομική ανάπτυξη, χωρίς να διαπιστώνεται αντίστροφη σχέση αιτιότητας.
  • ItemOpen Access
    Η τοποθέτηση επωνυμιών (brands) και επώνυμων προϊόντων (branded products) σε ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης και ψυχαγωγίας – Παράγοντες που επηρεάζουν την αγοραστική συμπεριφορά των καταναλωτών
    Μπουκουβάλα, Βασιλική; Θεοδωρίδης, Προκόπιος; Μπαλτάς, Γεώργιος; Μπεληγιάννης, Γρηγόριος; Μπουτσούκη, Χριστίνα; Λάππας, Γεώργιος; Πουλής, Αθανάσιος; Boukouvala, Vasiliki
    Η τεχνική της τοποθέτησης προϊόντος (product placement) αποτελεί μια αποτελεσματική μορφή επικοινωνίας των επώνυμων προϊόντων και μαρκών η οποία υιοθετείται ευρέως από τα στελέχη μάρκετινγκ πάνω από 50 χρόνια. Οι υπεύθυνοι επικοινωνίας των επιχειρήσεων φαίνεται να είναι πρόθυμοι να επενδύσουν αρκετά εκατομμύρια για μια και μόνο τοποθέτηση σε μια ταινία ή τηλεοπτική σειρά. Επιπλέον, η τοποθέτηση προϊόντος έχει εξαπλωθεί και σε άλλα μέσα ψυχαγωγίας όπως είναι για παράδειγμα τα βιντεοπαιχνίδια. Από πρόσφατες έρευνες στο πεδίο, παρατηρείται μια συνεχής ετήσια αύξηση των επενδύσεων που γίνονται στο συγκεκριμένο επικοινωνιακό μέσο. Κύριος λόγος αυτής της αύξησης είναι ο μεγαλύτερος αντίκτυπος που έχει η τοποθέτηση προϊόντος σε σύγκριση με άλλες μορφές επικοινωνίας. Επιπλέον, συγκριτικά με την κλασική μορφή διαφήμισης, η τοποθέτηση προϊόντος αποτελεί έναν τρόπο επικοινωνίας που οι θεατές δεν μπορούν να αποφύγουν, όπως συμβαίνει με την διαφήμιση. Αυτό είναι και ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματά της σε σύγκριση με την διαφήμιση. Καθώς η τοποθέτηση προϊόντος μπορεί να λάβει πολλές μορφές, στην παρούσα εργασία θα μελετήσουμε την τοποθέτηση προϊόντος σε τηλεοπτικές σειρές, και πιο συγκεκριμένα το είδος της τοποθέτησης προϊόντος όπου το επώνυμο προϊόν/μάρκα εμφανίζεται στην σκηνή μαζί με έναν από τους κεντρικούς χαρακτήρες της σειράς. Με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να ερευνήσουμε την εφαρμογή του μοντέλου της αξιοπιστίας της πηγής, που προέρχεται από τον κλάδο της διαφήμισης. Επιπρόσθετα, εξετάζεται η επίδραση που μπορεί να έχει η αξιοπιστία του υποστηρικτή (endorser credibility) στην αξιοπιστία της μάρκας (brand credibility), μέσα από την αλληλεπίδρασή τους, μια σχετικά καινούρια σχέση για την βιβλιογραφία. Επιπλέον, καθώς το μοντέλο της αξιοπιστίας μεταφέρεται σε ένα νέο περιβάλλον, αυτό της τοποθέτησης προϊόντος, αναδύονται καινούργιοι παράγοντες που μπορεί να επιδράσουν στο μοντέλο. Σημαντικό σκοπό της εργασίας αποτελεί η μελέτη της επίδρασης των παραπάνω στοιχείων σε μεταβλητές που σχετίζονται με την συμπεριφορά των καταναλωτών. Από την παρούσα έρευνα επιδιώκεται η ενίσχυση της υπάρχουσας βιβλιογραφίας που σχετίζεται με το μείγμα επικοινωνίας, την τοποθέτηση προϊόντος καθώς και την συμπεριφορά του καταναλωτή. Η διατριβή απαρτίζεται από εφτά κεφάλαια. Τα τρία πρώτα κεφάλαια αποτελούν το θεωρητικό μέρος της εργασίας, τα τρία επόμενα το ερευνητικό κομμάτι και στο τελευταίο κεφάλαιο παρουσιάζονται τα συμπεράσματα που προκύπτουν από το ερευνητικό κομμάτι. Αναλυτικότερα, στο Πρώτο Κεφάλαιο παρουσιάζονται βασικές έννοιες του μάρκετινγκ, της διαφήμισης και της τοποθέτησης προϊόντος που χρησιμοποιούνται στην συνέχεια της εργασίας. Στο Δεύτερο Κεφάλαιο παρουσιάζονται έννοιες και μοντέλα τα οποία επεξηγούν το τρόπο λειτουργίας της επικοινωνίας και κατ’ επέκταση της τοποθέτησης προϊόντος. Το Τρίτο Κεφάλαιο περιλαμβάνει ανασκόπηση των ερευνών που έχουν διεξαχθεί στον τομέα της τοποθέτησης προϊόντος και έχουν ως επίκεντρο την επίδραση στην συμπεριφορά των καταναλωτών. Στο Τέταρτο Κεφάλαιο γίνεται αναφορά στα στοιχεία που συγκροτούν το προτεινόμενο ερευνητικό μοντέλο, στην δομή του μοντέλου και στην διαμόρφωση των ερευνητικών υποθέσεων. Στο Πέμπτο Κεφάλαιο αναλύεται η μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε. Πιο συγκεκριμένα γίνεται αναφορά στην διαμόρφωση του ερευνητικού εργαλείου, στην επιλογή των ερεθισμάτων που χρησιμοποιήθηκαν καθώς και στον τρόπο συλλογής και ανάλυσης των δεδομένων. Στο Έκτο Κεφάλαιο γίνεται ανάλυση των στοιχείων της έρευνας καθώς και των ερευνητικών υποθέσεων, και παρουσιάζονται τα αποτελέσματα. Στο Έβδομο και τελευταίο Κεφάλαιο της έρευνας αναλύονται τα αποτελέσματα της έρευνας και παρουσιάζονται τα συμπεράσματα που προκύπτουν από αυτή. Επιπλέον, γίνεται αναφορά στην χρησιμότητα της έρευνας καθώς και στους περιορισμούς οι οποίοι την διέπουν. Στο τέλος του κεφαλαίου παρατίθενται προτάσεις για την διεξαγωγή μελλοντικών ερευνών.
  • ItemOpen Access
    Empirical applications of price transmission in international agri-food supply chains
    Ροκοπάνος, Ανδρέας; Κοντογεώργος, Αχιλλέας; Ρεζίτης, Αντώνιος; Κοντογεώργος, Αχιλλέας; Ρεζίτης, Αντώνιος; Πενταράκη, Κωνσταντίνα; Τσακιρίδου, Ευθυμία; Σεργάκη, Παναγιώτα; Τσιμπούκας, Κωνσταντίνος; Μπεληγιάννης, Γρηγόριος; Rokopanos, Andreas
    The present thesis presents four essays on the impacts of significant change taking place either as policy reforms or as free trade agreements, on the price transmission mechanism (vertical price transmission along the EU food supply chain and spatial price transmission between main producing countries). Essay 1 (discussed in Chapter 3) investigates the effects of the liberalization changes initiated with the 2003 CAP Reform and further progressed with the 2008 CAP Health Check on the price causal relationships along the EU food supply chain. The empirical approach followed adopts panel cointegration and panel error correction vector autoregressive (EC-VAR) models and utilizes panel data comprising monthly observations from January 2005 to September 2012 from nineteen European countries. The period is split into two sub-periods, January 2005 to December 2008 and January 2009 to September 2012, in order to examine how the liberalization policies of the CAP Health Check have impacted on the causal relationships among agricultural commodity prices (ACPs), producer prices (PPs) and consumer prices (CPs). The results obtained demonstrate the existence of a long-run equilibrium relationship between PPs, ACPs and CPs. Moreover, before the CAP Health Check, ACPs are shown to be exogenous while both PPs and CPs are shown to be endogenous. However, after the CAP Health Check, all the prices become endogenous. Furthermore, short-run bidirectional causality is shown among PPs, ACPs and CPs in both sub-periods, which supports the feedback hypothesis of interdependency between the prices. The empirical results suggest that the decreased support in the agricultural sector, resulting from the changes of the CAP Health Check, has rendered ACPs more respondent to market signals, highlighting a more liberalized market. Essay 2 (discussed in Chapter 4) assesses the price transmission mechanism along the European food supply chain, employing an asymmetric panel vector error correction model (VECM). Panel data comprising agricultural commodity (farmer), producer (processor) and consumer (retailer) prices from nineteen European countries, covering the period 01.2005 to 03.2015, are utilized. The period is split into two sub-periods, before and after the 2008 CAP Health Check (i.e. 01.2005 to 12.2008 and 01.2009 to 03.2015), in order to assess how the price asymmetries on the price transmission mechanism have evolved under the impacts of the CAP Health Check. The results of the Pedroni tests indicate cointegration among the price series and the long-run relationship is obtained through two estimation methods (i.e. fully modified OLS and dynamic OLS). Positive asymmetry is observed from farmer to processor and from processor to retailer before the CAP Health Check. On the other hand, after the CAP Health Check price transmission becomes symmetric. This finding implies that the decreases in the support for agriculture have led to a more efficient price transmission mechanism. Essay 3 (discussed in Chapter 5) explores how the Free Trade Agreements and the liberalization policies, in the aftermath of the 2008 CAP Health Check, have affected the spatial price co-movements between the dairy markets of the EU, Oceania and the US. Two main dairy products are considered, namely, butter and whole milk powder (WMP) and the approach adopted applies the statistical tool of R-Vine copulas in order to assess the development in tail dependence between the price series. The time span for butter (i.e. 02.2000 to 05.2017) and for WMP (i.e. 01.2000 to 05.2017) is split in 12.2007 so as to capture the impact due to the free trade agreements and the liberalization policies in price tail dependence and the potential of each region to act as the central market (i.e. a region establishing direct connections with more than one other regions). The empirical results highlight that the EU acts as the central market for butter in both sub-periods, while regarding WMP, the EU succeeds Oceania as the central market from one sub-period to another. Furthermore, the findings of this study indicate slight increases in the tail dependence in the butter market; and in the WMP market for the pairs EU-OCE and EU-US. On the other hand, tail dependence for the WMP prices between Oceania and the US decreases, which is attributed to the 2013 Chinese ban on milk powder imports from Oceania, resulting in the collapse of tail dependence. Essay 4 (discussed in Chapter 6) investigates the effects of the liberalization policies and the main free trade agreements, in the spatial price transmission between the main skimmed milk powder (SMP) markets (i.e. the EU, Oceania and the US). To this end both parametric and non-parametric, time-varying copulas are applied on bi-weekly data between 09/1998 and 05/2017. Findings of this study demonstrate the increasing overall price dependence between the EU, Oceania and the US. The highest degree of integration is found between the EU and Oceania, followed by the EU and the US, whereas the lowest degree of integration is seen between Oceania and the US.
  • ItemOpen Access
    Η εμπειρία του καταναλωτή στις οινοποιητικές μονάδες και η επίδρασή της στην αγοραστική του συμπεριφορά : παράγοντες που τη συνθέτουν και ο βαθμός επίδρασής τους
    Λέρη, Ιφιγένεια; Θεοδωρίδης, Προκόπης; Θεοδωρίδης, Προκόπης; Μπεληγιάννης, Γρηγόριος; Μπαλτάς, Γεώργιος; Βλαχοπούλου, Μάρω; Καραγιάννη, Δέσποινα; Πατρώνης, Βασίλειος; Πανόπουλος, Αναστάσιος; Leri, Ifigeneia
    Από τη δεκαετία του 80’ η σημασία που δίνουν οι καταναλωτές στο εμπειρικό στοιχείο των υπηρεσιών έχει αυξηθεί σημαντικά. Αυτός είναι και ο λόγος που στα τέλη της δεκαετίας του 90’ εμφανίστηκε μία νέα προσέγγιση του μάρκετινγκ, το μάρκετινγκ εμπειριών (experiential marketing). Η προσέγγιση αυτή θεωρεί πως οι υπηρεσίες δεν αποτελούν πλέον τις πιο σημαντικές προσφορές των επιχειρήσεων. Αντίθετα, βασικό στοιχείο γίνεται η εμπειρία, η οποία αντιπροσωπεύει τις προσωπικές αισθήσεις των καταναλωτών και την ικανοποίηση των αναγκών τους. Με άλλα λόγια, το μάρκετινγκ εμπειριών αποτελεί μία προσέγγιση η οποία αντιτίθεται στην απλή αγορά υπηρεσιών και τονίζει την εξαιρετική σημασία της βίωσης εμπειριών κατά την κατανάλωση. Ωστόσο, η υιοθέτηση της προσέγγισης αυτής από τις σύγχρονες επιχειρήσεις, έγινε σταδιακά. Βέβαια, αυτό είχε ως αποτέλεσμα σήμερα να μιλάμε για επιχειρήσεις που είναι προσανατολισμένες στην παροχή αξιοσημείωτων εμπειριών στους καταναλωτές. Ακόμη, ερευνητικά έχει αποδειχθεί πως τα στοιχεία του περιβάλλοντος του «εργοστασίου» παροχής μιας υπηρεσίας, καθώς και οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των καταναλωτών που βρίσκονται ταυτοχρόνως στον ίδιο χώρο επιδρούν σημαντικά στην εμπειρία κατανάλωσης. Επιπρόσθετα, ένα ακόμα χαρακτηριστικό του σύγχρονου καταναλωτή είναι η αναζήτηση ευχαρίστησης από τις αγορές του. Η ευχαρίστηση αυτή είναι αποτέλεσμα της συναισθηματικής σημασίας που αυτός βρίσκει στις υπηρεσίες που καταναλώνει. Μάλιστα, διαχρονικά πολλοί ερευνητές υποστήριξαν πως τα συναισθήματα από την εμπειρία επιδρούν στη συμπεριφορά και στις στάσεις του καταναλωτή. Στην παρούσα εργασία θα μελετήσουμε την επίδραση των στοιχείων που συνθέτουν μία εμπειρία στα συναισθήματα του καταναλωτή, τη μετέπειτα επίδραση των συναισθημάτων αυτών στην ικανοποίησή του, καθώς και την επακόλουθη επίδραση της ικανοποίησης του καταναλωτή στις προθέσεις συμπεριφοράς του. Επιπρόσθετα, διερευνούμε και την επίδραση των στοιχείων της προσωπικότητας του καταναλωτή στα συναισθήματά του από την εμπειρία. Η προσοχή μας επικεντρώνεται στον τομέα του τουρισμού, και πιο συγκεκριμένα στον τομέα του οινικού τουρισμού στην Ελληνική περιφέρεια. Ακόμη, η παρούσα αποτελεί την πρώτη εμπειρική έρευνα που προσεγγίζει την έννοια της εμπειρίας ολιστικά με την ταυτόχρονη διερεύνηση της επίδρασης των στοιχείων που συνθέτουν την εμπειρία στα συναισθήματα του επισκέπτη, το ρόλο των συναισθημάτων αυτών στην πρόβλεψη της ικανοποίησης του επισκέπτη και την επίδραση της ικανοποίησης στις προθέσεις συμπεριφοράς του επισκέπτη. Ο κύριος σκοπός της παρούσας έρευνας είναι η βελτίωση της υπάρχουσας βιβλιογραφίας που αφορά το μάρκετινγκ εμπειριών, τη συμπεριφορά του καταναλωτη και τον οινικό τουρισμό. Πιο αναλυτικά, η εργασία αποτελείται από οχτώ κεφάλαια. Τα πέντε πρώτα κεφάλαια αφορούν το θεωρητικό μέρος, το έκτο και το έβδομο κεφάλαιο το ερευνητικό μέρος και στο όγδοο κεφάλαιο παρουσιάζονται τα συμπεράσματα του ερευνητικού μέρους. Πιο συγκεκριμένα, το Κεφάλαιο 1 αναφέρεται στην εννοιολογική προσέγγιση του όρου της υπηρεσίας, στην ανάλυση του περιβάλλοντος παροχής της υπηρεσίας (Servicescape) και στο ρόλο των υπόλοιπων καταναλωτών που βρίσκονται στο «εργοστάσιο» παροχής μιας υπηρεσίας. Στο Κεφάλαιο 2 γίνεται εννοιολογική προσέγγιση της εμπειρίας και του μάρκετινγκ εμπειριών. Στο Κεφάλαιο 3 γίνεται αναλυτική παρουσίαση της έννοιας του συναισθήματος και της έννοιας της συμπεριφοράς του καταναλωτή, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στους πέντε παράγοντες της προσωπικότητας (BFF). Στο Κεφάλαιο 4 γίνεται περιγραφή του διεθνούς, του ευρωπαϊκού και του ελληνικού οινοποιητικού κλάδου, ενώ παρουσιάζεται και η έννοια του οινικού τουρισμού. Στο Κεφάλαιο 5 επικεντρωνόμαστε στον τομέα του τουρισμού διερευνώντας την έννοια της τουριστικής εμπειρίας, τις προθέσεις συμπεριφοράς του τουρίστα και τη σχέση ανάμεσα στην αξιολόγηση μιας τουριστικής εμπειρίας, στην ικανοποίηση του τουρίστα και στις προθέσεις συμπεριφοράς αυτού. Στο Κεφάλαιο 6 γίνεται παρουσίαση του ερευνητικού μοντέλου, των ερευνητικών υποθέσεων και της μεθοδολογίας της έρευνας. Στο Κεφάλαιο 7 παρουσιάζονται αναλυτικά τα αποτελέσματα της έρευνας και γίνεται έλεγχος των ερευνητικών υποθέσεων. Τέλος, στο Κεφάλαιο 8 παρουσιάζονται τα συμπεράσματα της ποσοτικής έρευνας και η χρησιμότητα της έρευνας αυτής για την παγκόσμια ακαδημαϊκή κοινότητα και για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα του οινικού τουρισμού. Ακόμη, στο κεφάλαιο αυτό παρουσιάζονται οι περιορισμοί της έρευνας και οι προτάσεις για διεξαγωγή μελλοντικών ερευνών.
  • ItemOpen Access
    Ανάπτυξη καινοτόμων βιοδιασπώμενων υβριδικών υλικών με χρήση ανανεώσιμων πρώτων υλών
    Κατερινοπούλου, Αικατερίνη; Λάνταβος, Αθανάσιος; Τριανταφυλλίδης, Κωνσταντίνος; Σταθόπουλος, Βασίλειος; Πομώνης, Φίλιππος; Παϊπέτης, Αλκιβιάδης; Μπάρκουλα, Νεκταρία; Αυγουρόπουλος, Γεώργιος; Katerinopoulou, Katerina
    Αντικείμενο της εργασίας είναι η σύνθεση και η μελέτη των αλληλεπιδράσεων και των ιδιοτήτων νανοσύνθετων φιλμ αμύλου με φυλλόμορφους αργίλους. Η άργιλος που χρησιμοποιήθηκε κυρίως ήταν ο υδρόφιλος μοντμοριλλονίτης νατρίου (NaMMT), ενώ πραγματοποιήθηκαν πειράματα κυρίως με άμυλο καλαμποκιού και ακετυλιωμένο άμυλο καλαμποκιού. Διερευνήθηκε η δυνατότητα βελτίωσης ιδιοτήτων φιλμ αμύλου μέσω της ανάπτυξης νανοσύνθετων υλικών με ενσωμάτωση διάφορων ποσοστών νανο-αργίλου. Επιπλέον, μελετήθηκε η επίδραση πρόσθετων υλικών όπως γλυκερόλης και πολυβινυλαλκοόλης, στην τελική δομή και στις ιδιότητες των νανοσύνθετων υλικών, με στόχο τη βελτίωση των θερμικών και μηχανικών ιδιοτήτων, καθώς και την μείωση της ταχύτητας διέλευσης σε υγρασία των τελικώς λαμβανόμενων φιλμ. Επίσης, διερευνήθηκε η διαδικασία βιοαποικοδόμησης των νανοσύνθετων αυτών υλικών.
  • ItemOpen Access
    Σχεδίαση, ανάπτυξη και εφαρμογή ευφυών αλγορίθμων υπολογιστικής νοημοσύνης σε προβλήματα εύρεσης βέλτιστου ωρολογίου προγράμματος εργασίας για το προσωπικό δημοσίων και ιδιωτικών φορέων
    Σώλος, Ιωάννης; Μπεληγιάννης, Γρηγόρης; Μπεληγιάννης, Γρηγόρης; Λυκοθανάσης, Σπυρίδωνας; Χατζηλυγερούδης, Ιωάννης; Αδαμίδης, Κωνσταντίνος; Βουτσινάς, Βασίλειος; Πλαγιανάκος, Βασίλειος; Γεωργόπουλος, Ευστράτιος; Solos, Ioannis
    Η παρούσα Διδακτορική Διατριβή σχετίζεται με τη σχεδίαση, ανάπτυξη και εφαρμογή ευφυών αλγορίθμων Υπολογιστικής Νοημοσύνης σε προβλήματα εύρεσης βέλτιστου ωρολογίου προγράμματος εργασίας για το προσωπικό δημοσίων και ιδιωτικών φορέων. Το βασικό αντικείμενό της είναι η επίλυση του προβλήματος nurse rostering, ενώ ασχολείται και με την επίλυση του προβλήματος truck driver scheduling. Το γενικότερο επιστημονικό πεδίο στο οποίο εστιάζει η συγκεκριμένη Διδακτορική Διατριβή, είναι η Υπολογιστική Νοημοσύνη και οι αλγόριθμοι οι οποίοι διέπονται από της αρχές αυτής, προκειμένου να επιλυθούν προβλήματα προερχόμενα από τον ευρύτερο χώρο της Επιχειρησιακής Έρευνας. Τα προβλήματα nurse rostering και truck driver scheduling είναι από τα πιο δημοφιλή ανάμεσα στους επιστήμονες του χώρου, ενώ είναι γνωστό ότι είναι NP–complete στη γενική τους μορφή. Ως εκ τούτου, η δυσκολία επίλυσής τους τα καθιστά ιδιαίτερα ενδιαφέροντα. Δεν είναι δυνατόν να βρεθεί ντετερμινιστική μέθοδος επίλυσής τους, η οποία να τα επιλύει σε ικανοποιητικό βαθμό σε αποδεκτό χρόνο. Και αυτό διότι, η υπολογιστική τους πολυπλοκότητα, όσον αφορά το χρόνο επίλυσής τους, αυξάνει εκθετικά καθώς αυξάνεται το μέγεθός τους. Αυτός είναι ο λόγος που μας οδήγησε στη χρήση πιθανοτικών αλγορίθμων Υπολογιστικής Νοημοσύνης, οι οποίοι τελικά, είναι σε θέση να παράγουν ένα σχεδόν βέλτιστο πρόγραμμα σε αποδεκτό χρόνο.
  • ItemOpen Access
    Σχεδίαση, ανάπτυξη και εφαρμογή αλγορίθμων υπολογιστικής νοημοσύνης σε προβλήματα εύρεσης βέλτιστου ωρολογίου προγράμματος σε σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (school timetabling) και χρονοπρογραμματισμού (scheduling)
    Τασσόπουλος, Ιωάννης; Μπεληγιάννης, Γρηγόριος; Λυκοθανάσης, Σπυρίδων; Χατζηλυγερούδης, Ιωάννης; Αδαμίδης, Κωνσταντίνος; Βουτσινάς, Βασίλειος; Πλαγιαννάκος, Βασίλειος; Γεωργόπουλος, Ευστράτιος; Tassopoulos, Ioannis
    Ο σκοπός της παρούσας Διδακτορικής Διατριβής είναι η διερεύνηση της συμπε-ριφοράς καινοτόμων αλγορίθμων της Υπολογιστικής Νοημοσύνης, όσον αφορά στην κατασκευή ποιοτικών ωρολογίων προγραμμάτων για σχολεία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Είναι γεγονός ότι, τα τελευταία χρόνια, το δύσκολο έργο της κατασκευ-ής ωρολογίων προγραμμάτων σε λίγες μόνο περιπτώσεις επιτελείται χωρίς την βοή-θεια Η/Υ. Συνήθως χρησιμοποιείται κάποιο λογισμικό, το οποίο υλοποιεί έναν αλγό-ριθμο που είναι σε θέση να παράξει ένα ωρολόγιο πρόγραμμα, που να καλύπτει κατά το μεγαλύτερο μέρος τις λειτουργικές ανάγκες ενός σχολείου, μέσα σε διάστημα που κυμαίνεται από λίγα λεπτά έως λίγες ώρες. Στην διεθνή επιστημονική κοινότητα υ-πάρχει συνεχώς αυξανόμενο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη νέων αλγορίθμων, οι οποί-οι θα βελτιώνουν διαρκώς την ποιότητα των ωρολογίων προγραμμάτων, θα εκμεταλ-λεύονται τις διαρκώς βελτιούμενες δυνατότητες των Η/Υ και θα στηρίζονται σε νέες θεωρητικές και πρακτικές ανακαλύψεις του χώρου της Πληροφορικής. Υπάρχει συνε-πώς πρόσφορο έδαφος για την ανακάλυψη νέων αλγορίθμων ή/και μεθοδολογιών που επιστρατεύονται για την λύση του αντίστοιχου προβλήματος. Το γεγονός αυτό γέννησε την ιδέα του πειραματισμού με αλγορίθμους της Υπολογιστικής Νοημοσύνης, οι οποίοι δεν έχουν εφαρμοστεί στο παρελθόν για την επίλυση του αντίστοιχου προ-βλήματος και της διερεύνηση της συμπεριφοράς τους. Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε, εν ολίγοις συνοψίζεται στην πρακτική και θεωρητική μελέτη του προβλήματος, στην ανασκόπηση της σχετικής διεθνούς βιβλιο-γραφίας, καθώς και στην επιλογή, τροποποίηση και εφαρμογή ενός καταξιωμένου αλ-γορίθμου σε παρεμφερή προβλήματα, που όμως να μην έχει εφαρμοστεί πριν στο συ-γκεκριμένο πρόβλημα. Επίσης, η μεθοδολογία συνίσταται στην εύρεση ενός αναγνω-ρισμένου συνόλου δεδομένων (data set) που να αντικατοπτρίζει ρεαλιστικές καταστά-σεις και που να έχει ήδη χρησιμοποιηθεί σε προγενέστερες ερευνητικές προσπάθειες. Με αυτόν τον τρόπο, είναι δυνατή η άμεση και δίκαιη σύγκριση των όποιων αποτελε-σμάτων της Διατριβής και η εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για την ποιότητα τους, σε πραγματικά προβλήματα. Στην παρούσα Διδακτορική Διατριβή παρουσιάζονται τρείς πρωτότυποι υβριδι-κοί αλγόριθμοι, οι οποίοι επιλύουν το πρόβλημα κατασκευής ωρολογίων προγραμμά-των σχολείων της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης κατά σχεδόν βέλτιστο τρόπο. Οι υ-βριδικοί αλγόριθμοι αυτοί βασίζονται στον γνωστό αλγόριθμο Particle Swarm Optimi-zation (PSO). Ο αλγόριθμος PSO μετασχηματίστηκε έτσι ώστε να μπορεί να εφαρμο-στεί στο διακριτό χώρο έρευνας του προβλήματος. Οι τρείς πρωτότυπες εκδοχές που παρουσιάζονται αποτελούν διαδοχικές προσπάθειες και προσεγγίσεις για την επίλυση του School Timetabling προβλήματος. Οι αλγόριθμοι και τα αποτελέσματα που παρή-χθησαν έχουν δημοσιευθεί σε έγκυρα διεθνή περιοδικά. Περισσότερες πληροφορίες για τις δημοσιεύσεις υπάρχουν στην ενότητα «Δημοσιεύσεις που πραγματοποιή-θηκαν στα πλαίσια της παρούσας Διατριβής και συμμετοχή σε Συνέδρια» του Παραρτήματος. Επίσης, με εργαλείο τον Μεικτό Ακέραιο Προγραμματισμό (MIP), επι-χειρήθηκε η εύρεση των ανώτατων ποιοτικών ορίων των ωρολογίων προγραμμάτων που αντιστοιχούν στα αντίστοιχα δεδομένα που επελέγησαν. Τέλος, τα παραχθέντα αποτελέσματα συγκρίνονται με αντίστοιχα άλλων ερευνητών καθώς και με αυτά που παράγει το λογισμικό aSc–Timetables. Το συγκεκριμένο λογισμικό χρησιμοποιείται ευρέως στα σχολεία της Ελληνικής επικράτειας και όχι μόνο. Όσον αφορά στην καινοτομία της παρούσας Διατριβής και στην συνεισφορά της στην ερευνητική κοινότητα, αυτή συνίσταται στην επιλογή του αλγορίθμου Particle Swarm Optimization (PSO), ο οποίος εφαρμόζεται για πρώτη φορά στο συγκεκριμένο πρόβλημα. Η πρωτότυπη προσαρμογή του PSO, ώστε αυτός να μπορεί να εφαρμο-στεί σε διακριτό χώρο, αποτελεί μια ακόμη καινοτομία. Άλλωστε, το γεγονός ότι, τελι-κά, τα αποτελέσματα που παρήχθησαν είναι μακράν καλύτερα από αντίστοιχα αποτε-λέσματα προγενέστερων ερευνητικών προσπαθειών, συνηγορούν υπέρ της καινοτο-μίας της Διατριβής. Επίσης, για πρώτη φορά επιχειρείται η εύρεση των τελικών βέλτι-στων ποιοτικών ορίων των ωρολογίων προγραμμάτων, τα οποία βασίζονται στα αρ-χεία εισόδου του data set το οποίο επελέγη και το οποίο έχει χρησιμοποιηθεί αρκετές φορές από άλλους ερευνητές. Η προσπάθεια εύρεσης των τελικών βέλτιστων ορίων στηρίζεται σε ακριβείς μεθόδους και μάλιστα σε μεθόδους του Μεικτού Ακέραιου Προ-γραμματισμού (MIP), όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι, στα πλαίσια Διπλωματικής εργασίας, αναπτύχθηκε ένα ολοκληρωμένο Πληροφο-ριακό σύστημα, το οποίο βασίζεται στους αλγορίθμους οι οποίοι αναπτύχθηκαν για τους σκοπούς της παρούσας Διατριβής, και δίνει πλέον την δυνατότητα σε σχολεία της Ελληνικής επικράτειας να δημιουργήσουν ωρολόγιο πρόγραμμα που θα καλύπτει τις ανάγκες τους και μάλιστα χωρίς χρέωση. Το γεγονός της δημιουργίας του εν λόγω Πληροφοριακού Συστήματος αναδεικνύει την πρακτική αξία της Διδακτορικής διατρι-βής.
  • ItemOpen Access
    Δυνατότητα εξυγίανσης εδαφών με προβλήματα νιτρορρύπανσης με την καλλιέργεια της κουινόα
    Κακαμπούκη, Ιωάννα; Χελά, Δήμητρα; Χελά, Δήμητρα; Ευθυμιάδης, Παναγιώτης; Πατάκας, Άγγελος; Δαναλάτος, Νικόλαος; Καλαβρουζιώτης, Ιωάννης; Παπαστυλιανού, Παναγιώτα; Ζαχαρίας, Ιερόθεος; Kakabouki, Ioanna
    Σε πειραματικό αγρό εγκαταστάθηκε πείραμα με καλλιέργεια κουινόα (Chenopodium quinoa) κατά τα έτη 2011, 2012 και 2013. Σκοπός του πειράματος ήταν να αξιολογηθεί η δυνατότητα της καλλιέργειας της κουινόα ως φυτό εξυγίανσης εδαφών με μεγάλη συγκέντρωση νιτρικών. Αξιολογήθηκε ο συνδυασμός δύο συστημάτων εδαφοκατεργασίας (συνήθης και μειωμένης) και τεσσάρων λιπάνσεων (ΝΡΚ 10Ν, 20Ν, κοπριά και μάρτυρας). Για την αξιολόγηση χρησιμοποιήθηκαν οι δείκτες NUE, NUtE, Nuptake, Nitrogen Harvest Index, Nitrogen Agronomic Efficiency, ο ρυθμός μεταβολής περιεκτικότητας Ν στο φυτό και ο ρυθμός μεταβολής νιτρικών στο έδαφος. Επίσης αξιολογήθηκαν εδαφικά και καλλιεργητικά χαρακτηριστικά και οι αποδόσεις σε σπόρο, άζωτο και πρωτεΐνη. Μεταξύ των συστημάτων εδαφοκατεργασίας δεν βρέθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στις περισσότερες εδαφικές και φυτικές παραμέτρους. Η καλλιέργεια της κουινόα έδειξε θετική αντίδραση στην υψηλή λίπανση με Ν (20Ν) με ταυτόχρονη αύξηση του ριζικού συστήματος και αύξηση της συγκέντρωσης Ν (%) στο υπέργειο και παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις μεταξύ της συγκέντρωσης των νιτρικών και του ριζικού συστήματος καθώς και της συγκέντρωσης των νιτρικών και της συσσώρευσης του Ν στο υπέργειο. Η παραγόμενη φυτομάζα και η υψηλή συγκέντρωση σε πρωτεΐνη ανέδειξαν την κουινόα ως εξαιρετική ζωοτροφή και οι τιμές των δεικτών ADF και NDF ως ζωοτροφή κατάλληλη για μηρυκαστικά. Η εξίσωση μείωσης των νιτρικών ακολούθησε την γενική εξίσωση y=ae^(-x) όπου ο ρυθμός μείωσης των νιτρικών στη λίπανση 20Ν ήταν διπλάσιος σε σχέση με το μάρτυρα. Επίσης ο ρυθμός συσσώρευσης Ν στο υπέργειο ήταν μεγαλύτερος στη λίπανση 20Ν. Ο δείκτης NUE στη μεταχείριση 20Ν ήταν μεγαλύτερος της μονάδας γεγονός που αποδεικνύει την δυνατότητα του φυτού για εξυγίανση λόγω απορρόφησης εδαφικού Ν πλέον της λίπανσης (πλεονασματικό εδαφικό Ν). Ο δείκτης Nitrogen Agronomic Efficiency παρουσίασε τη μεγαλύτερη τιμή του στη λίπανση 10Ν γεγονός που δίνει την optimum λίπανση για τη συγκεκριμένη καλλιέργεια και για Μεσογειακές συνθήκες. Ο ρυθμός συσσώρευσης του Ν ανά ημέρα ήταν μεγαλύτερος στη λίπανση 20Ν . Η καλλιέργεια λοιπόν της κουινόα μπορεί να απορροφά σύντομα το πλεονασματικό Ν (έως 120ΗΑΣ) και να το μετατρέπει σε πρωτεΐνη κατάλληλη για ζωοτροφή και άλλες χρήσεις. Παράγει λοιπόν τεράστιες ποσότητες ξηρής φυτομάζας (8-9tn/ha) και πρωτεΐνης (1,7-1,9 tn/ha) όταν βρίσκεται σε εδάφη με μεγάλες συγκεντρώσεις νιτρικών.
  • ItemOpen Access
    Μαθηματική μοντελοποίηση και βελτιστοποίηση προβλημάτων διαχείρισης αποθεμάτων στην εφοδιαστική αλυσίδα
    Κρομμύδα, Ίρις - Πανδώρα; Αδαμίδης, Κωνσταντίνος; Παπαχρήστος, Σωτήριος; Αδαμίδης, Κωνσταντίνος; Λαγοδήμος, Αθανάσιος; Σκούρη, Κωνσταντίνα; Συντέτος, Άρης; Μπεληγιάννης, Γρηγόριος; Παρσόπουλος, Κωνσταντίνος; Κωνσταντάρας, Ιωάννης; Krommyda, Iris-Pandora
    Δεδομένου ότι η αξία των αποθεμάτων που διατηρεί μια επιχείρηση αντιπροσωπεύει ένα μεγάλο μέρος των συνολικών εξόδων της, γίνεται σαφές ότι η αποτελεσματική διαχείριση τους αποτελεί ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για αυτήν. Η παρούσα διατριβή αποτελεί μια προσπάθεια στην κατεύθυνση της μοντελοποίησης προβλημάτων διαχείρισης αποθεμάτων και εύρεσης της βέλτιστης πολιτικής τους υπό συνδυασμό υποθέσεων που ανταποκρίνονται σε πραγματικές καταστάσεις και δεν έχουν εξετασθεί μέχρι τώρα. H δομή της διατριβής έχει ως εξής: Αρχικά, στο 1ο κεφάλαιο γίνεται μια εισαγωγή και αναλύονται τα βασικά χαρακτηριστικά των μοντέλων που μελετώνται στην παρούσα διατριβή. Στη συνέχεια παρουσιάζονται τρία συστήματα διαχείρισης αποθεμάτων με βάση αυτά τα χαρακτηριστικά. Συγκεκριμένα, στο 2ο κεφάλαιο παρουσιάζεται ένα μοντέλο διαχείρισης αποθεμάτων προϊόντων με σταθερό ρυθμό φθοράς, θεωρώντας ότι η ζήτηση εξαρτάται από το διαθέσιμο απόθεμα. Υιοθετείται η υπόθεση του μη μηδενικού τελικού αποθέματος στο τέλος του κύκλου παραγγελίας καθώς μπορεί να αυξήσει το κέρδος, εξαιτίας των εσόδων που οφείλονται στη αυξημένη ζήτηση. O προμηθευτής του προϊόντος προσφέρει περίοδο πίστωσης στον αγοραστή για την εξόφληση του κόστους αγοράς των προϊόντων. Στόχος είναι η μεγιστοποίηση του κέρδους υποθέτοντας περιορισμένη χωρητικότητα του αποθηκευτικού χώρου. Στο 3ο κεφάλαιο παρουσιάζεται ένα μοντέλο που αφορά την εύρεση της βέλτιστης ποσότητας παραγγελίας, για δυο αμοιβαία υποκατάστατα προϊόντα, των οποίων η ζήτηση είναι συνάρτηση του διαθέσιμου επιπέδου αποθέματος. Τέλος, στο 4ο κεφάλαιο παρουσιάζεται ένα σύστημα ελέγχου αποθεμάτων προϊόντων που υπόκεινται σε φθορά (με χρονική υστέρηση) και των οποίων η ζήτηση είναι συνάρτηση της τιμής πώλησης και του χρόνου. Η αποθήκευση του προϊόντος, σε περίπτωση περιορισμένης χωρητικότητας της ιδιόκτητης αποθήκης, μπορεί να γίνει και σε μία ενοικιαζόμενη αποθήκη. Η ζήτηση, όταν παρατηρείται έλλειψη αποθέματος, ικανοποιείται μερικώς κατά ένα ποσοστό, το οποίο είναι μη αύξουσα συνάρτηση του χρόνου αναμονής μέχρι την επόμενη παραλαβή παραγγελίας. Για το συγκεκριμένο πρόβλημα προτείνεται ένας απλός αλγόριθμος για τον καθορισμό της βέλτιστης πολιτικής τιμολόγησης και παραγγελίας. Τέλος, συμπεράσματα και κάποιες προτεινόμενες κατευθύνσεις για περαιτέρω έρευνα δίνονται στο 5ο κεφάλαιο.
  • ItemOpen Access
    Examination of the price transmission and volatility of the main agricultural and food product categories
    Παχής, Δημήτρης; Κοντογεώργος, Αχιλλέας; Αδαμίδης, Κωνσταντίνος; Κυρίκος, Δημήτρης; Σκούρας, Δημήτρης; Τσιμπούκας, Κωνσταντίνος; Μάττας, Κωνσταντίνος; Σέμος, Αναστάσιος; Pachis, Dimitris
    The Greek agricultural sector constitutes a major part of the national economy thus the study of the supply chain can offer valuable insights of the interactions among market participants. Especially, the price interactions among the market levels mirror the interactions between the market fundamentals namely supply and demand. Moreover, the study of the price transmission mechanisms of the agricultural markets reflects the formation of the economic decisions of the agents based on market prices which reveal the quantities they are willing to buy and sell. Furthermore, the market prices monitoring by policy makers aims at assessing the competition conditions in the market and assuming relative action when the welfare of market participants is at stake especially when they do not have the means to accommodate price changes. This study investigates the price transmission mechanisms of the Greek agricultural sector while focusing to three fresh vegetables namely potatoes, tomatoes and cucumbers. The price mechanisms are examined in conjunction to the Common Agricultural Policy framework. The price mechanisms are modeled via Vector Autoregressive processes and their Co-integrated variants for the mean and via Generalized Autoregressive Conditional Heteroskedastic processes for the variance. Three models are utilized for the examination of the price mechanisms. The first model investigated the price transmission mechanism between the producer and the consumer of the Greek food market while assessing the effects of the decoupling principle of the Common Agricultural Policy of the European Union. The empirical analysis uses the panel Vector Error Correction model for the depiction of the price mechanism. The second model investigates the price transmission mechanisms between the producer and the consumer for the fresh potatoes, tomatoes and cucumbers. The three products are selected on the base that they comprise a significant part of the vegetables production as well as of the total agricultural output while they do not need big investments for their production. The empirical analysis makes use of the Markov Switching Vector Error Correction model under the assumption that the producer and the consumer respond differently to price increases and decreases. The third model investigates the transmission of the volatility between the producer and consumer prices of fresh potatoes, tomatoes and cucumbers in Greece. The transmission mechanism of the volatility of the prices is modelled by the BEKK model while possible asymmetries are taken into consideration. The results of the study reveal that for the total agricultural sector, the producer does not respond to long-run price changes while the own effects of a shock are quickly absorbed, in contrast to the spillover effects of the shock. The implementation of decoupling seems to have benefited the consumer more in mitigating his responses to price shocks rather than the producer. Finally, the analysis of the fresh vegetable markets reveals the complexity of the price mechanisms and the diversified response of each product to price shocks.
  • ItemOpen Access
    Three essays about the evolution and relation of SAARC countries’ agricultural production
    Ahammad, Shaikh Mostak; Κοντογεώργος, Αχιλλέας; Κουρογένης, Νικολάος; Κλωνάρης, Στάθης; Σκούρας, Δημήτρης; Τσιμπούκας, Κωνσταντίνος; Μάττας, Κωνσταντίνος; Σέμος, Αναστάσιος; Αχαμάντ, Σαϊκ Μόστακ
    This dissertation presents three essays about the evolution and relation of SAARC countries’ agricultural production. Essay 1 (discussed in Chapter 2) examines the evolution of agricultural production in three SAARC countries: Bangladesh, India and Pakistan. The selection of these countries is based on their agricultural economic importance to the region, as they represent about 80% of the agricultural economy. The unobserved components model is used to decompose the per capita agricultural production of each country, and investigate the relationship of each component among these countries. The time period for the study is 1961–2010, and the FAO’s statistical data set is used. The smooth trend plus stochastic cycle methodology of Koopman et al. (2009) are used to estimate the model by maximum likelihood. The empirical results clearly demonstrate that India is positively correlated with Bangladesh in irregular components, but moderately correlated with Pakistan in growth. Finally, there is evidence of a stronger correlation between the three countries in short cycles than in long cycles. Essay 2 (discussed in Chapter 3) comprises two sections, in which section 3.1 investigates the short-term and long-term relationships as well as regime-switching behavior across the per capita agricultural production of Bangladesh, India and Pakistan, using vector error correction model (VECM) and Markov-switching VECM model (MS-VECM). This section used the same data set which is used in Essay 1. The empirical results confirm the existence of two long-term cointegrating vectors between the variables under consideration and demonstrate that an unexpected shock to the respective log per capita agricultural production of India and Pakistan causes transitory impacts. On the other hand, an unexpected shock to the log per capita agricultural production of Bangladesh causes a permanent disequilibrium in all variables. Finally, MS-VECM model has shown two volatility regimes (i.e. low and high volatility). The Markov-switching impulse responses have indicated that: (i) agricultural production adjustments in the first regime are smoother than those in the second regime, and (ii) these adjustments are faster in the case of a shock to the agricultural production of Pakistan than to the agricultural production of either Bangladesh or India. Section 3.2 investigates the dynamics of cross-country per capita agricultural production growth and volatility spillovers between Bangladesh, India, and Pakistan. This section uses per capita agricultural production data for the period from 1961 to 2012, obtained from the FAO’s statistical database, to construct and estimate a multivariate generalized autoregressive conditional heteroskedasticity (MGARCH) model. The MGARCH model is estimated utilizing the maximum likelihood method. The volatility impulse response functions (VIRF) are also applied to quantify the effects of independent shocks on expected conditional volatility. The model provides good statistical fit and the empirical results indicate significant cross-country per capita agricultural production volatility spillovers among these countries. Essay 3 (discussed in Chapter 4) comprises three sections. Since it is overwhelming recognized that energy is an important factor for the development of economic growth, this chapter examines the interaction between energy consumption and economic growth. In particular, section 4.1 examines the dynamic relationship between energy consumption and the three major sectoral outputs (agricultural, manufacturing and service) in 13 south and south-east Asian countries (i.e. Bangladesh, India, Nepal, Pakistan, Sri Lanka, Indonesia, Malaysia, the Philippines, Thailand, Singapore, Brunei Darussalam, Myanmar and Vietnam) using a panel data framework for the period 1971–2012. Besides, SAARC and ASEAN countries were selected since they are geographical neighbors. It undertakes panel cointegration analysis to investigate the long-run relationship between the variables. In addition, the panel vector error correction model (VECM) and impulse response functions (IRFs) are employed to examine the short- and long-run direction of causality and the effect of responses between energy consumption and the three sectoral outputs. The empirical results reveal that the long-run equilibrium relationship between energy consumption and the three sectoral outputs is positive and statistically significant, indicating the existence of long-run co-movement among the variables. The short- and long-run causality results support the existence of bidirectional causality between energy consumption and the three sectoral outputs, with the exception of the short-run causality between energy consumption and service sector output, which is unidirectional, running from service sector output to energy consumption. The IRFs show that the shocks of all the variables reach the equilibrium level within three to seven years from the initial shock. Sections 4.2 and 4.3 investigate the dynamic relationships between energy consumption and economic growth in nine south and south-east Asian countries (i.e. Bangladesh, Brunei Darussalam, India, Indonesia, Malaysia, Pakistan, the Philippines, Sri Lanka, and Thailand) using a panel data framework. The period for the study is 1990–2012, and the World Bank Development Indicators data set is used. Since the unit root tests evidenced mixed results, this dissertation uses both panel vector autoregression (VAR) and panel vector error correction model (VECM) methods to investigate the relationship between the variables. In addition, Granger causality tests and impulse response functions (IRFs) are employed to examine the direction of causality and the effect of responses between the variables. The panel cointegration analysis reveals that the long-run equilibrium relationship between real gross domestic product, energy consumption, real fixed capital formation and the total labor force are positive and statistically significant, indicating the existence of long-run co-movement among the variables. The panel Granger causality results evidence bidirectional causality effects between energy consumption and economic growth, which supports the feedback hypothesis, meaning that these variables have strong interdependency. The short- and long-run causality results (derived from the panel VECM) support the growth hypothesis in which unidirectional causality runs from energy consumption to economic growth, meaning that the economy of these countries is energy dependent. The IRFs show that the shocks of all the variables require a long period to reach the equilibrium level and the greatest response of each variable is attributed to its own shock.
  • ItemOpen Access
    Ποιότητα εταιρικών αποτελεσμάτων
    Πέππας, Γεώργιος; Φίλιος, Βασίλειος; Μπέλλας, Αθανάσιος; Κουμανάκος, Ευάγγελος; Βασιλείου, Δημήτριος; Κοντογεώργος, Αχιλλέας; Τζελέπης, Δημήτριος; Τσαγκανός, Αθανάσιος; Peppas, Georgios
    Η ποιότητα των εταιρικών αποτελεσμάτων αποτελεί διαχρονικό ζήτημα στην λογιστική και χρηματοοικονομική επιστήμη. Δεδομένου ότι οι χρήστες των οικονομικών καταστάσεων είναι πολλοί, η χειραγώγηση των εταιρικών αποτελεσμάτων αποτελεί ένα πολυσύνθετο πρόβλημα. Στην παρούσα εργασία εξετάζονται ειδικές περιπτώσεις στην Ελλάδα, καθώς και το μέγεθος της χειραγώγησης των πωλήσεων και των κερδών σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πιο συγκεκριμένα μελετόνται με την χρήση μοντέλων ασυνέχειας η χειραγώγηση κερδών και πωλήσεων στις χώρες της Ε.Ε., παρατηρούμε ότι σε κάποιες χώρες εμφανίζεται μεγαλύτερη χειραγώγηση των πωλήσεων από ότι στα κέρδη. Επιπλέον εξετάζεται κατά πόσο οι εταιρείες που προβαίνουν σε δημόσια πρόταση χειραγωγούν τα κέρδη τους προκειμένου να εξέλθουν από το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. Τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν ότι οι εταιρείες χειραγώγησαν τα κέρδη τους. Οι επενδυτές θα πρέπει να δείχνουν ιδιαίτερη προσοχή όταν υπάρχει μεγάλη συγκέντρωση μετοχών και η μετοχή είναι υποτιμημένη λόγω της πτώσης του χρηματιστηρίου. Τέλος ελέγχεται κατά πόσο είναι εφικτό να προβλέφθεί η επαναδιατύπωση των ισολογισμών με τα υφιστάμενα μοντέλα χειραγώγησης κερδών Beneish (1991) και το τροποποιημένο μοντέλο της Jones (Dechow και λοιποί, 1995), Η αποτυχία τους δείχνει ότι ακόμη υπάρχει περιθώριο βελτίωσης στα μοντέλα χειραγώγησης των κερδών.