Τμήμα Φιλοσοφίας (ΔΔ)

Permanent URI for this collection

Browse

Recent Submissions

Now showing 1 - 17 of 17
  • ItemOpen Access
    Η κατηγορία της Ζωής στον Πρόκλο και οι οντοθεολογικές θεμελιώσεις της. Μελέτη περίπτωσης : τέταρτο βιβλίο Περὶ τῆς κατὰ Πλάτωνα Θεολογίας
    (2024-03-29) Θεοδωράκη, Σπυριδούλα; Theodoraki, Spyridoula
    Αντικείμενο μελέτης τής εν λόγω διατριβής αποτελεί το τέταρτο βιβλίο τής πραγματείας Περὶ τῆς κατὰ Πλάτωνα Θεολογίας –και πιο συγκεκριμένα τα κεφάλαια 1-4 και 27-39–, στο οποίο ο νεοπλατωνικός Πρόκλος ασχολείται με την οντολογική κατηγορία της ζωῆς, η οποία κατέχει την δεύτερη θέση στο μεταφυσικό σχήμα του εἶναι-ζωή-νοῦς, το δομούμενο υπό το τριαδικό οργανόγραμμα μονή-πρόοδος-ἐπιστροφή. Προκειμένου να αναδειχθούν οι θέσεις τού Πρόκλου περί τής ζωῆς, εστιάζουμε καταρχάς στο κατά πόσον ο ίδιος ακολουθεί την μεθοδολογία τού Πλάτωνος και στον τρόπο διά τού οποίου εξετάζει τα πλατωνικά μεταφυσικά σχήματα. Εν συνεχεία, διερευνούμε αν οι κατηγορίες τού πλατωνικού διαλόγου Παρμενίδης εκλαμβάνονται από τον ίδιον ως αντικειμενικές μεταφυσικές πραγματικότητες ή ως εννοιολογικές κατασκευές τού ανθρωπίνου νού και έτσι φέρουμε στο προσκήνιο την διάκριση μεταξύ ρεαλισμού και νομιναλισμού. Ερευνητικό ενδιαφέρον μας αποτελεί εάν ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος υιοθετεί τον εννοιολογικό ρεαλισμό, δηλαδή εάν δέχεται ότι τα καθόλου –και κατά μείζονα λόγον η ζωή– έχουν απόλυτη θεία ύπαρξη ανεξάρτητη από τα φυσικά όντα (μεταφυσική τής υπερβατικότητας), εάν οι μεταφυσικές πραγματικότητες εκδηλώνονται αιτιακά και παράγουν τον φυσικό κόσμο (μεταφυσική τής εμμένειας) και εάν η αιτιακή παρουσία τους μπορεί να αποτελέσει περιεχόμενο της ανθρώπινης νόησης και να αποτυπωθεί με εννοιολογικά σχήματα. Αναφορικά με τις οντοθεολογικές θεμελιώσεις τής ζωῆς, ερευνούμε εξαντλητικά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο κλάδος τής Οντοθεολογίας στην πραγματεία Περὶ τῆς κατὰ Πλάτωνα Θεολογίας και τις αντιστοιχίες ανάμεσα στις οντολογικές κατηγορίες τού Πλάτωνος και στις θεότητες τις οποίες ο Πρόκλος υιοθετεί, επιχειρώντας ο ίδιος να αναδείξει την θεογενετική διαδικασία και την εξ αυτής απορρέουσα παραγωγή τού φυσικού κόσμου. Εισέτι, εστιάζουμε στις πλατωνικές θεωρίες περί των ἰδεῶν και περί των ἀριθμῶν και στον οντολογικό ρόλο τους. Τέλος, εξετάζουμε το αν και πώς ο Πρόκλος εφαρμόζει τον συνήθη εκλεκτικισμό του, δηλαδή το αν προβαίνει σε διυλισμένες ανακατασκευές τού ιστορικού παρελθόντος και αν τελικά ρητά δηλοί τις επιρροές τού διδασκάλου του, του Συριανού. Διαπιστώνουμε ότι στα όσα μελετήσαμε δεν ακολουθεί τις σταθερές επιλογές του, αλλά ότι παρουσιάζεται ως ένας αυτόνομος διανοητής, προβάλλοντας εμμέσως ότι είναι ο κατεξοχήν ή και ο αποκλειστικός αυθεντικός ερευνητής των θεωρητικών επιλογών τού Πλάτωνος.
  • ItemOpen Access
    Τα πάθη της ψυχής και η θεραπεία τους : Στωικοί και Επίκουρος
    (2023-03-21) Πουλακίδας, Παναγιώτης; Poulakidas, Panagiotis
    Αντικείμενο της διατριβής μας είναι η ανάλυση των συναισθημάτων όπως αυτά παρουσιάζονται στα φιλοσοφικά συστήματα των πρώιμων Στωικών και του Επίκουρου. Ο συνήθης τρόπος με τον οποίο ερμηνεύονται οι δύο θεωρήσεις εστιάζει στον ρόλο της πεποίθησης και των γνωστικών λειτουργιών που συμβάλλουν στην παραγωγή ενός συναισθήματος τονίζοντας έτσι την γνωσιοκρατική διάσταση των παραπάνω θεωριών. Σκοπός μας είναι μέσω της μελέτης και της ανάλυσης των αποσπασμάτων να παρουσιάσουμε την υποκειμενική-βιωματική διάσταση των συναισθημάτων (feelings), εστιάζοντας στα υλικά-σωματικά στοιχεία τους (affections), τα οποία δεν έχουν αναλυθεί όσο απαιτείται. Αποτελούν τα παραπάνω στοιχεία απλώς επακόλουθα των αξιολογικών πεποιθήσεων με κανένα ουσιώδη ρόλο στην παραγωγή των συναισθημάτων (όπως υποστηρίζει η γνωσιοκρατική ερμηνεία) ή αντίθετα, όπως θα υποστηρίξουμε, τα ορμητικά στοιχεία παίζουν κάποιο ενεργό ρόλο στην παραγωγή ενός συναισθήματος; Εάν η μελέτη των αποσπασμάτων επιβεβαιώσει την παραπάνω υπόθεση εργασίας τότε μπορούμε να συνάγουμε δύο σημαντικά συμπεράσματα. Πρώτον, ο γνωσιοκρατικός χαρακτήρας με βάση τον οποίο αρκετοί σχολιαστές κατανοούν τόσο την θεωρία των Στωικών όσο και την θεωρία του Επίκουρου για τα συναισθήματα δεν μας αποδίδει την πλήρη εικόνα. Δεύτερον, εάν η σωματική διάσταση των συναισθημάτων παίζει κάποιον ρόλο στην παραγωγή του εν λόγω φαινομένου τότε ίσως είναι δυνατή μία διαφορετικού τύπου θεραπεία των συναισθημάτων, η οποία δεν θα αποτελεί μία συμβουλευτικού ή διδακτικού τύπου μετάδοση της αλήθειας από τον σοφό προς τους μαθητές του αλλά αντίθετα θα περιλαμβάνει μία συμπεριφορικού τύπου θεραπεία που συμβάλει και αυτή με την σειρά της στο να εξαλείψει τα νοσηρά πάθη ακολουθώντας όμως μία διαφορετική οδό.
  • ItemOpen Access
    Αρχαίος φιλοσοφικός λόγος στην αναλυτική του Φουκώ για τον Εαυτό και τη Βιοεξουσία
    (2023-03-06) Ασβέστη, Μαρία; Asvesti, Maria
    Ο Φουκώ είναι ο φιλόσοφος, ο οποίος στην παράδοση του Νίτσε και του Φρόυντ αμφισβητεί στο έπακρο το υποκείμενο ως οντότητα και θεωρεί αυτό στην επιστημολογική κριτική του ως υποστασιοποιημένη έννοια. Όπως και ο Φρόυντ, ο Φουκώ θεωρεί την σεξουαλικότητα ως το σημείο μηδέν της αντίληψης του εγώ μέσω της έννοιας της χρήσης των αφροδισίων και της επιμέλειας εαυτού. Ενώ μέχρι την συγγραφή της Ιστορίας της Σεξουαλικότητας ο Φουκώ περιορίζει την ιστορική επιστημολογία του σε γλωσσικά μορφώματα του Λόγου της Νεωτερικότητας, για πρώτη φορά ανάγεται στα πλαίσια της έρευνάς του για την αντίληψη του εαυτού καταρχήν σε πρωτοχριστιανικές ασκητικές πρακτικές άρνησης και υπέρβασης της σωματικής υλικότητας, κατόπιν δε, επεκτείνει τον ορίζοντα της έρευνάς του αναδρομικά από την νεοπλατωνική έως και την κλασσική φιλοσοφική σκέψη. Αυτή η στροφή του Φουκώ αποτελεί την αφετηρία για τo παρόν ερευνητικό άρθρο στο οποίο θα εξεταστεί η θεμελίωση της αναλυτικής έννοιας της υποκειμενικότητας στην έννοια του εαυτού και της αυτεπίγνωσης. Αφετηρία για τα παραπάνω θα αποτελέσει ο όρος ''επιμέλεια εαυτού'', ο οποίος συνδέει την αντίληψη της σωματικότητας με την αντίληψη του εαυτού ως αντικειμένου της σκέψης.
  • ItemOpen Access
    Οι μεταστροφές της μουσικής φόρμας στο έργο των Beethoven και Chopin υπό το πρίσμα των αισθητικών θεωριών του Kant και του Schelling
    (2023-02-21) Πέτρου, Βερονίκη; Petrou, Veroniki
    Η παρούσα διατριβή αφορά αφενός στη φιλοσοφική διερεύνηση της μουσικής τέχνης στο πλαίσιο της αισθητικής θεωρίας των Kant και Schelling, αφετέρου στην εξέταση των δυνητικών διαφοροποιήσεων της μουσικής μορφής στα έργα των Beethoven και Chopin σε συσχέτιση με τις ανωτέρω αισθητικές θεωρήσεις. Πιο συγκεκριμένα, τα επιλεγμένα έργα αναλύθηκαν με σκοπό την ανάδειξη ευρημάτων, μέσω των οποίων επιχειρήθηκε η συγκριτική προσέγγιση των έργων συναρτήσει των κεντρικών θέσεων της καντιανής και της σελλινγκιανής αισθητικής θεωρίας. Για τους τρόπους προσέγγισης των μεταστροφών υπό το φως της φιλοσοφικής σκέψης του Kant, η διερευνητική πορεία άπτεται, κατά κύρια βάση, μιας συνδυαστικής της αισθητικής θεωρίας, αντλούμενης κυρίως από την Κριτική της Κριτικής Δύναμης, με τη μουσική μορφή που απαντά σε επιλεγμένα έργα των Beethoven και Chopin. Αναφερόμαστε, ωστόσο, σε μια θεματική που δεν υπολείπεται δυσχερειών οι οποίες απορρέουν συνήθως από την ελλιπή συλλογή ευρημάτων, όπως κι από την αμφιλεγόμενη στάση του φιλοσόφου απέναντι στην πραγμάτευση των κεντρικών παραμέτρων της υπό εξέταση τέχνης. Πρωτίστως, διακρίθηκε ένας παράλληλος άξονας επί του οποίου ο Beethoven και ο Kant εκτύλιξαν τη σκέψη και τη δημιουργικότητά τους στο μεταίχμιο δύο εποχών που τις χαρακτήριζε η έντεχνη μορφή, από τη μία πλευρά, και το ρομαντικό ύφος, από την άλλη. Η παραλληλία βασίζεται κυρίως στο γεγονός ότι αμφότεροι κατέβαλλαν εντατικές προσπάθειες, προκειμένου να ενώσουν δύο κατευθύνσεις. Παρ’ όλα αυτά, η διακύβευση της δυνατότητας σχετικά με τη συμβατότητα της αισθητικής του Kant με οποιοδήποτε είδος μουσικής ‒πόσω μάλλον όταν αυτό αφορά στην απόλυτη μουσική‒ κρίθηκε καίρια. Περισσότερο απαιτητική, ωστόσο, αποδείχθηκε η έρευνα επί της αισθητικής του Schelling, κυρίως λόγω του γεγονότος ότι αποτελεί, εν πολλοίς, ένα σχετικά αχαρτογράφητο πεδίο. Σε αυτό το πεδίο, ωστόσο, ανευρέθηκαν και διερευνήθηκαν περισσότερα κρίσιμα θέματα περί της φύσης της καλλιτεχνικής δημιουργίας, της αυτοτέλειας του μουσικού έργου τέχνης, αλλά, κυρίως, περί της φύσης μιας διαδραστικού χαρακτήρα σχέσης της συγκεκριμένης τέχνης με τη σελλινγκιανή σκέψη. Τα ευρήματα της αντιπαραβολής στο διττό πεδίο, μουσικής και φιλοσοφίας, ήταν, εξάλλου, επιτυχή σε μέρος των έργων, τόσο του Beethoven όσο και του Chopin, έναντι της θεώρησης των αισθητικών πραγμάτων του Schelling, όπως αυτή παρουσιάστηκε κυρίως στο έργο του Φιλοσοφία της Τέχνης. Μολαταύτα, η επιτυχημένη σύζευξη των ευρημάτων, μουσικών και αισθητικο-θεωρητικών, δεν σήμανε την πλήρη σύμπραξη της εξέλιξης της μουσικής μορφής με τις θέσεις που είχε αναπτύξει μια φιλοσοφία μουσικής, έστω στον βαθμό πρωτοτυπίας του Schelling. Από την άλλη πλευρά, η σύζευξη αποτέλεσε κίνητρο για την εντατικοποίηση της έρευνας, όπως και ένα από τα πρότυπα για το σύνολο της ερευνητικής διαδικασίας. Αξίζει επίσης να τονιστεί η σημασία στην ερευνητική υπόθεση του μουσικού χρόνου, κυρίως στο πιανιστικό έργο του Chopin, το οποίο προτάσσεται συνυφασμένο με τη χρονική απελευθέρωση· αυτό, φυσικά, ισχύει στον βαθμό στον οποίο η χρονική απελευθέρωση συνάδει με το μουσικό ύφος της ρομαντικής περιόδου, προτού, δηλαδή, εμφανιστούν οι τάσεις προς την εκτενή απελευθέρωση του ρυθμού και προς την ασάφεια σε σχέση με την τονικότητα που συνήθως απαντούν κατά τον 20ο αιώνα. Εκτός από τα ζητήματα του χρόνου, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασαν τα ευρήματα σχετικά με τη δυνατότητα ενός υποθετικού διαλόγου μεταξύ των μουσουργών, ειδικά όταν οι πνευματικοποιημένες τους οντότητες εξακολουθούν να υφίστανται σε διανοητικό και μακρο-πολιτισμικό πεδίο. Εξίσου ενδιαφέροντα προτάσσονται τα ζητήματα της κεντρικής σελλινγκιανής έννοιας της αδιαφορίας, αλλά και της δημιουργικής διαχείρισης των αντιθέσεων που αναδείχθηκαν μεταξύ των Μερών μιας μουσικής σύνθεσης, αλλά και εντός έκαστου Μέρους, κατά την εξελικτική πορεία της μουσικής μορφής από τον Κλασικισμό προς τον Ρομαντισμό. Αναλύοντας έργα του Beethoven, με τα περισσότερα εκ των οποίων επιτελείται η μετάβαση προς την εποχή στην οποία θα κυριαρχήσει το ρομαντικό ύφος, και έργα του Chopin, με τα οποία το ορισμένο ύφος είχε κυρίως ακμάσει στις πιανιστικές του συνθέσεις, έθεσα ως κεντρικό μου στόχο να καταστήσω εύλογη την υπόθεση των μεταστροφών στη μουσική τους μορφή. Η επίτευξη του στόχου μου επιχειρήθηκε υπό την προϋπόθεση της αλληλεπιδραστικής συσχέτισης επί του μουσικοφιλοσοφικού άξονα, πάντοτε σε συνδυασμό με τη διερεύνηση των μουσικών πραγμάτων εντός του πλαισίου των δύο αισθητικών θεωριών. Εν πάση περιπτώσει, η πρόκληση της εν λόγω έρευνας ήταν διττή. Προπάντων, η ανάδειξη πρωτότυπων θεωρητικών ευρημάτων στις αισθητικές θεωρίες του Kant και του Schelling, σε συνδυασμό με τη μη αναγκαία αναγωγική τους εφαρμογή στους εν λόγω μουσικούς δημιουργούς, ανέδειξε όντως δυνατές διαφορετικές όψεις. Οι δύο μουσικοί δημιουργοί, άλλωστε, συνιστούν κόμβους για την εξέλιξη τόσο της μουσικής όσο και της φιλοσοφίας της. Επομένως, διαφαίνεται πράγματι το ενδιαφέρον της συνεξέτασης έργων τους με τις καντιανές και σελλινγκιανές, εξίσου κομβικές για τη φιλοσοφία, αισθητικές θεωρήσεις. Υπό το φως τούτων των θεωρήσεων, θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε την καινοτόμο γλώσσα του Beethoven που επιφέρει ανατροπές ως προς τον μουσικό χαρακτήρα, ενώ, στο έτερο ερευνητικό κομμάτι, όσον αφορά το έργο του Chopin, θα στραφούμε προς τη δυνητική διάρρηξη του πυρήνα του πνεύματος του μουσικού Ρομαντισμού, ιδωμένου, ωστόσο, μέσω ενός μοναδικού πρίσματος.
  • ItemOpen Access
    Τα γεωμετρικά όντα στον Αριστοτέλη
    (2023-01-11) Καρασμάνης, Ορέστης; Karasmanis, Orestis
    Η εργασία αυτή αφορά στην φιλοσοφία της γεωμετρίας του Αριστοτέλη. Περιλαμβάνει συνολικά δύο ενότητες. Η πρώτη ενότητα περιλαμβάνει δύο κεφάλαια. Στο πρώτο εξ αυτών παραθέτω μετάφραση και σχολιασμό των τριών πρώτων κεφαλαίων του βιβλίου Μ των Μετά τα Φυσικά καθώς και του εκτενούς χωρίου 193b22-194a13 από το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου Β των Φυσικών. Τα χωρία αυτά είναι τα σημαντικότερα όσον αφορά στη φιλοσοφία των μαθηματικών του Αριστοτέλη καθώς εκεί αναπτύσσει αναλυτικότερα τις θέσεις του. Στο δεύτερο κεφάλαιο συζητάω την έννοια της αφαίρεσης η οποία αναφέρεται συχνά από τον Αριστοτέλη σε σχέση με τα όντα των μαθηματικών, την έννοια της νοητής ύλης η οποία αναφέρεται από τον Αριστοτέλη ως η ύλη των μαθηματικών όντων και τέλος το ζήτημα της τελειότητας των γεωμετρικών όντων, δηλαδή πώς σύμφωνα με τη θεωρία του Αριστοτέλη, είναι δυνατόν να έχουμε τέλεια γεωμετρικά όντα. Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου Μ των Μετά τα Φυσικά ο Αριστοτέλης αρχικά αναφέρει τη δομή των βιβλίων Μ και Ν τα οποία αποτελούν μία ενότητα. Στη συνέχεια αναφέρει τρεις θέσεις σε σχέση με τις αιώνιες και αμετάβλητες ουσίες, δηλαδή τα μαθηματικά όντα και τις Ιδέες. Σύμφωνα με την πρώτη θέση υπάρχουνε τα μαθηματικά όντα αλλά ανήκουν σε διαφορετικό γένος από τις Ιδέες,. Σύμφωνα με τη δεύτερη θέση τα μαθηματικά όντα υπάρχουν ως Ιδέες και τέλος σύμφωνα με την τρίτη θέση υπάρχουν τα μαθηματικά όντα αλλά όχι οι Ιδέες. Ο Αριστοτέλης καταλήγει λέγοντας πως αρχικά θα εξετάσει το ζήτημα των μαθηματικών όντων και στη συνέχεια θα ασχοληθεί με τις Ιδέες. Στο τέλος του κεφαλαίου αναφέρει πως τα μαθηματικά όντα είτε (α) θα υπάρχουν εντός των αισθητών όντων, είτε (β) χωριστά από τα αισθητά όντα είτε (γ) θα υπάρχουν με κάποιο άλλο τρόπο, είτε (δ) δεν θα υπάρχουν καθόλου. Στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου Μ ο Αριστοτέλης παραθέτει αντεπιχειρήματα για τους δύο πρώτους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να υπάρχουν τα μαθηματικά όντα. Όσον αφορά στον πρώτο τρόπο, σύμφωνα με τον οποία τα μαθηματικά όντα υπάρχουν εντός των αισθητών, παραθέτει δύο συνολικά αντεπιχειρήματα, ενώ όσον αφορά στον δεύτερο τρόπο, σύμφωνα με τον οποία τα μαθηματικά όντα υπάρχουν χωριστά των αισθητών, αφιερώνει αρκετά μεγαλύτερο χώρο παραθέτοντας συνολικά επτά αντεπιχειρήματα. Στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου Μ, ο Αριστοτέλης, και αφού έχει απορρίψει τις περιπτώσεις τα μαθηματικά όντα είτε να υπάρχουν εντός των αισθητών, είτε να υπάρχουν χωριστά από αυτά, προχωράει παραθέτοντας τη δική του θεωρία, χωρίς να εξετάσει τη θέση του να μην υπάρχουν καθόλου. Στην αριστοτελική θέση σε σχέση με την ύπαρξη των μαθηματικών όντων σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η χρήση του επιρρήματος «ᾗ» (ως). Σύμφωνα με την ερμηνεία την οποία υποστηρίζω, κατά τον Αριστοτέλη, τα όντα κάποιας συγκεκριμένης επιστήμης είναι τα αισθητά όντα ως αντικείμενα της επιστήμης αυτής (για παράδειγμα τα γεωμετρικά όντα είναι τα αισθητά όντα ως γεωμετρικά), δηλαδή τα αισθητά όντα χωρίς κάποιες συγκεκριμένες ιδιότητες, όπου οι ιδιότητες αυτές είναι ιδιότητες οι οποίες δεν σχετίζονται με την εκάστοτε επιστήμη. Επίσης, στο κεφάλαιο αυτό, ο Αριστοτέλης αναφέρεται στον χωρισμό τον οποίο πραγματοποιεί ο μαθηματικός. Ο χωρισμός έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίον μπορεί ο μαθηματικός να νοήσει τα όντα της επιστήμης του. Τα μαθηματικά όντα όταν τα νοεί ο μαθηματικός, τα νοεί σαν να είναι χωριστά ως προς την ουσία τους από τα αισθητά όντα. Ο χωρισμός αυτός, ενώ είναι, υπό μία έννοια, εσφαλμένος καθώς τα μαθηματικά όντα δεν είναι στην πραγματικότητα χωριστά, από τη στιγμή που δεν επηρεάζει τα αποτελέσματα των όποιων αποδείξεων, σωστά κάνει ο μαθηματικός και τον πραγματοποιεί. Στη συνέχεια, ο Αριστοτέλης αναφέρει πως ορθά οι γεωμέτρες ισχυρίζονται πως τα όντα της επιστήμης πράγματι υπάρχουν, γιατί το ον μπορεί να υπάρχει με δύο τρόπους είτε ενεργεία είτε «ὑλικῶς». Το «ὑλικῶς» το οποίο αναφέρει ο Αριστοτέλης έχει τη σημασία του δυνάμει αλλά με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Ένα δυνάμει το οποίο δεν μπορεί να γίνει ποτέ ενεργεία. Αυτός είναι, λοιπόν, και ο τρόπος με τον οποίο υπάρχουν τα γεωμετρικά όντα. Είναι δυνάμει χωρίς ποτέ να μπορούν να υπάρξουν ενεργεία. Όσον αφορά στο χωρίο 193b22-194a12, ο Αριστοτέλης, όπως και στο Μ 3 των Μετά τα Φυσικά, αναφέρεται από τον Αριστοτέλη και η χρήση του «ᾗ» σε σχέση με τις μαθηματικές επιστήμες αλλά και η έννοια του χωρισμού. Τα όσα αναφέρονται στο χωρίο αυτό μπορούν να ερμηνευτούν με τρόπο τέτοιο ώστε να υπάρχει ταύτιση με τα όσα αναφέρονται στο Μ 3 των Μετά τα Φυσικά. Γενικά πάντως, το συγκεκριμένο χωρίο των Φυσικών είναι αρκετά συμπυκνωμένο και σε κάποιο βαθμό δυσνόητο και αυτό θα μπορούσε ίσως να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα πως εδώ έχουμε μία πρότερη και εμβρυακή μορφή της θέσης του Αριστοτέλη σε σχέση με τα μαθηματικά όντα η οποία αναδιατυπώνεται, ξεκαθαρίζει σε μεγάλο βαθμό και παίρνει μια πιο ολοκληρωμένη μορφή στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου Μ των Μετά τα Φυσικά. Στο δεύτερο κεφάλαιο της ενότητας αυτής, αρχικά εξετάζω την έννοια της αφαίρεσης στον Αριστοτέλη. Η αφαίρεση, θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι μια διαδικασία η οποία, όμως, δεν είναι απόλυτα συγκεκριμένη καθώς μπορεί να διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση και ως προς τον σκοπό για τον οποίο πραγματοποιείται αλλά και ως προς τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνει χώρα. Στην περίπτωση της γεωμετρίας, ο σκοπός της αφαίρεσης είναι να νοήσουμε τα γεωμετρικά όντα και ο τρόπος με τον οποίο λαμβάνει χώρα είναι αφαιρώντας νοητικά συγκεκριμένες ιδιότητες (αυτές τις οποίες δεν αφορούν στην επιστήμη της γεωμετρίας) από αισθητά όντα. Η σχέση, τώρα, μεταξύ της έννοιας της αφαίρεσης και αυτής του χωρισμού που συναντάμε στο Μ 3 των Μετά τα Φυσικά, είναι πως η μεν αφαίρεση είναι η διαδικασία μέσω της οποίας είμαστε σε θέση να νοήσουμε τα γεωμετρικά όντα, ο δε χωρισμός έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο τα νοούμε, σαν να είναι, δηλαδή, χωριστά. Ο γεωμέτρης δηλαδή νοεί το αποτέλεσμα της αφαιρετικής διαδικασίας σαν να είναι κάτι το χωριστό. Στη συνέχεια εξετάζω το θέμα της νοητής ύλης την οποία ο Αριστοτέλης αναφέρει ως την ύλη των μαθηματικών όντων. Η νοητή ύλη ακολουθώντας την ερμηνεία του Mueller, είναι, στην περίπτωση των γεωμετρικών όντων, το συνεχές ποσό στη μία, τις δύο, ή τις τρεις διαστάσεις, δηλαδή η γραμμή, η επιφάνεια και το στερεό αντίστοιχα, τα οποία είναι και τα γεωμετρικά μεγέθη. Αν αυτή η νοητή ύλη μορφοποιηθεί θα προκύψουν γεωμετρικά όντα συναποτελούμενα από ύλη (νοητή ύλη στη συγκεκριμένη περίπτωση) και μορφή, όπως τα αντίστοιχα αισθητά. Η ερμηνεία αυτή, δηλαδή το ότι τα όντα της γεωμετρίας αποτελούνται από ύλη και μορφή, έχει το πλεονέκτημα πως είναι απόλυτα συμβατή με τη θεωρία του Αριστοτέλη για τα καθέκαστα όντα ως σύνθετα όντα αποτελούμενα από ύλη και μορφή, η οποία παρουσιάζεται στα κεντρικά βιβλία των Μετά τα Φυσικά. Τέλος, στο τελευταίο μέρος του κεφαλαίου αυτού, εξετάζω το πώς είναι δυνατόν, σύμφωνα με τη θεωρία του Αριστοτέλη, να έχουμε τέλεια γεωμετρικά όντα. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι, αφενός δεν υπάρχουν αισθητά όντα, τουλάχιστον στον υποσελήνιο χώρο, των οποίων το σχήμα να ενέχει γεωμετρικής τελειότητας αφετέρου στο ότι τα γεωμετρικά όντα είναι τα αισθητά ως γεωμετρικά, δηλαδή τα αισθητά όντα χωρίς κάποιες συγκεκριμένες ιδιότητες. Πώς λοιπόν ενώ ένα αισθητό ον χ δεν έχει τέλειες γεωμετρικές ιδιότητες, το ον αυτό ως γεωμετρικό μπορεί να έχει; Ο λόγος για τον οποίο το σχήμα ενός αισθητού όντος δεν μπορεί να είναι τέλειο οφείλεται στην ύλη του και όχι στη μορφή του. Για παράδειγμα, στην περίπτωση της χάλκινης σφαίρας (βλ. Μετά τα Φυσικά Ζ 8, 1033b8-19), η οποία συναποτελείται από τη σφαιρική μορφή και τον χαλκό (την ύλη), το ότι δεν είναι τέλεια σφαιρική οφείλεται στην ύλη της και όχι στην μορφή της. Αν, δηλαδή, η σφαιρική μορφή βρισκόταν σε κάποιου άλλου είδους ύλη η οποία δεν θα ήταν πηγή ατέλειας θα είχαμε ένα τέλεια σφαιρικό ον. Μια τέτοιου είδους ύλη είναι η νοητή ύλη. Η νοητή ύλη, από τη στιγμή που σύμφωνα με τον Αριστοτέλη είναι το γεωμετρικό μέγεθος δηλαδή η γραμμή, η επιφάνεια και το στερεό, δεν θα μπορούσε να είναι ατελής. Ο ισχυρισμός αυτός, μπορεί να προκύψει άμεσα από την επιστήμη της γεωμετρίας η οποία ασχολείται με όντα τα οποία είναι τέλεια ως προς το σχήμα τους. Έτσι, λοιπόν, ένα ον το οποίο αποτελείται από μια μορφή που αντιστοιχεί σε ένα τέλειο γεωμετρικό ον (την σφαιρική ή την κυκλική μορφή, για παράδειγμα) και νοητή ύλη θα είναι ένα τέλειο γεωμετρικό ον. Στη δεύτερη ενότητα, παραθέτω μία ερμηνεία όσον αφορά στο πως θα μπορούσαμε να έχουμε γνώση των τέλειων γεωμετρικών όντων από τη στιγμή που δεν υπάρχουν αισθητά όντα στον υποσελήνιο χώρο των οποίων τα σχήματα να είναι γεωμετρικά τέλεια. Ο Αριστοτέλης δεν αναφέρεται ρητά σε κάποιο χωρίο του Corpus στο συγκεκριμένο ζήτημα, συνεπώς αυτό το οποίο προσπαθώ είναι να παραθέσω μία ερμηνεία η οποία αφενός να είναι συμβατή με την αριστοτελική φιλοσοφία, αφετέρου να μπορεί να υποστηριχθεί από χωρία του αριστοτελικού Corpus. Τα βασικά όντα της γεωμετρίας είναι η ευθεία και η καμπύλη γραμμή, η οποία είναι μη-ευθεία, δηλαδή δεν είναι ευθεία σε κανένα από τα σημεία της, και όπου παραδειγματική περίπτωση της είναι ο κύκλος. Από αυτά τα βασικά όντα μπορούν να προκύψουν κατασκευαστικά όλα τα υπόλοιπα. Επίσης, από τη στιγμή που γνώση των όντων κάποιας επιστήμης σημαίνει το να έχουμε κάποιον ορισμό τους, ο σκοπός της έρευνάς αυτής ήταν να καταλήξουμε στον ορισμό των όντων αυτών. Αρχικά συζητάω το κεφάλαιο 19 του βιβλίου Β των Αναλυτικών Υστέρων καθώς εκεί ο Αριστοτέλης αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο έχουμε γνώση των πρώτων αρχών. Συνεπώς, μια ερμηνεία για τη γνώση των γεωμετρικών όντων θα πρέπει να είναι συμβατή με τα όσα αναφέρει εκεί ο Αριστοτέλης. Στο κεφάλαιο αυτό ο Αριστοτέλης παραθέτει μια θεωρία τεσσάρων σταδίων σύμφωνα με την οποία η γνώση των πρώτων αρχών ξεκινάει από τις αισθήσεις ενώ τα επόμενα στάδια είναι κατά σειρά η εμπειρία, η νόηση και τέλος η γνώση. Στη συνέχεια, και αφού αναφέρω ορισμένες πιθανές ερμηνείες τις οποίες απορρίπτω, δείχνω, πως παρόλο που δεν υπάρχουν τέλεια αισθητά σχήματα στον υποσελήνιο χώρο, υπάρχει κάτι το απόλυτα ευθύ σε σχέση με τις αισθήσεις και αυτό είναι η κατεύθυνση της όρασης. Η ευθύγραμμη κατεύθυνση της όρασης ήταν μια πολύ διαδεδομένη πεποίθηση κατά την αρχαιότητα, η οποία συναντάται από τα αρχαία χρόνια μέχρι ακόμα και τη βυζαντινή εποχή. Η πεποίθηση αυτή, μάλιστα, συχνά σχετιζόταν με μία άλλη πεποίθηση σύμφωνα με την οποία οι ακτίνες του ήλιου φέρονται σε ευθείες γραμμές. Και οι δύο αυτές πεποιθήσεις συναντώνται στο αριστοτελικό Corpus, συνεπώς είναι θέσεις τις οποίες ασπάζεται και ο ίδιος ο Αριστοτέλης. Επομένως, και εφόσον ο Αριστοτέλης ασπάζεται τις θέσεις αυτές, θα μπορούσαμε εύλογα να υποθέσουμε πως η αντίληψη της ευθείας γραμμής θα μπορούσε να προκύψει από την ευθύγραμμη κατεύθυνση της όρασης. Στη συνέχεια θα μπορούσαμε, στηριζόμενοι στην ευθύγραμμη κατεύθυνση της όρασης, να έχουμε έναν ορισμό της ευθείας. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί μέσω της πρακτικής των γεωδαιτών να υπολογίζουν και να μετράνε, με τη βοήθεια πασσάλων και σχοινιού, ευθύγραμμα τμήματα. Η πρακτική αυτή στηρίζεται στην ευθύγραμμη κατεύθυνση της όρασης. Μέσω, λοιπόν, της πρακτικής των γεωδαιτών θα μπορούσαμε να φτάσουμε σε έναν ορισμό, όπως αυτός που αναφέρεται στον πλατωνικό Παρμενίδη. Ο ορισμός αυτός είναι: «ευθύ είναι αυτό το οποίο έχει τα άκρα του μπροστά από το μέσον του». Ο Αριστοτέλης στα Τοπικά αναφέρει έναν παρόμοιο ορισμό, στον οποίο ασκεί κριτική, αλλά με ορισμένες μετατροπές θα μπορούσε να είναι κάλλιστα αποδεκτός από αυτόν. Στη συνέχεια, και αφού έχουμε γνώση της ευθείας γραμμής μπορούμε να έχουμε την αντίληψη πως μπορούν να υπάρχουν μη-ευθείες γραμμές δηλαδή γραμμές οι οποίες δεν είναι ευθείες σε κανένα από τα σημεία τους. Κατόπιν, εξετάζω την περίπτωση του κύκλου. Η χάραξη κύκλων με τη βοήθεια πασσάλων και σχοινιού ήτανε μια κοινή πρακτική κατά την αρχαιότητα. Επαναλαμβάνοντας μια τέτοια διαδικασία μπορούμε να φτάσουμε στην αντίληψη του κοινού στοιχείου το οποίο θα είχαν όλοι αυτοί οι αισθητοί κύκλοι μεταξύ τους αν κατασκευάζονταν κάτω από ιδανικές συνθήκες. Το κοινό αυτό στοιχείο θα ήταν πως όλα τα σημεία της περιφέρειας θα ισαπείχαν από το κέντρο. Όμως, ο ορισμός του κύκλου είναι «το επίπεδο σχήμα του οποίου όλα τα σημεία της περιφέρειας του ισαπέχουν από το κέντρο». Συνεπώς, βλέπουμε πως μέσω της πρακτικής κατασκευής κύκλων με τη βοήθεια πασσάλων και σχοινιού είμαστε σε θέση να φτάσουμε στον ορισμό του κύκλου και φυσικά και της κυκλικής γραμμής, δηλαδή της περιφέρειάς του. Στη συνέχεια, με μια απλή απόδειξη, μπορεί να προκύψει πως η περιφέρεια του κύκλου είναι μία μη-ευθεία γραμμή, δηλαδή μια γραμμή η οποία δεν είναι ευθεία σε κανένα από τα σημεία της. Κατόπιν, αφού βρούμε και άλλου είδους μη-ευθείες γραμμές, μπορούμε να τις ομαδοποιήσουμε με βάση το κοινό τους γνώρισμα και να τις ορίσουμε ονομάζοντάς τες καμπύλες. Τέλος, εξετάζω με ποιο τρόπο είμαστε σε θέση να έχουμε γνώση πιο πολύπλοκων γεωμετρικών όντων, όπως είναι, για παράδειγμα, τα κανονικά πολύγωνα. Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί μέσω της ικανότητας της φαντασίας από πολλές διαφορετικές νοητικές εικόνες να φτιάχνει μία ενιαία. Από τη στιγμή που έχουμε, λοιπόν, γνώση της ευθείας γραμμής και του ευθυγράμμου τμήματος, μπορούμε, έχοντας νοητικές εικόνες ευθυγράμμων τμημάτων, να σχηματίσουμε μια νοητική εικόνα ενός κανονικού πολυγώνου, για παράδειγμα, και στη συνέχεια να προβούμε στην κατασκευή του με κανόνα και διαβήτη και να το ορίσουμε.
  • ItemOpen Access
    Όψεις της θεωρίας των ιδεών του Πλάτωνα σύμφωνα με την πραγματεία του Πρόκλου "Εις τον Παρμενίδην του Πλάτωνος" (Βιβλίον Δ')
    Κώνστα, Παρασκευή; Konsta, Paraskevi
    Ο στόχος της παρούσας ερευνητικής μελέτης συνίστατο στο να παρουσιάσω τρόπους με τους οποίους μπορούμε να προσεγγίσουμε από οντολογικής κυρίως άποψης και σε δεύτερο επίπεδο από εννοιολογικής τις πλατωνικές Ιδέες ή Είδη, όροι οι οποίοι διατυπώνονται από κοινού καθ’ όλη την διάρκεια της συγγραφικής μου πορείας. Η εν λόγω στοχοθεσία μου εγείρεται στην βάση των εξειδικευμένων συλλογιστικών συμφραζομένων τού τέταρτου βιβλίου τού Υπομνήματος του Πρόκλου Εἰς τὸν Παρμενίδην τοῦ Πλάτωνος. Η πρώτη ανάγνωση του κειμένου του νεοπλατωνικού διανοητή, μας δίδει δύο ευρύτερους θεματικούς άξονες οι οποίοι τροφοδοτούν το οικείο μας ερευνητικό ενδιαφέρον, δηλαδή το να εντοπίσουμε και να καταγράψουμε τους όρους ή τις συλλογιστικές εκείνες προκείμενες διά μέσου των οποίων οι Ιδέες ή Είδη αναπαριστώνται αλλά και περιγράφονται εκ μέρους του νεοπλατωνικού διανοητή στην βάση των οντολογικών προοπτικών τους. Ο πρώτος θεματικός άξονας αφορά στην έννοια της μέθεξης ή της μετοχής των αισθητών πραγμάτων στις Ιδέες- Είδη, ενώ ο δεύτερος, φαίνεται να διατρέχει την μεταφυσική εκείνη περιοχή στην οποία τοποθετούνται ως αρχετυπικές πραγματικότητες. Η οικεία μας μελέτη στρέφεται έτι περαιτέρω στον πρώτο θεματικό άξονα. Σε αυτό το σημείο θα προβούμε επιλεκτικά και συνοπτικά στην παρουσίαση ορισμένων θεματικών κέντρων τής διδακτορικής διατριβής, προκειμένου να καταδείξουμε τις αφετηρίες, τους τρόπους αλλά και τις ευρύτερες εκείνες μεταφυσικές συνθήκες και συνιστώσες στην βάση των οποίων προσεγγίζονται οι Ιδέες- Είδη εκ μέρους του νεοπλατωνικού διανοητή. Τα ακόλουθα θεματικά κέντρα συμβάλλουν επίσης στην μεθοδολογική επιλογή μας στο να χωρίσουμε τα όσα τυγχάνουν της οικείας μας επεξεργασίας σε τέσσερα θεματικά Μέρη, αντίστοιχα, ως «Κοσμολογίας», «Μεθοδολογίας», «Μεταφυσικής ή Οντολογίας» και, εν κατακλείδι, ως «Οντολογίας-Γνωσιολογίας». Σύμφωνα με την οικείαν μας προσέγγιση το πρώτο μέρος της διδακτορικής διατριβής, το οποίο φέρει τον τίτλο Κοσμολογία εγείρει θεματικώς το ζήτημα περί των τρόπων «μέθεξης ή μετοχής» των αισθητών παραγόντων στις Ιδέες-Είδη. Σε αυτό το μέρος της εργασίας προβάλλεται η μεθοδολογική στόχευση και ο λόγος του Παρμενίδη προς τον Σωκράτη σχετικά με την εγκαθίδρυση της θεωρίας των Ιδεών ή Ειδών. Συζητούνται οι τρόποι μέθεξης ή μετοχής των αισθητών στις Ιδέες-Είδη ως κατά αναλογίαν φυσικοί και αναδεικνύονται οι μεταφυσικές ή οντολογικές συνθήκες οι οποίες προβάλλουν την «Ύλη» και τα «θεία δημιουργικά Είδη» ως απαραίτητες προϋποθέσεις της. Εν κατακλείδι, διαγιγνώσκουμε α) την ανάδειξη των θείων δημιουργικών Ιδεών-Ειδών υπό τον χαρακτήρα του νοερού, β) τις θεολογικές συνιστώσες προέλευσής τους και γ) την ιεραρχικώς φερόμενη εκτύλιξή τους, η οποία μάλιστα διαγράφεται σε σχέση με ζητήματα τα οποία αφορούν στις «ἐπωνυμίες» στην βάση μίας κατάστασης “μεταφοράς ουσίας και είναι”. Ακολούθως, Το δεύτερο Μέρος αναδεικνύει τις ευρύτερες συνθήκες «μετοχής ή μέθεξης» και τις σχέσεις μεταξύ τού «Ὅλου» και των «Μερῶν» υπό το πρίσμα της αισθητής πραγματικότητας. Στο εδώ θεματικό μέρος, συστηματοποιούνται τα συλλογιστικά εγχειρήματα και τα παραδείγματα τού πλατωνικού Παρμενίδη, τα οποία αφορούν στην σχέση μεταξύ του ενός, ως όλου, είδους και των πολλών επιμέρους αισθητών. Το τρίτο Μέρος αναδεικνύει μία καθολική [ή παραδειγματική] θεώρηση των Ιδεών-Ειδών, όπως εκείνη του Μεγέθους, της Ισότητος και της Σμικρότητος, υπό το πρίσμα της κοσμολογικής θεώρησή τους. Η διάρθρωσή τους ως εξελικτικής αναδεικνύεται στην βάση της ποιοτικής ή ειδητικής λειτουργίας τους η οποία ανάγεται στην έννοια της «δύναμης» και η οποία προσεγγίζεται με την σειρά της στην βάση “γεωμετρικών” και “μαθηματικών όρων”. Εν κατακλείδι, στο τέταρτο Μέρος ο χαρακτήρας των Ιδεών-Ειδών προβάλλεται (σύμφωνα με τα συμφραζόμενα του πλατωνικού Παρμενίδη) υπό όρους γνωσιολογικής μετάβασης της ανθρώπινης ψυχής στο πεδίο της Οντολογίας ή Μεταφυσικής. Η εν λόγω μετάβαση αφορά σε «λόγους» και αναδεικνύει τις Ιδέες-Είδη υπό τους όρους του μαθηματικού τρόπου λειτουργίας τους, αλλά και υπό τους όρους της αναγωγικής ανάγνωσής τους εκ μέρους του ανθρώπινου υποκειμένου. Στην βάση αυτής της γνωσιολογικής αναγωγής, οι Ιδέες-Είδη προβάλλονται ως «νοερού» χαρακτήρα υπό το πρίσμα της περαιωτικής οντολογικής προδιαγραφής τους. Κατά το πέρας του εν λόγω μέρους της διδακτορικής διατριβής καθώς διανοίγεται το ζήτημα περί της τοποθέτησης των Ιδεών-Ειδών, παρουσιάζονται τρόποι ανάδειξης της λειτουργίας του «Νοῦ» ως να συμβαίνουν από κοινού και υπό το πρίσμα της οντολογικής προδιαγραφής του σε σχέση με τα οικεία του περιεχόμενα.
  • ItemOpen Access
    Friendship and justice in Aristotle
    Βεργούλη, Βασιλική; Vergouli, Vassiliki
    The present dissertation is divided into three chapters: 1. Justice, 2. Pleasure, 3. Friendship. All three topics are seen from the point of view of their contribution to our understanding of the most fundamental starting point of political science, happiness (eudaimonia); for happiness is the archê and at the same time the telos, the end at which practical knowledge aims. That is to say, they are seen as pointing to complementary presuppositions in order for human moral agency to flourish. Despite the tensions between the two candidates for the best/happiest way of life, phronêsis and sophia, my analysis in all three chapters focuses on the modes of their intertwinement and in the way they determine, respectively, the perspective of the agent (first-person perspective) and the perspective of the spectator (third-person perspective). As the title of my dissertation implies, the above epistemological issues are elaborated within the context of the so-called civic virtues which provide the appropriate ground because of the interplay to which they attest between the polis, on the one hand, and the psuchê, on the other.
  • ItemOpen Access
    Το υπόμνημα του Πρόκλου στον πλατωνικό ''Κρατύλο'' : προς μια φιλοσοφία της γλώσσας;
    Στεφοπούλου, Αμαλία; Stefopoulou, Amalia
    Στην παρούσα εργασία ασχολούμεθα με τις φιλοσοφικές έρευνες του Πρόκλου στο Υπόμνημά του στον πλατωνικό Κρατύλον. Επιχειρούμε να αναγνώσουμε με την δέουσα αναλυτική επάρκεια και να εντάξουμε το έργο του σε φιλολογικούς και φιλοσοφικούς κλάδους, όπως είναι της Φιλοσοφίας της Γλώσσας, της Γνωσιολογίας, της Αισθητικής, της Λογικής, της Οντολογίας, της Πολιτικής και της Ηθικής και να προβούμε στις προκύπτουσες ερμηνευτικές προεκτάσεις. Στο εν λόγω πλαίσιο θα αναδείξουμε τον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα στο έργο του αποτυπώνει την πραγματικότητα και, ακολούθως, το πώς οι λέξεις χαρακτηρίζονται από την αιτιολογική επιστημολογικά λειτουργία τους. Υπό αυτό το πρίσμα, ο νεοπλατωνικός σχολάρχης συγκροτεί με αφορμή τις λέξεις ένα θεωρητικό σύστημα αρχών το οποίο αντανακλά την σύνδεση του φυσικού με το μεταφυσικό σύμπαν, τα οποία εντάσσει με τις διακριτότητές τους σε ένα συνεκτικό και ολιστικό πλαίσιο. Κεντρικόν ρόλο στην εν λόγω πραγματεία διαδραματίζει η έννοια του «ονόματος», το οποίο αντανακλά την ηχητική και την φθογγική αποτύπωση του συνόλου της επίγειας και της υπερβατικής πραγματικότητας. Το όνομα, όμως, δεν είναι απλά μία υλική-λεκτική αναπαράσταση ενός αντικειμένου· αντιθέτως, συνιστά ένα όργανο επικοινωνίας, τού οποίου κομβικό εγχείρημα αποτελεί η σύνδεση του υπερουράνιου κόσμου με τον κόσμο τής φυσικής εμπειρίας. Η θέση του αυτή είναι αρκετά απαιτητική, αρκεί να αναλογισθούμε πως επιχειρείται η σύνδεση μέσω τής «ταυτοπάθειας» δύο διαφορετικής ποιότητας κόσμων με διαφορετικές προδιαγραφές, διαφορετικές ιδιότητες και γνωσιολογικής και οντολογικής βάσης. Μάλιστα ο κόσμος των αισθήσεων αποτελεί, σχεδόν στο σύνολο της πλατωνικής παράδοσης το απείκασμα της νοητής πραγματικότητας. Επομένως, τα δύο επίπεδα διαφέρουν παρασάγγες αξιακά. Ως εκ τούτου, αντιλαμβανόμεθα πως το όνομα έχει αναλάβει ένα δυσεπίτευκτο έργο με πολλές απαιτήσεις, οι οποίες εκκινούν ήδη από την συστατική διάθεση και εκδιπλώνονται μέχρι τις επικοινωνιακές-γλωσσολογικές-πολιτικές προεκτάσεις του. Το όνομα, λοιπόν, συνίσταται από την φύσει θέση του και από την νόμω-θέσει θέση του και τοιουτοτρόπως είναι δισυπόστατο. Κατά την μορφή του, εφόσον αποτυπώνει λεκτικά τα όντα και τις σημασίες τους, αποτελώντας αναπόσπαστο τμήμα τής ύπαρξής τους είναι φύσει, εφόσον a priori κατά την δημιουργία εκάστοτε όντος τού αποδίδεται ως συστατικό στοιχείο του και η αντίστοιχη ονομασία του, η οποία το καθιστά να -ή αναδεικνύει το πόσο- διαφέρει από τα υπόλοιπα όντα. Στην συνάφεια αυτή οφείλουμε να επισημάνουμε πως ανάλογα με το ποσοστό μέθεξης των όντων στην αντίστοιχη πλατωνική Ιδέα του αντανακλάται και το ποσοστό τής φύσει διάστασης του ονόματος. Ακολούθως, η θέσει προοπτική του σηματοδοτείται, αφενός, από το δεδομένο πως αποτελεί ηχητική-λεκτική αναπαράσταση του όντος και ως εκ τούτου διαθέτει μία υλική διάσταση βασιζόμενη μονίμως σε ετυμολογικούς κανόνες και, αφετέρου, πως προορίζεται για χρήση ως όργανο επικοινωνίας από τους θνητούς ανθρώπους, των οποίων η ελλειμματική οντότητά τους δεν τους επιτρέπει να γνωρίζουν πλήρως την πραγματική και ολική ουσία των όντων. Το εν λόγω, λοιπόν, έργο έχει επωμιστεί ο ονοματοθέτης, ο οποίος είναι φιλόσοφος και διακρίνεται από την κεκαθαρμένη από τον υλιστικό ευδαιμονισμό ψυχή του. Έχει θεαθεί το Αγαθόν, γνωρίζει την ουσία των πραγμάτων, συνειδητά επιθυμεί και ηθικά πραγματώνει κατά την συναναστροφή του με τους υπόλοιπους πολίτες τα διδάγματα της ενατένισης του Ἑνός, της ανώτατης Αρχής, και έχει ως μέλημά του να τους τα μεταλαμπαδεύσει ώστε να τους απαλλάξει από την δυσαρμονία τού βίου των αισθήσεων. Ο φιλόσοφος ο οποίος έχει αναλάβει την διαδικασία τής ονοματοθεσίας δεν είναι άλλος από τον πλατωνικό φιλόσοφο-βασιλέα και πέραν της δόμησης των ονομάτων μέσω τής προσεκτικής σύνδεσης του γλωσσολογικού σημαίνοντος με το σημαινόμενο είναι επιφορτισμένος (εν γνώσει και κατ’ έπιλογήν του δίχως τίποτα να είναι επιβεβλημένο στις αξιακές σκέψεις, κινήσεις και συμπεριφορές του) να διδάξει τους διαδόχους του τον τρόπο κατά τον οποίο τα ονόματα αποδίδονται στα όντα. Αντιλαμβανόμενος την θνητή φύση του και έχοντας το ηθικό χρέος να μεταβιβάσει στην επόμενη πεφωτισμένη -κατά την προσδοκία του- γενεά τις γνώσεις του ταυτόχρονα δομεί ονόματα, διδάσκει τους εκλεκτούς και μυημένους στην αλήθεια μαθητές του και παρέχει στους συμπολίτες του ένα διπλό έργο κατάλληλο και προαπαιτούμενο, ώστε να συνεργαστούν αρμονικά και να συμβιώσουν στηριζόμενοι σε στέρεες βάσεις. Όπως γίνεται κατανοητό, η πολιτική διάσταση καθώς και η ηθική προοπτική των φιλοσόφων και της ονοματοθεσίας είναι διάχυτη. Ο Πρόκλος καταλήγει λοιπόν στην αποδεδειγμένη στο έργο του παραδοχή πως το όνομα είναι διδακτικό και νομοθετικό όργανο, του οποίου ο σκοπός είναι τόσο η πολιτικής προοπτικής επικοινωνία των θνητών ανθρώπων μεταξύ τους όσο και η γνωσιολογική και η οντολογική επαφή τους με την υπερβατική πραγματικότητα, της οποίας η κορύφωση είναι το Ἕν- Ἀγαθόν. Την διασφάλιση της ακέραιας αυτής επικοινωνίας έχει αναλάβει ο φιλοσοφικός νούς, ο οποίος τόσο ως νομοθέτης, όσο και ως γραμματικός αλλά και ως διδάσκαλος μέσω τού έρωτα με το θείον αποτυπώνει και πραγματώνει κατά την δημιουργική διαδικασία των ονομάτων την ομοιομορφία, την αρμονία, την ορθότητα και την καλλιέπεια εφαρμόζοντας τις καλαισθητικές προεκτάσεις τής Ιδέας τού Κάλλους. Παρατηρούμε τοιουτοτρόπως στο εν λόγω σημείο και την επίδραση του φιλοσοφικού κλάδου τής Αισθητικής. Όπως έχει ήδη διαφανεί, ο σχολάρχης τής Ακαδημίας, υιοθετεί αρκετές από τις θέσεις τού Πλάτωνα και, ακολούθως, τις εξελίσσει και τους αποδίδει μία πιο σύγχρονη οπτική. Ο τρόπος με τον οποίο αναλύει τις θεωρίες τού προκατόχου του είναι άκρως επιστημονικός, καθώς ήδη από την αρχή του έργου του σπεύδει να μας παρουσιάσει την ερευνητική μέθοδο την οποία θα ακολουθήσει, να υπογραμμίσει την σπουδαιότητα της διαλεκτικής την οποία συμμερίζεται και να την αντιδιαστείλει με την υποδεέστερη ρητορεία και σοφιστική. Η αναλυτική και ερμηνευτική διαδικασία την οποία ακολουθεί αποδεικνύει τον ολιστικό τρόπο προσέγγισης του ζητήματος περί των ονομάτων και της ονοματοθεσίας, εφόσον εκθέτει κάθε πτυχή του με απόλυτη λεπτομέρεια και αλληλοεξαρτώμενη από όλες τις υπόλοιπες. Με άλλους λόγους, οδηγείται στα ίδια συμπεράσματα από διαφορετικές οδούς ανάλυσης και η επισήμανση αυτή είναι που μας συναρπάζει και μας καθηλώνει να παρακολουθήσουμε τον τρόπο εκτύλιξης της εμβριθούς σκέψης του. Πρέπει πάντως να σημειώσουμε ότι ο τρόπος διά του οποίου μεταβαίνει από την μία παράγραφο στην άλλη κατά βάση δεν δηλώνεται από τον ίδιο, λεπτομέρεια που επιχειρούμε να αναδείξουμε μέσω της επεξεργασίας μας, με τις κατά την εκτίμησή μας, δέουσες ανακατασκευές.
  • ItemOpen Access
    Ισχύς (Φύσις) - Δίκαιο (Νόμος) στον Θουκυδίδη και στον Πλάτωνα
    Τιτόνη, Φυλλιώ; Τερέζης, Χρήστος; Τερέζης, Χρήστος; Παρούσης, Μιχαήλ; Βαλάκας, Κωνσταντίνος; Πέτσιος, Κωνσταντίνος; Ράγκος, Σπυρίδων; Μουζάλα, Μελίνα; Κόντος, Παύλος; Titoni, Fyllio
    -
  • ItemOpen Access
    Μύθος και διαλεκτική στον Πλάτωνα : μια ανίχνευση της λειτουργίας του μύθου ως μέρους της πλατωνικής μεθόδου
    Γιασουμή, Αθανασία; Περδικούρη, Ελένη; Περδικούρη, Ελένη; Μουζάλα, Μελίνα; Κάλφας, Βασίλειος; Μπάλλα, Χλόη; Γουδέλη, Κυριακή; Τερέζης, Χρήστος; Ράγκος, Σπυρίδων; Giasoumi, Athanasia
    Η παρούσα διατριβή πραγματεύεται τη σχέση που συνδέει την μυθική σύνθεση και την διαλεκτική μέθοδο στο πλατωνικό έργο. Οι περισσότεροι μελετητές, βασιζόμενοι στις ποιητικές κριτικές του Πλάτωνος στην Πολιτεία, υποστηρίζουν ότι ο φιλόσοφος εξορίζει την ποίηση και την τέχνη εν γένει, από την ιδανική πολιτεία του, και, κατά συνέπεια, δεν θα έπρεπε ο ίδιος να συνθέτει και να χρησιμοποιεί μύθους. Ενάντια σε αυτή τη θεώρηση, επιχειρώ να δείξω, αφενός, ότι ο Πλάτων διακρίνει δύο είδη ποιήσεως· το ένα το υιοθετεί, το άλλο το εξορίζει. Στην πρώτη περίπτωση, η ποίηση είναι ωφέλιμη, διότι καθιστά αρμονικές και ενάρετες τις ψυχές των πολιτών, τρέφοντας στον κατάλληλο βαθμό το ενδιάμεσο ψυχικό τμήμα, δηλαδή το θυμοειδές, και συναρμόζοντας το με το ανώτερο, ήτοι το λογιστικό. Στη δεύτερη, είναι επιβλαβής, επειδή ενσπείρει σε αυτές τη δυσαρμονία και τη διαφθορά, ενδυναμώνοντας υπερβολικά την υποδεέστερη ψυχική δύναμη, που είναι το επιθυμητικό. Βάσει της ανωτέρω διάκρισης, υποστηρίζω ότι τα πλατωνικά μυθολογήματα συνιστούν πρότυπα της απλής και ωφέλιμης μυθολογίας και ότι η χρήση τους αποσκοπεί στην εγχάραξη της αρετής στις ψυχές των αναγνωστών/ακροατών τους. Εισηγούμαι, επιπλέον, ότι ο μύθος, ως πλατωνική σύνθεση, εμφανίζεται μετά την εισαγωγή της θεωρίας της ανάμνησης και της υποθετικής μεθόδου στον Μένωνα, γεγονός που καταδεικνύει ότι η λειτουργία του πλατωνικού μύθου είναι, θεμελιωδώς, συνυφασμένη με την πλατωνική μέθοδο.
  • ItemOpen Access
    Η έννοια της ομοιότητας στον Πρόκλο
    Παρασκευοπούλου, Αικατερίνη; Τερέζης, Χρήστος; Περδικούρη, Ελένη; Ζεϊμπέκης, Ιωάννης; Ράγκος, Σπύρος; Τεμπέλης, Ηλίας; Πέτσιος, Κωνσταντίνος; Καλογεράκος, Ιωάννης; Τερέζης, Χρήστος; Paraskevopoulou, Aikaterini
    Η έννοια της «ομοιότητας» έχει ήδη αναδείξει την συστηματική παρουσία της στο πλαίσιο της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας τουλάχιστον από την διαλεκτική οντολογία της πλατωνικής πραγματείας Παρμενίδης (139c-140b), όπου αρθρώνεται το σύνολο των κατηγοριών των περιγραφουσών τον τρόπο ύπαρξης του μεταφυσικού και του φυσικού σύμπαντος. Κατά την ύστερη αρχαιότητα και στην περίοδο του Νεοπλατωνισμού κατέχει κεντρική θέση στο οντολογικό σύστημα του σχολάρχη Πρόκλου και διαδραματίζει κεφαλαιώδη ρόλο τόσο στην συγκρότηση όσο και κατά τις μεταξύ τους σχέσεις της μεταφυσικής και της κοσμολογίας του. Σημειωτέον ότι και οι δύο κλάδοι εκλαμβάνονται υπό το πρίσμα τους ως συνεκτικών θεωρητικών συστημάτων, με την πρώτη να αποτελεί την αέναη και ανεξάντλητη πηγή και νοηματοδότηση της δεύτερης, η οποία παραπέμπει στην έλλογη αϊδιότητα και νομοθετικά λειτουργούσα έναντι τού φυσικού γίγνεσθαι. Πρόκειται, για μία κατηγορία η οποία ορίζει τις σχέσεις τόσο ανάμεσα στις ίδιες τις οντότητες του μεταφυσικού κόσμου όσο και στη σχέση συλλήβδην του φυσικού κόσμου με τις οντότητες αυτές, υπό άπειρους ποσοτικά διακλαδισμούς και σχηματοποιήσεις, περιγραφόμενες πολλάκις με το ζεύγος «γένος-εἴδη» ή με αυτό «ἕν-πλῆθος», χωρίς επίσης να αποκλείεται και το «ὅλον-μέρη», το οποίο λειτουργεί σε περιορισμένη κλίμακα, καθότι συνήθως εγγράφεται στα όσα τελούνται στο ίδιο οντολογικό πεδίο, με συνέπεια οι εξειδικεύσεις να παραπέμπουν και σε τρόπους της ίδιας παρουσίας.
  • ItemOpen Access
    Protention in Husserl's phenomenology
    Σουελτζής, Νικόλαος; Κόντος, Παύλος; Schnell, Alexander; Θεοδώρου, Πάνος; Mensch, James; Drummond, John; Hopkins, Burt; Micali, Stefano; Soueltzis, Nikolaos
    The present doctoral dissertation intends to examine the particular role and function of protention within the scope of Edmund Husserl’s phenomenology of time. We initially discuss Husserl’s broader theory of time-consciousness and attempt to clarify the methodological steps by means of which one gains phenomenological access to the deepest level of primal awareness of time. We then examine the fundamental dimension of retentional consciousness, i.e., of our primal awareness of the past. By pointing out its essential features as well as the issues raised in its phenomenological analysis, our investigation of protention attains its general orientation. We trace Husserl’s shift from his early texts on time-consciousness up to his mature texts by going through the various time-diagrams he used to depict and describe time-consciousness. Moving on to the analysis of protentional consciousness, we discuss certain fundamental concepts of Husserl’s phenomenology of time, such as “double intentionality,” “protentional modification,” “general” and “particular fulfillment,” “clarifying” and “confirming making-intuitive” (Veranschaulichung). Furthermore, we critically examine different interpretations of protention offered by eminent contemporary Husserl-scholars. Particular emphasis is given in highlighting the “material” or “content” aspect of protention and its fundamental intertwinement with other passive dimensions of our conscious life. The main contribution of the dissertation consists in the paradigmatic analysis of this intertwinement, showing that Husserl’s analyses of protention are not just “formal” or “formalistic” descriptions since they do take into account the richness of our experiential life.
  • ItemOpen Access
    Όροι διαμόρφωσης της Γνωσιολογίας στον βυζαντινό Γεώργιο Παχυμέρη στην "Παράφρασή" του στην πραγματεία "Περί Μυστικῆς Θεολογίας" του Διονυσίου Αρεοπαγίτου
    Αρτέμη, Ειρήνη; Τερέζης, Χρήστος; Τερέζης, Χρήστος; Artemi, Eirini
    Ο Γεώργιος Παχυμέρης (1242–1310) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, σημαντικός κληρικός, θεολόγος, λόγιος, φιλόσοφος, ιστορικός και μαθηματικός με δαψιλή εκκλησιαστική και πολιτική δράση και ευρύτατο σε έκταση και ποιότητα συγγραφικό έργο. Σημαντικό μέρος στον συγγραφικό κάματό του κατέχουν οι παραφράσεις. Αυτές γίνονται ένας από τους αγαπημένους του τρόπους συγγραφής. Μέσα από τις παραφράσεις του Διονυσίου Αρεοπαγίτη ή Ψευδο - Διονυσίου φαίνεται ότι ο Παχυμέρης είναι ένας μυστικός χριστιανός, πλήρης από θείο έρωτα. Η έφεσή του αυτή θα του επιτρέψει να δραπετεύσει από τον πλουραλισμό της ανθρώπινης σκέψεως και να κατορθώσει να πετύχει την ένωση με το Εν. Επίσης, ο σχολιασμός – Παράφραση των έργων του Ψευδο - Διονυσίου από τον Παχυμέρη δείχνει και την εκ μέρους του χριστιανική ανάγνωση της πλατωνικής και της νεοπλατωνικής παραδόσεως. Το έργο που εξετάζεται σε αυτή την μελέτη είναι Παράφρασις Περί τῆς Μυστικῆς Θεολογίας τοῦ Διονυσίου Ἀρεοπαγίτη. Μέσα από τη συγκεκριμένη Παράφραση ο Παχυμέρης σχολιάζει και παραφράζει το έργο του Διονυσίου με κεκαλυμμένες αναφορές στο νεοπλατωνισμό και με έμμεσες ή άμεσες αναφορές στο έργο του Δαμάσκιου και κυρίως του Πρόκλου. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο βυζαντινός φιλόσοφος αποκλείει εξ αρχής μία απόλυτη –όχι όμως και σχετική– νομιναλιστική ανάγνωση και αναδεικνύει την σχέση συνάφειας της θείας ύπαρξης με την παραγόμενη πραγματικότητα. Μέσα από την μελέτη αυτή επιχειρείται να παρουσιαστεί και υπό ποιούς όρους μπορεί να συγκροτηθεί ένα συνεκτικό σύστημα Γνώσεως. Κατά βάση δηλαδή, αναλάβαμε να αναδείξουμε το αν ο Παχυμέρης μπορεί να εκληφθεί ως διανοητής, ο οποίος κινείται με αυστηρές επιστημολογικές αρχές. Η διερεύνηση της εν λόγω λεπτομέρειας έχει καίρια σημασία για την ιστορία της φιλοσοφίας και της θεολογίας, καθότι θα δοθούν ορισμένες απαντήσεις αναφορικά με το εάν είναι εφικτή ἡ συμπόρευση ανάμεσα στην πίστη και στον ορθό λόγο. Μέσα από το συγκεκριμένο έργο υπογραμμίζεται ότι η θεία ουσία παραμένει διηνεκώς απρόσιτη και για τον λόγο αυτό ο άνθρωπος ως πεπερασμένο έννουν όν οφείλει να αρθρώσει έναν μετριοπαθή λόγο έχοντας κατανοήσει πλήρως τα γνωστικά όριά του. Έτσι, μέσω της Μυστικής Θεολογίας τονίζει ο Παχυμέρης, ότι ο ανθρώπινος νους γνωρίζει το Θεό. Το κριτικό όργανο του νου δόθηκε, για να γνωρίσει επαρκώς την αλήθεια. Η μόνη όμως αυτοαλήθεια είναι ο Θεός. Άρα πρωταρχικό έργο του νου είναι η επίγνωση του Θεού, επίγνωση όμως ανάλογη με τη δυνατότητα που έχει ο πεπερασμένος άνθρωπος να γνωρίσει τον άπειρο σε μέγεθος Θεό. Αδυνατεί χωρίς την άνωθεν συνδρομή να κατανοήσει τον Θεό. Επιπλέον, όταν ο άνθρωπος υπερβαίνει τον πρώτο τύπο αγνωσίας, εξακολουθεί να µην έχει ξεφύγει τελείως από την πραγµατικότητα του σκότους – ένα γενικό χαρακτηριστικό της κτιστής φύσης του. Το ίδιο το γεγονός, ότι ο άνθρωπος δηµιουργήθηκε εκ του µη όντος, και περιέχονται στη φύση του χαρακτηριστικά της κτιστότητας και της τρεπτότητας, τον διαφοροποιεί ουσιαστικά από το Δηµιουργό του. Έτσι, η βάση για κάθε ανθρώπινη έκφραση ή γνώση του Θεού, είναι η ενότητα που συνεπάγεται την οντολογική διάκριση µεταξύ της κτιστής και της άκτιστης φύσης. Μέσα στο πλαίσιο της θεολογίας η χρήση της πλατωνικής, της αριστοτελικής, της νεοπλατωνικής και εν γένει της μεταφυσικής φιλοσοφίας υπερβαίνει τα αυστηρά ανθρωποκεντρικά κριτήριά τους και ανάγονται σε μυστικά και ενορατικά πλαίσια για τη γνώση του Θεού και τον τρόπο μέθεξης του έλλογου ανθρώπινου δημιουργήματος στον Δημιουργό Του. Τέλος, στο κείμενο του Παχυμέρη διαφαίνεται ένας χριστιανικός αριστοτελισμός και ένας χριστιανικός νεοπλατωνισμός, χωρίς όμως να αλλοιώνεται το χριστιανικό δόγμα και ἡ διδασκαλία των πατέρων του Χριστιανισμού των προηγούμενων αιώνων. Άξιο μνείας είναι ότι μέσα από την Παράφραση σημαίνουσα θέση κατέχει η συμβολική θεολογία, η οποία αποτελεί τη βάση στο έργο του Παχυμέρη για την αναγωγή του πιστού στη γνώση του Θεού. Άλλωστε, η τέλεια και ενιαία Αιτία των πάντων υπερβαίνει κάθε ορισμό και κάθε πρόθεση και υπερβαίνει κάθε αφαίρεση ή υπεροχή Εκείνου που απλά έχει αποδεσμευθεί από όλα και που τα πάντα υπερβαίνει.
  • ItemOpen Access
    Η παρουσία του νεοπλατωνικού Πρόκλου στην "Παράφραση" του Γεωργίου Παχυμέρη στο "Περί θείων ονομάτων" του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου
    Πετρίδου, Λυδία; Τερέζης, Χρήστος; Περδικούρη, Ελένη; Μουζάλα, Μελίνα; Πέτσιος, Κωνσταντίνος; Πρωτοπαπά-Μαρνέλη, Μαρία; Ζωγραφίδης, Γεώργιος; Τεμπέλης, Ηλίας; Petridou, Lydia
    Στην παρούσα διδακτορική διατριβή, στην οποία ως κείμενο αναφοράς χρησιμοποιούμε την Παράφραση του Γεωργίου Παχυμέρη στο Περί Θείων Ονομάτων του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, επιχειρούμε να εντοπίσουμε τον βαθμό της γόνιμης συμπλοκής της Φιλοσοφίας της Ύστερης Αρχαιότητας με την Θεολογία της Ορθόδοξης Ανατολής, έτσι όπως αυτή διαμορφώθηκε κυρίως κατά την εποχή της Παλαιολόγειας Αναγέννησης. Πρόκειται για ένα πεδίο έρευνας το οποίο, καθώς δομείται από την συνάρθρωση ποικίλων θεωρητικών επιπέδων και θεματικών ενοτήτων, φέρει στο προσκήνιο ένα πλέγμα ανεξάντλητων εξειδικεύσεων, με τις συνάφειες και τις διαφορές να αναδεικνύονται συνεχώς. Δύο είναι ειδικότερα οι κατευθύνσεις μας, οι οποίες παρουσιάζουν σαφώς και ιστορικό ενδιαφέρον: α) η σχέση θεολογίας και φιλοσοφίας στο Βυζάντιο και β) η παρουσία των πλατωνικών, των αριστοτελικών και, κυρίως, των νεοπλατωνικών θεωρητικών στοιχείων του Πρόκλου στο κείμενο του Παχυμέρη, ο οποίος, σημειωτέον, είναι από τους ελάχιστους βυζαντινούς συγγραφείς που χρησιμοποιούν το σύνολο του εννοιολογικού οπλοστασίου της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας. Η ερευνητική παράμετρος που κυρίως μας ενδιαφέρει, είναι η ανάγνωση ή η χρήση των εννοιών από τον Γ. Παχυμέρη. Ερευνούμε δηλαδή τον βαθμό στον οποίο η ελληνική εννοιολογία διασώζει την ακεραιότητά της ή υποτάσσεται στους σκοπούς που θέτει ο ιδεολογικός, με την ευρεία σημασία του όρου, χώρος στον οποίο έχει πλέον υπαχθεί. Αναφορικά με τον Γ. Παχυμέρη, η επιλογή μας εδράζεται στο ότι δεν πρόκειται για έναν απλό υπομνηματιστή του Διονυσίου, αλλά για έναν φιλόσοφο εκλεκτικιστή, ο οποίος συνιστά σταθμό στην πρόκλεια παράδοση, χωρίς ωστόσο αυτή η ανάγνωση να επηρεάζει στο ελάχιστον την χριστιανική συνέπειά του. Είναι σαφές ότι συγκροτεί ένα πλήρες σύστημα θεογνωσίας και ονοματοθεσίας με αιτιολογήσεις και θεμελίωση των αρχών του και παρά το ότι κινείται παράλληλα με τον Πρόκλο και δίδει πλείστες απαντήσεις, δεν συγκρούεται μαζί του, καθότι έχει απόλυτη επίγνωση της επιστημονικής αποστολής του. Ως προς την δομή της μελέτης μας, θα σημειώναμε τα εξής: Στο εκτενές εισαγωγικό σημείωμα, επεξεργαζόμαστε ζητήματα τα οποία κρίνουμε ότι συνιστούν αναγκαίες προϋποθέσεις για την εις βάθος μελέτη των πηγών και οριοθετούμε, όσο είναι εφικτό, τα στοιχεία εκείνα τα οποία διεμόρφωσαν την περί θεωνυμιών θεωρία, η οποία προέκυψε από την γόνιμη συμπλοκή της νεοπλατωνικής με την χριστιανική φιλοσοφία τον πέμπτο αιώνα και η οποία, αντλώντας το εννοιολογικό υλικό της από την αρχαιοελληνική, την ελληνιστική, την βιβλική και την πρώιμη χριστιανική παράδοση, κριτικά το ανακατασκευάζει και το μεθερμηνεύει. Στην συνέχεια, αναλαμβάνουμε την προσέγγιση των εξειδικευμένων οπτικών του Πρόκλου σχετικά με την θεωνυμία τού Είναι. Οι αναφορές μας εστιάζουν στο τρίτο βιβλίο της Περί της κατά Πλάτωνα θεολογίας και σε συγκεκριμένα εδάφια, τα οποία έχουν ως κύριο άξονα για την ανάπτυξή τους τον πλατωνικό διάλογο Παρμενίδης. Ο στόχος μας είναι να αναδειχθεί, αφενός, το πώς η μεταφυσική Οντολογία υποτάσσεται στην ανώτερή της Ενολογία, και, αφετέρου, η κατά τον Λύκιο φιλόσοφο αναγκαιότητα της οντολογικής υποβάθμισης του μεταφυσικού συστήματος, προκειμένου να προκύψει το σύνολο του αντιληπτού διά των αισθήσεων φυσικού κόσμου. Στο επόμενο κεφάλαιο, μεταφέρουμε το ζήτημα περί τού Είναι στον βυζαντινό φιλόσοφο Γεώργιο Παχυμέρη. Συγκεκριμένα, εστιάζουμε στο πέμπτο κεφάλαιο της Παράφρασής του, το πιο αποφασιστικό αναφορικά με κεφαλαιώδους σημασίας έννοιες για την κατανόηση του χριστιανικού κοσμοειδώλου, κυριότερη εκ των οποίων αναδύεται ότι είναι το «πλήθος», και μάλιστα κατά την μεταφυσική παρουσία του. Επιπλέον, στο κεφάλαιο αυτό, όχι μόνον αναδεικνύουμε το πώς ο Παχυμέρης τεκμηριώνει τον μονοθεϊσμό διά της συζήτησης περί των θείων ουσιωνυμιών και περί των παραδειγμάτων, αλλά και το πώς μία πληθώρα όρων οι οποίοι αντλούνται από το νεοπλατωνικό οπλοστάσιο, αλλά και το πλατωνικό και το αριστοτελικό, αντιπροσωπεύουν το περιεχομενικά καινόν. Κατόπιν, επιχειρούμε μία συγκριτική συνεξέταση του ζητήματος περί του πώς ακριβώς αξιοποιείται ο πλατωνικός διάλογος Παρμενίδης από τους δύο στοχαστές. Εν συνεχεία, παραθέτουμε ένα εκτενές εγκυκλοπαιδικό-εννοιολογικό λεξικό, το οποίο περιλαμβάνει την αλφαβητική κατάταξη εννοιών, οι οποίες αντλούνται αποκλειστικά από το πέμπτο κεφάλαιο της Παράφρασης του Γ. Παχυμέρη. Πρόκειται για ένα εγχείρημα το οποίο δεν έχει παρουσιασθεί ποτέ ως τώρα ούτε στην εγχώρια ούτε στην διεθνή έρευνα. Η τελευταία ενότητα της μελέτης μας περιλαμβάνει κατηγορίες οι οποίες ανήκουν και στα δύο θεωρητικά παραδείγματα, αφενός, του Χριστιανισμού και, αφετέρου, του Νεοπλατωνισμού. Σημειωτέον ότι η συστηματικότητα η οποία προσδιορίζει το εδώ εγχείρημα, καταγράφεται διά θεωρητικώς ιεραρχικών διαβαθμίσεων, σύμφωνα δηλαδή με τις προτεραιότητες τις οποίες θα όριζε τόσο ένας χριστιανός όσο και ένας νεοπλατωνικός διανοητής. Με βάση τις εν λόγω ενότητες, αποκτούμε τις προϋποθέσεις, προκειμένου να καταγράψουμε με ιδιαίτερη σαφήνεια τις συνάφειες και τις διαφορές μεταξύ του Χριστιανισμού της Ανατολής και του Νεοπλατωνισμού στους τομείς πρωτίστως της Ενολογίας, της Κοσμολογίας και της Γνωσιολογίας. Ως γενική διαπίστωση, θα μπορούσαμε να σημειώσουμε ότι το ριζοσπαστικό στοιχείο, το οποίο απορρέει εκ του συνόλου των όσων διημείφθησαν, δεν είναι η εξύμνηση της θεολογίας, αλλά η προοπτική της ερμηνείας, παράμετρος εκ της οποίας καθίσταται σαφές ότι η σύνδεση της Φιλοσοφίας με την Θεολογία είναι άρρηκτη.
  • ItemOpen Access
    Η θέση των πλατωνικών νόμων στο έργο του Πρόκλου : Προς μια αναβίωση της πολιτικής φιλοσοφίας. Ο Πλάτων επανέρχεται στην Αθήνα
    (2013-07-15) Κάσση, Λυδία; Τερέζης, Χρήστος; Τερέζης, Χρήστος; Καλογεράκος, Ιωάννης; Περδικούρη, Ελένη; Τεμπέλης, Ηλίας; Πέτσιος, Κωνσταντίνος; Κάλφας, Βασίλειος; Πρωτοπαπά, Μαρία; Kassi, Lydia
    Η εργασία αφορά στο πώς προσλαμβάνει ο Πρόκλος τους πλατωνικούς Νόμους μέσα από τους οποίους αντλεί διάφορες θεματικές ενότητες, οι οποίες συνθέτουν την πλατωνική φιλοσοφία στο σύνολό της. Αναδύονται τα θέματα της πλατωνικής ψυχολογίας, θεολογίας και κοσμολογίας και δίδονται σε αυτά κοινωνικές προεκτάσεις φέροντας τον αναγνώστη πλησίον της πλατωνικής θεώρησης περί της παιδείας και της ανίχνευσης των θείων αρχετύπων των αρετών και της κοινωνικής δικτύωσης. Τέλος, η εργασία στο σύνολό της συνιστά έναν φόρο τιμής προς την Φιλοσοφία ως πνευματική-διαλεκτική πράξη και ως διακριτό επιστημονικό κλάδο.
  • ItemOpen Access
    Ελευθερία και αναγκαιότητα κατά τον Μάξιμο τον Ομολογητή : προς μία οντολογία του προσώπου
    (2012-09-17) Καψιμαλάκου, Χριστίνα; Τερέζης, Χρήστος; Τερέζης, Χρήστος; Δεληκωσταντής, Κωνσταντίνος; Ζωγραφίδης, Γεώργιος; Μπέγζος, Μάριος; Γαϊτάνης, Βασίλειος; Τεμπέλης, Ηλίας; Περδικούρη, Ελένη; Kapsimalakou, Christina
    Αντικείμενο της διδακτορικής αυτής διατριβής είναι το πρόβλημα περί της ελεύθερης βούλησης του ανθρώπου, σε σχέση με την παρουσία της θείας προνοίας στη ζωή του όπως διατυπώνεται από τον Μάξιμο τον Ομολογητή (580-662), οπότε αναγκαίως εισήχθη στη συζήτηση και το μεταφυσικό στοιχείο με τις γενικές οντολογικές προκείμενες που το διέπουν και τις ειδικές κοσμολογικές που το ακολουθούν. Τα κύρια σημεία που επιχειρούμε να αναδείξουμε, ως ερευνητικά προς εξειδίκευση ζητήματα, με συνοπτικό τρόπο είναι τα εξής: α΄. Ο άνθρωπος έχει τις προϋποθέσεις να φέρει στο προσκήνιο με ποιοτικούς όρους την ύπαρξή του υπό την οπτική του προσώπου, κατ’ αναλογίαν με τα Πρόσωπα της τριαδικής θεότητας, να πραγματοποιήσει δηλαδή τη ζωή ως αγάπη, δηλαδή ως ελευθερία και όχι ως φυσική αναγκαιότητα. β΄. Ο Θεός ελεύθερα δημιουργεί τον κόσμο και ανάγει το είναι στην ελευθερία, θέτοντας νέα δεδομένα στην οιονεί λογοκεντρική αναγκαιότητα που κατά περιπτώσεις παρουσιάζεται στην αρχαία ελληνική διανόηση της κλασικής περιόδου, παρά το ότι δεν πρέπει να μάς διαφεύγει ότι ο Δημιουργός στον πλατωνικό Τίμαιον διέπεται από προκεχωρημένο βαθμό ελεύθερων προσωπικών επιλογών. Γίνεται λόγος από τον Αθηναίο φιλόσοφο για ένα θείο πρόσωπο που βούλεται, βουλεύεται και κινείται με αισθητικά κριτήρια, τα οποία δεν υποτάσσονται σε αναγκαιότητες. Σημειωτέον μάλιστα ότι και ο νεοπλατωνικός Πρόκλος (412 - 485) επιμένει έτι περαιτέρω στις εν λόγω καταστάσεις. Η χριστιανική θεώρηση όμως της δημιουργίας διευρύνει σε μέγιστο βαθμό το βουλητικό και το βουλευτικό περιεχόμενο της θείας ενέργειας. Το κεφαλαιώδες μάλιστα μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας και ενανθρωπήσεως του θείου Λόγου, δηλώνει ακριβώς τη μεταμόρφωση του αιτιατού υπό τους όρους του αιτίου του. γ΄. Ο άνθρωπος διαθέτει φύσει – οντολογικά – ελευθερία βουλήσεως, και έτσι ενισχύεται εξ ορισμού το δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας του και διασφαλίζεται το αυτεξούσιό του, ανεξάρτητα από το πώς θα το κατανοήσει και θα το προβάλει. δ΄. Η ανθρώπινη φύση φθάνει στην πληρότητά της ή στο καθ’ ομοίωσιν, διά της ελευθερίας του προσώπου, εφ’ όσον το ίδιο χρησιμοποίησε το αυτεξούσιον του προς την πραγμάτωση του αγαθού. Πρόκειται για μία ρήτρα που κινείται στον άξονα μιας απόλυτης συμμετρίας, καθότι η μία έννοια (αγαθόν) θέτει δι’ αμέσου συνεπαγωγής και την παρουσία της δεύτερης (ελευθερία) ή και αντιστρόφως. Τέλος, προκειμένου να αναδείξουμε ευρύτερα την σχέση ελευθερίας –αναγκαιότητας, επιχειρήσαμε σε ορισμένες περιπτώσεις να την εντοπίσουμε, στις γενικές διατυπώσεις της, και στον χώρο του Νεοπλατωνισμού, και ιδιαίτερα στον Πρόκλο, ο οποίος έχει επεξεργασθεί συστηματικά το ζήτημα στα σχόλιά του στους Πλατωνικούς διαλόγους Αλκιβιάδης Α’, κυρίως, Πολιτεία και Τίμαιος, στα οποία μάλιστα αναπτύσσει μία γενικευμένη ανθρωπολογία. Μέσα από τις εν λόγω αναφορές, άλλοτε ρητά και άλλοτε υπόρρητα, επιχειρήσαμε να διατυπώσουμε εκτιμήσεις για το φιλοσοφικό βάθος του στοχασμού του Μαξίμου, ο οποίος κινείται κυρίως στον θεολογικό άξονα έρευνας. Σε ορισμένα, επίσης, σημεία εξετάσαμε και τις σχέσεις του με την ηθική του Αριστοτέλη, κυρίως ως προς την έννοια της προαίρεσης. Τέλος οι αναφορές μας στους Στωικούς κυρίως είχαν ως βάση τις ανθρωπολογικές –ηθικές κατηγορίες του «ἐφ’ ἡμῖν» και του «οὐκ ἐφ ἡμῖν».
  • ItemOpen Access
    Μεταφυσικές προκείμενες μιας οικοκεντρικής θεώρησης στον Νεοπλατωνικό Πρόκλο
    (2012-01-25) Χονδρομάρας, Αθανάσιος; Τερέζης, Χρήστος; Καλογεράκος, Ιωάννης; Αναστασοπούλου, Θεώνη; Κάλφας, Βασίλειος; Τεμπέλης, Ηλίας; Περδικούρη, Ελένη; Μουζάλα, Μελίνα; Chondromaras, Athanasios
    Η παρούσα μελέτη εδράζεται κυρίως σε σχόλια του Πρόκλου μέσα από την εκτενή πραγματεία του Εις τον Τίμαιον Πλάτωνος όπου διαπιστώνουμε ότι ως εν ταυτώ επιστήμων και μεταφυσικός προσεγγίζει το φυσικό περιβάλλον με βάση ένα παράδειγμα τελολογικό, θείων προδιαγραφών σύμφωνα με το οποίο εντοπίζει στις διαδικασίες του μία προϊούσα βελτιωτική εξέλιξη, η οποία θα το οδηγήσει μέσα από αυστηρές κανονικότητες στην ολοκλήρωσή του. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό το ότι, με το να αποδίδει στο κοσμικό σύμπαν και προσωπικά ιδιώματα, το παρουσιάζει να αρθρώνεται στην εξέλιξή του με ορμικά, βουλητικά και έλλογα στοιχεία. Παρουσιάζει δηλαδή ένα σύμπαν να αφομοιώνει βαθμιαία το σύνολο των θείων χορηγιών και να πορεύεται με συνειδητό τρόπο στην πραγμάτωση των δυνατοτήτων που άνωθεν έχει λάβει. Παρ’ όλο που ο Πρόκλος επιμένει ιδιαίτερα στο να χρησιμοποιεί τα μαθηματικά και την φυσική επιστήμη, οι τελικές εκτιμήσεις του σε κάθε περίπτωση είναι θεολογικές, με ισχυρή πάντως την στήριξη της φιλοσοφίας τόσο από πλευράς ιστορικής όσο και συστηματικής. Προβάλλει ένα σύμπαν το οποίο συνεχώς πορεύεται στο να εξομοιωθεί με το θείον και έτσι να υπερβεί τις όποιες ατέλειες έχει, οι οποίες περιορίζουν – έστω και όχι σε μόνιμη βάση - την ανταπόκρισή του στην πληρότητα. Από έναν τέτοιο σχεδιασμό απουσιάζουν το οιοδήποτε μοντέλο περιγραφής που στηρίζεται στην τυχαιότητα, η επιμονή στον εντοπισμό απόλυτα προβλέψιμων καταστάσεων μηχανιστικής μετάβασης από το προηγούμενο στο επόμενο και η αναζήτηση νόμων που έχουν αποκλειστικά και μόνον φυσικοεμπειρική εξήγηση και κινούνται στον ορίζοντα της τυπικής επαναληπτικότητας. Υπό τους ανωτέρω όρους, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι διατυπώνεται μία θεωρία του οικοκεντρισμού καθώς το φυσικό περιβάλλον αντιμετωπίζεται ως ολότητα οργανική, όπου αναγκαστικά αποκλείονται οι διορθωτικές παρεμβάσεις μιας τάξης ορισμένων όντων σε βάρος κάποιων άλλων αφού δεν αποδίδεται προτεραιότητα σε κυριαρχικού τύπου ιεραρχήσεις αλλά σ’ εκείνη την αμοιβαιότητα που διασώζει την ιδιαιτερότητα των συμβαλλομένων παραγόντων. Τα ανωτέρω, μάλιστα, συναρτώνται με μία επιμελημένη οριοθέτηση του ζητήματος περί των αξιών και των γενικότερων προϋποθέσεων που συστηματικά το διαμορφώνουν.