Τμήμα Βιολογίας (ΜΔΕ)

Permanent URI for this collection

Browse

Recent Submissions

Now showing 1 - 5 of 389
  • Thumbnail Image
    Item
    Open Access
    Μελέτη της περιεκτικότητας σε καροτενοειδή και της φωτοσυνθετικής απόδοσης στο καλλιεργούμενο είδος Eruca sativa : η επίδραση διαφορετικών εντάσεων φωτός και υδατικής καταπόνησης κατά την ανάπτυξή του
    (2024-02-27) Κώτση, Κασσιανή; Kotsi, Kassiani
    Ο φωτοσυνθετικός ρόλος των καροτενοειδών (β-καροτένιο, νεοξανθίνη, λουτεΐνη, βιολαξανθίνη, ανθεραξανθίνη και ζεαξανθίνη) αφορά στην απορρόφηση της ηλιακής ακτινοβολίας και την φωτοπροστασία σε συνθήκες φωτοαναστολής. Η φωτοπροστατευτική τους δράση στα φύλλα σχετίζεται με τη μη-φωτοχημική απόσβεση (NPQ) της ενέργειας διεγέρσεως και την εξουδετέρωση δραστικών μορφών Ο2. Οι ζωικοί οργανισμοί δεν διαθέτουν μηχανισμούς παραγωγής καροτενοειδών και τα προσλαμβάνουν μέσω της δίαιτας με φυτικής προέλευσης τροφές. Ειδικότερα στον άνθρωπο, έχει δειχθεί ότι τα καροτενοειδή προστατεύουν έναντι διάφορων παθήσεων (καρδιαγγειακές παθήσεις, εγκεφαλικά επεισόδια, κάποιες μορφές καρκίνου, εκφύλιση της ωχράς κηλίδας κ.ά.). Επομένως, η κατανάλωση τροφών πλούσιων σε καροτενοειδή και άλλα αντιοξειδωτικά κρίνεται ζωτικής σημασίας. Τα επίπεδα των καροτενοειδών στα φύλλα εξαρτώνται από την αλληλεπίδραση του μεταβολισμού τους με καταπονητικούς παράγοντες του περιβάλλοντος, ιδιαίτερα όταν αυτοί συμμεταβάλλονται. Συγχρόνως, μια έντονη καταπόνηση αναμένεται να έχει αρνητική επίδραση στη φωτοσύνθεση του φυτού. Στην παρούσα εργασία μελετήθηκαν τα περιεχόμενα καροτενοειδή και η φωτοσυνθετική απόδοση φυτών Eruca sativa Mill. (ρόκα) υπό τη συνδυασμένη επίδραση διαφορετικών εντάσεων φωτός και υδατικής καταπόνησης σε θάλαμο ανάπτυξης, προκειμένου να διερευνηθούν οι συνθήκες που ενισχύουν την περιεκτικότητά τους σε καροτενοειδή διατηρώντας παράλληλα τη φωτοσυνθετική απόδοση σε ικανοποιητικά επίπεδα. Πειραματικά αξιοποιήθηκαν τεχνικές φασματοφωτομετρίας (Shimadzu UV 160 A) και υγρής χρωματογραφίας υψηλής απόδοσης (HPLC) σε μεθανολικά εκχυλίσματα φύλλων, μετρήσεις φθορισμού της χλωροφύλλης τόσο σε δείγματα προσαρμοσμένα στο φως (Mini-PAM) όσο και σε δείγματα προσαρμοσμένα στο σκοτάδι (Handy-PEA), καθώς και φασματικής ανακλαστικότητας (Polypen RP40) σε άθικτα φύλλα. Σύμφωνα με τα αποτελέσματά μας, η επίδραση με τους δύο καταπονητικούς παράγοντες καθώς και με το συνδυασμό αυτών δεν οδηγεί σε αύξηση της περιεκτικότητας των καροτενοειδών. Αντίθετα, παρατηρείται μία τάση μείωσης της συγκέντρωσης των ολικών χλωροφυλλών, των ολικών καροτενοειδών καθώς και , ξεχωριστά, των επιμέρους καροτενοειδών. Εξαίρεση αποτελεί το αντιοξειδωτικό μόριο: β-καροτένιο, το οποίο αποτελεί πρόδρομο μόριο των υπόλοιπων καροτενοειδών και αυξήθηκε στατιστικώς σημαντικά με την έκθεση σε υψηλές εντάσεις φωτός. Όσον αφορά τους δείκτες λειτουργικότητας του <<κύκλου των ξανθοφυλλών>>, αξίζει να αναφερθεί πως ο δείκτης DEPS είναι εμφανώς χαμηλότερος στα υδατικά καταπονημένα άτομα αλλά και στα άτομα που δέχθηκαν ενδιάμεσες εντάσεις φωτός. Σχετικά με τις φωτοσυνθετικές παραμέτρους, διαπιστώθηκε η διατήρηση ικανοποιητικής φωτοσυνθετικής απόδοσης υπό την επίδραση με τους αναφερθέντες καταπονητικούς παράγοντες. Μάλιστα η διεργασία της φωτοσύνθεσης ενδέχεται να ευνοείται με έκθεση σε υψηλές εντάσεις φωτός, απουσία υδατικής καταπόνησης (άνοδος του δείκτη PItotal). Ακόμη, η οδός της μη φωτοχημικής απόσβεσης, NPQ, υπερέχει στα υδατικά καταπονημένα άτομα και στις συνθήκες φωτισμού. Ωστόσο, σε συνθήκες υψηλού φωτισμού οι διαφορές μεταξύ των δύο υδατικών καταστάσεων εντείνονται. Να τονιστεί ότι ο δείκτης NPQ μεταβάλλεται αντίθετα από τους δείκτες DEPS & VAZ (/ gr DW). Κατά αυτόν τον τρόπο γίνεται κατανοητό πως ο <<κύκλος VAZ>> δεν αποτελεί τη μοναδική συνιστώσα του NPQ. Από τα αποτελέσματα που προέκυψαν εξάγεται το συμπέρασμα, πως αν και ήπια η υδατική καταπόνηση επιδρά σημαντικά στους φυσιολογικούς μηχανισμούς ανάπτυξης των καλλιεργούμενων ατόμων ρόκας. Τέλος, όσον αφορά τις συσχετίσεις των δεικτών ανακλαστικότητας με τις αντίστοιχες συγκεντρώσεις των χρωστικών, καθώς και τις αναλογίες αυτών βρέθηκε πως οι δείκτες mNDI, Chla/b και PRI (σκοτάδι) αποτυπώνουν σε πολύ καλό βαθμό τη συγκέντρωση των ολικών χλωροφυλλών (/cm2) αλλά και των αναλογιών Chlb/a και Car/Chls, αντίστοιχα.
  • Thumbnail Image
    Item
    Embargo
    Υδρόβια μακρόφυτα των μεσογειακών ποταμών Αχελώου και Ευήνου : περιβαλλοντικοί παράγοντες, υδρογεωμορφολογικά χαρακτηριστικά και ανθρωπογενείς επιδράσεις
    (2024-03-06) Ξυνογαλά, Ιωάννα; Xynogala, Ioanna
    Η παρόχθια ζώνη (riparian zone), η παραποτάμια βλάστηση και οι υδρόβιες μακροφυτικές συναθροίσεις, αντιπροσωπεύουν σημαντικά ενδιαιτήματα, που παρέχουν μια σειρά λειτουργιών και υπηρεσιών, σημαντικές για την βιοποικιλότητα και τον άνθρωπο. Η αξιολόγηση της συνολικής κατάστασης των ποτάμιων ενδιαιτημάτων, αποτελεί σημαντική πηγή πληροφοριών για τη διαχείριση των υδάτινων σωμάτων και τη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Επίσης, συμβάλει καθοριστικά στον προσδιορισμό των στόχων που πρέπει να τεθούν, με σκοπό τη διατήρηση της καλής κατάστασης ή την αποκατάσταση της υποβαθμισμένης ποιότητας των οικοσυστημάτων. Η παρούσα εργασία αφορά τη συγκριτική μελέτη τεσσάρων διαφορετικών μεθόδων, που εφαρμόστηκαν για την αξιολόγηση της ποιότητας του μέσου και κάτω ρου, δύο Μεσογειακών ποταμών της Ελλάδας, του Αχελώου και του Ευήνου. Οι μέθοδοι αξιολόγησης που χρησιμοποιήθηκαν είναι οι Qualitat del Bosc de Ribera (Riparian Forest Quality Index – QBR), Riparian Quality Index (RQI), Landscape Assessment Protocol (LAP) και River Habitat Survey (RHS). Επιπλέον, διερευνήθηκαν οι κύριες υδρογεωμορφολογικές τροποποιήσεις που ασκούνται σε κάθε ποταμό. Τέλος, μελετήθηκε η σύνθεση των υδροβίων μακροφύτων κατά μήκος των ποταμών και η σχέση τους με τους περιβαλλοντικούς παράγοντες και τις ανθρωπογενείς πιέσεις. Παρά το γεγονός ότι τα κατάντη τμήματα τους υπάγονται στο δίκτυο Natura 2000, έχουν καταγραφεί σημαντικές υδρογεωμορφολογικές αλλοιώσεις. Οι κύριοι στόχοι της παρούσας εργασίας ήταν i) η ανάλυση των αποτελεσμάτων αξιολόγησης της υδρομορφολογικής ποιότητας που προέκυψε από την εφαρμογή των τεσσάρων μεθόδων, ii) η καταγραφή των ανθρωπογενών πιέσεων σε κάθε ενδιαίτημα, iii) η διερεύνηση των σχέσεων μεταξύ των περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών, των πιέσεων και των προτύπων κατανομής και αφθονίας των υδρόβιων μακροφύτων. Τα δεδομένα συλλέχθηκαν από δεκαέξι σταθμούς δειγματοληψίας των δύο ποταμών, κατά τη διάρκεια του έτους 2022 – 2023. Προκειμένου να συγκριθούν οι μέθοδοι αξιολόγησης μεταξύ τους, υπολογίστηκαν τα περιγραφικά στατιστικά τους και κατασκευάστηκαν ιστογράμματα και θηκογράμματα, για τις τιμές των δεικτών. Επίσης, πραγματοποιήθηκε έλεγχος διαφορών Kruskal – Wallis, για τον εντοπισμό στατιστικά σημαντικών διαφορών, όσον αφορά την ποιότητα που κατατάσσει τον κάθε ποταμό, ο εκάστοτε δείκτης. Η διερεύνηση των κύριων υδρογεωμορφολογικών πιέσεων που ασκούνται σε κάθε ποτάμι, επιτεύχθηκε με Ανάλυση Κύριων Συνιστωσών (PCA). Από τα αποτελέσματα φαίνεται ότι ο δείκτης RQI είναι αυτός που κατατάσσει την πλειοψηφία των σταθμών δειγματοληψίας σε ίδια κλάση ποιότητας με τις υπόλοιπες μεθόδους αξιολόγησης, ενώ ο δείκτης LAP παρουσίαζε τις μεγαλύτερες αποκλίσεις. Επίσης, οι δείκτες QBR και HMS, της μεθόδου RHS, έδωσαν χαμηλότερες ταξινομήσεις στην κλάση ποιότητας. Οι μέθοδοι αξιολόγησης δεν έδωσαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στις μέσες τιμές ανάμεσα στα δύο ποτάμια, εκτός από τον δείκτη HMS. Για τον Αχελώο, η ποιότητα της παρόχθιας ζώνης αξιολογείται ως «μέτρια», ενώ δέχεται υδρογεωμορφολογικές τροποποιήσεις κυρίως από τα υδροηλεκτρικά φράγματα και τις αγροτικές δραστηριότητες. Η παρόχθια ζώνη και η παραποτάμια βλάστηση στον Εύηνο βρίσκεται σε πολύ καλύτερη κατάσταση στο ορεινό σε σχέση με το πεδινό του τμήμα. Καθ’ όλο του το μήκος επηρεάζεται σημαντικά από τις υδρολογικές αλλοιώσεις που επιφέρει το φράγμα, ενώ στα πεδινά έχει υποστεί υψηλές τροποποιήσεις στην κοίτη και τις όχθες του. Η δομή και το χωρικό πρότυπο των μακροφυτικών συναθροίσεων αναλύθηκαν χρησιμοποιώντας μη - Μετρική Πολυδιάστατη Κλιμάκωση (NMDS) και Ανάλυση Ειδών Δεικτών (Indicator Species Analysis – ISA), ενώ οι σχέσεις μεταξύ της σύνθεσης των κοινοτήτων με τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά, εξετάστηκαν μέσω της Ανάλυσης Πλεονασμού (RDA). Τα αποτελέσματα έδειξαν πως η NMDS διαφοροποιεί τους δύο ποταμούς ως προς την σύνθεση των συναθροίσεων των ειδών. Τα χαρακτηριστικά είδη που προκύπτουν από την ISA για τον Αχελώο, περιλαμβάνουν τα ελόφυτα Paspalum dilatatum και Samolus valerandi, τα υδρόφυτα Myriophyllum spicatum και Vallisneria spiralis, καθώς και το υγρόφυτο Plantago lanceolata. Σον Εύηνο, τα χαρακτηριστικά είδη που προκύπτουν από την ISA για τον Εύηνο, περιλαμβάνουν ελόφυτα, πτεριδόφυτα και χλωροφύκη του γένους Cladophora sp. Τα ελόφυτα Nasturtium officinale και Veronica beccabunga απαντώνται στο ορεινό τμήμα του Ευήνου, όπου επικρατούν ημι-φυσικές συνθήκες. Το ελόφυτο Typha angustifolia, ελόφυτα και υγρόφυτα του γένους Cyperus sp., όπως το ελόφυτο Cyperus fuscus, καθώς επίσης πτεριδόφυτα του γένους Equisetum sp., όπως το Equisetum ramosissimum, απαντώνται στο πεδινό τμήμα του Ευήνου, που έχει υποστεί σημαντικές αλλοιώσεις. Στον Αχελώο, λόγω της μέτριας ταχύτητας της ροής και του λεπτού υποστρώματος, απαντά μεγαλύτερος αριθμός υδρόφυτων συγκριτικά με τον Εύηνο, όπου η γρήγορη ροή και το αδρομερές υπόστρωμα, δεν ευνοούν την ανάπτυξή τους. Οι γεωργικές δραστηριότητες και οι παρεμβάσεις στη γεωμορφολογία των ποταμών, ήταν οι κύριοι παράγοντες καταπόνησης που συσχετίστηκαν ισχυρά με τα μακρόφυτα. Στους Μεσογειακούς ποταμούς μεσαίου μεγέθους, η δομή των κοινοτήτων συνδέεται με τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά και τις ανθρωπογενείς επιδράσεις. Τα πεδινά τμήματα των ποταμών είναι αυτά που δέχονται τις περισσότερες παρεμβάσεις και υδρογεωμορφολογικές τροποποιήσεις. Αυτό έχει οδηγήσει στην αλλοίωση των φυσικών χαρακτηριστικών της παρόχθιας ζώνης και της παραποτάμιας βλάστησης, καθώς και στη διαμόρφωση της σύνθεσης και της δομής των υδρόβιων μακροφύτων. Για την ολοκληρωμένη αξιολόγηση της ποιότητας του ποτάμιου ενδιαιτήματος και των πιέσεων που ασκούνται σε αυτό, προτείνεται η συμπληρωματική χρήση των μεθόδων αξιολόγησης, καθώς και η παρακολούθηση των βιολογικών ποιοτικών δεικτών, στο πλαίσιο εφαρμογής της Οδηγίας Πλαίσιο για την προστασία των εσωτερικών υδάτων.
  • Thumbnail Image
    Item
    Open Access
    Κριτήρια για τη δημιουργία ζωνών προστασίας και διατήρησης σε προστατευόμενες περιοχές : η περίπτωση του Εθνικού Πάρκου Κοτυχίου-Στροφυλιάς
    (2024-02-28) Λαμπροπούλου, Εύα; Lampropoulou, Eva
    Αντικείμενο της παρούσας διπλωματικής εργασίας αποτελεί η υλοποίηση ενός μοντέλου διαχείρισης και προστασίας στην προστατευόμενη περιοχή του Εθνικού Πάρκου Κοτυχίου – Στροφυλιάς, με σκοπό τη ζωνοποίηση, χρησιμοποιώντας ως κριτήριο τη σημαντικότητα των τύπων οικοτόπων και των ειδών χλωρίδας και πανίδας που αυτή φιλοξενεί. Συγκεκριμένα, μελετήθηκαν τρεις χερσαίες περιοχές του δικτύου Natura 2000: GR2320001, GR2330006, GR2330007. Τα δεδομένα αντλήθηκαν από την επίσημη ιστοσελίδα NATURA 2000 - STANDARD DATA FORM για τους τύπους οικοτόπων και τα είδη πανίδας, ενώ τα αντίστοιχα δεδομένα για τα φυτικά είδη συγκεντρώθηκαν από τη βάση δεδομένων της χαρτογράφησης των τύπων οικοτόπων του Δικτύου Natura 2000, συνδυαστικά με αυτά της βάσης δεδομένων Flora Hellenica. Μετά από επεξεργασία των δεδομένων σε υπολογιστικά φύλλα excel, αποδόθηκε σε χάρτη η ζωνοποίηση των χερσαίων περιοχών, χρησιμοποιώντας το λογισμικό QGIS. Στο τελευταίο στάδιο της παρούσας εργασίας επισημαίνονται τα πιο σημαντικά συμπεράσματα που προέκυψαν και προτείνονται διαχειριστικά μέτρα για τα επίπεδα ζώνωσης αλλά και κύριες λύσεις με σκοπό την αποφυγή της περαιτέρω υποβάθμισης του μοναδικού αυτού φυσικού οικοσυστήματος.
  • Thumbnail Image
    Item
    Open Access
    Η μύγα της Μεσογείου Ceratitis capitata : μια συγκριτική μελέτη μεθοδολογιών ελέγχου φυσικού πληθυσμού μέσω της κυτταροπλασματικής ασυμβατότητας
    (2024-01-19) Κωτσαδάμ, Ελένη; Kotsadam, Eleni
    Η μύγα της Μεσογείου (medfly) Ceratitis capitata (Diptera: Tephritidae) είναι ένα κοσμοπολίτικο γεωργικό παράσιτο υψηλής οικονομικής σημασίας. Αποτελεί πρότυπο για την ανάπτυξη στρατηγικών καταπολέμησης παρασίτων που προκαλούν στειρότητα σε φυσικούς πληθυσμούς, όπως η τεχνική του στείρου εντόμου (SIT). Η SIT είναι μια φιλική προς το περιβάλλον μέθοδος ελέγχου, όπου μεγάλος αριθμός στείρων αρσενικών απελευθερώνεται στην περιοχή-στόχο, για να ζευγαρώσουν με τα θηλυκά του φυσικού πληθυσμού. Στην medfly, οι απελευθερώσεις μόνο αρσενικών είναι πιο αποτελεσματικές, λόγω της ύπαρξης στελεχών γενετικού διαχωρισμού του φύλου (GSS), με την τελευταία γενιά των GSS Vienna7 και Vienna8 να χρησιμοποιείται σε εγκαταστάσεις μαζικής εκτροφής παγκοσμίως. Η Wolbachia pipientis είναι ένα υποχρεωτικό ενδοκυτταρικό, μητρικά κληρονομούμενο βακτήριο που ανήκει στα αρνητικά κατά Gram α-πρωτεοβακτήρια. Βρίσκεται κυρίως στους αναπαραγωγικούς ιστούς των αρθροπόδων και είναι υπεύθυνο για την επαγωγή διαφόρων αναπαραγωγικών αλλοιώσεων, συμπεριλαμβανομένης της θηλυκοποίησης, της παρθενογένεσης, της θανάτωσης των αρσενικών και της κυτταροπλασματικής ασυμβατότητας (CI). Ο πιο κοινός φαινότυπος είναι ο CI και μπορεί να είναι είτε μονόδρομος είτε αμφίδρομος. Η medfly δεν είναι τυπικός ξενιστής για τη Wolbachia, οπότε έχει προταθεί η τεχνική του ασύμβατου εντόμου (Incompatible Insect Technique, IIT) εναντίον της και τις τελευταίες δύο δεκαετίες, στελέχη Wolbachia έχουν μεταφερθεί στη medfly (wCer2 και wCer4) χρησιμοποιώντας το συγγενικό είδος Rhagoletis cerasi ως δότη. Στην παρούσα εργασία, κατασκευάστηκαν Vienna8D53- GSS που φιλοξενούν Wolbachia (wCer2 ή wCer4), μέσω γενετικών διασταυρώσεων με στελέχη medfly που είχαν ήδη αναπτυχθεί και μολυνθεί με Wolbachia. Τα νέα στελέχη GSS Vienna8D53-[wCer2] και Vienna8D53-[wCer4] όσο και τα τυπικά Vienna8D53- προσδιορίστηκαν μοριακά σε σχέση με την παρουσία/απουσία Wolbachia και τον χαρακτηρισμό του στελέχους Wolbachia που φέρουν με απομόνωση DNA και αντίδραση PCR. Προκειμένου να διαπιστωθεί η επίδραση της μετάλλαξης tsl σε συνδυασμό με το φυλετικό χρωματικό διμορφισμό των βομβυκίων υποβλήθηκαν κατά το εμβρυικό στάδιο σε θερμική επεξεργασία (25, 34 και 35 οC) και πραγματοποιήθηκαν μετρήσεις σε όλα τα αναπτυξιακά στάδια για να διαπιστωθεί η θερμοκρασιακή ευαισθησία και το λευκό χρώμα των θηλυκών ομόζυγων για τους γενετικούς δείκτες wp/tsl. Επίσης, ελέγχθηκε η γενετική σταθερότητα των στελεχών για δέκα συνεχόμενες γενιές με απομάκρυνση ανασυνδυασμών σε κάθε γενιά. Ακόμη, η γενετική σταθερότητα των GSS μελετήθηκε για πέντε συνεχόμενες γενιές με απομάκρυνση ανασυνδυασμών σε κάθε γενιά και χωρίς παρέμβαση. Η παραγωγικότητα και εκκολαψιμότητα των στελεχών μελετήθηκε μέσω ατομικών διασταυρώσεων (κάθε πιθανός συνδυασμός) μετρήθηκε ο αριθμός των αυγών και το ποσοστό εκκόλαψης σε όλη τη διάρκεια ζωής κάθε ζεύγους. Η ανταγωνιστικότητα των αρσενικών GSS που φέρουν Wolbachia σε σχέση με τα τυπικά Vienna8D53- μελετήθηκε μέσω διασταυρώσεων αναλογίας 1:1:0, 1:1:1 και 1:1:5. Μετρήθηκε ο αριθμός των αυγών και το ποσοστό εκκόλαψης σε όλη τη διάρκεια ζωής των ενηλίκων και υπολογίστηκε ο δείκτης ανταγωνισμού (C- Competitiveness) και το ποσοστό επαγόμενης στειρότητας (%IS- Induced Sterility). Από τα παραπάνω διαπιστώθηκε ότι i) η παρουσία της Wolbachia είναι σταθερή στα νέα στελέχη για τις γενιές (έως F10) που μελετήθηκαν, ii) τα νέα στελέχη όσο και τα τυπικά παρουσιάζουν τον αναμενόμενο γενετικό χαρακτήρα φύλου τόσο στο χρωματικό διμορφισμό των βομβυκίων όσο και στην θερμοκρασιακή ευαισθησία iii) είναι γενετικά σταθερά όταν φιλτράρονται σε κάθε γενιά και για τουλάχιστον πέντε γενιές χωρίς να φιλτράρονται σε μαζικές συνθήκες εκτροφής εργαστηριακής κλίμακας iii) τα αρσενικά Vienna8D53- GSS με Wolbachia επάγουν 100% μονόδρομο και αμφίδρομο CI φαινότυπο που είναι σταθερός σε όλη τη διάρκεια ζωής τους, όντας κατάλληλα για σκοπούς ΙΙΤ για τη δυνητική καταστολή πληθυσμών σε συνθήκες εργαστηριακής κλίμακας.
  • Thumbnail Image
    Item
    Open Access
    Εποχικά και χωρικά πρότυπα στη χρήση του Σπηλαίου των Λιμνών από τα χειρόπτερα
    (2024-01-09) Καντζαρίδου, Μαρία; Kantzaridou, Maria
    Το Σπήλαιο των Λιμνών είναι ένας ιδιαίτερος βιότοπος καθώς συνδυάζει την τουριστική αξιοποίηση με τον υψηλό πλούτο ειδών Χειροπτέρων και άλλων ζώων, εκ των οποίων κάποια υπάρχουν σε μεγάλη αφθονία. Οι οικολογικές αυτές αξίες διατηρήθηκαν χάρη στην αδυναμία πρόσβασης των ανθρώπων στις κρισίμως σημαντικές αίθουσες κοντά στη φυσική είσοδο, όπου φιλοξενείται η μεγαλύτερη αποικία νυχτερίδων στον ελλαδικό χώρο. Αν και ο μέγιστος καταγεγραμμένος αριθμός νυχτερίδων έχει εντοπιστεί σε αίθουσες του σπηλαίου που προηγούνται της τουριστικής διαδρομής κατά τους χειμερινούς μήνες, υπάρχουν ενδείξεις δραστηριότητας Χειροπτέρων εντός του σπηλαίου και τις υπόλοιπες εποχές, εντούτοις κατά μήκος της τουριστικής διαδρομής - ενώ δε γνωρίζουμε τι ισχύει για τις τελευταίες αίθουσες του σπηλαίου που έπονται της τουριστικής διαδρομής. Οι περισσότερες θέσεις καταφυγής που χρησιμοποιούν οι νυχτερίδες από την άνοιξη έως και το φθινόπωρο εντοπίζονται μάλλον σε μη προσβάσιμα σημεία για τους επισκέπτες, ψηλότερα της τουριστικής διαδρομής. Συνεπώς, δεν γνωρίζουμε το μέγεθος του πληθυσμού των Χειροπτέρων που φιλοξενούνται στο Σπήλαιο των Λιμνών κατά τις εποχές άνοιξη, καλοκαίρι και φθινόπωρο - ούτε τις επιμέρους θέσεις που αξιοποιούνται από τα Χειρόπτερα και αν αυτές αλλάζουν από εποχή σε εποχή. Στην παρούσα διπλωματική εργασία χωρίσαμε το Σπήλαιο των Λιμνών σε επιμέρους τμήματα και προσπαθήσαμε να εντοπίσουμε τις αίθουσες/θέσεις όπου δραστηριοποιούνται και συναθροίζονται οι νυχτερίδες σε κάθε εποχή. Επιπλέον, μελετήσαμε τις συνήθειες του είδους της τάξης των Χειροπτέρων που συνιστά τις μεγαλύτερες συναθροίσεις εντός του σπηλαίου, της Πτερυγονυχτερίδας Miniopterus schreibersii (Kuhl, 1817). Από τον Δεκέμβριο του 2021 έως και τον Ιούνιο του 2023, επιθεωρούσαμε τακτικά το σπήλαιο, φωτογραφίζαμε τις συναθροίσεις των νυχτερίδων και ηχογραφούσαμε με παθητικούς δέκτες υπερήχων την πτητική δραστηριότητά τους κατά το σούρουπο. Αξιολογώντας τις συστηματικές παθητικές ηχογραφήσεις Χειροπτέρων σε έξι καθορισμένους σταθμούς κατά μήκος των πρώτων 570 μέτρων του σπηλαίου για ενάμιση χρόνο, μπορούμε με ασφάλεια να συμπεράνουμε ότι οι αίθουσες που βρίσκονται κοντά στη φυσική είσοδο καθώς και όλο το τουριστικά αξιοποιούμενο τμήμα χρησιμοποιούνται από τα Χειρόπτερα. Το χειμώνα του 2023 καταγράφηκε η μεγαλύτερη αποικία Χειροπτέρων για την Ελλάδα, με περισσότερες από 29000 νυχτερίδες να συναθροίζονται κοντά στη φυσική είσοδο, εκ των οποίων οι περισσότερες ανήκαν στο είδος M. schreibersii. Διαπιστώσαμε ότι την άνοιξη χιλιάδες άτομα του είδους M. schreibersii καθώς και άτομα από άλλα είδη της τάξης των Χειροπτέρων καταφεύγουν στο τουριστικά αξιοποιούμενο τμήμα του σπηλαίου, σε θέσεις που τις περισσότερες φορές δεν τα βλέπουμε αλλά τα αντιλαμβανόμαστε είτε από βιοδηλωτικά στοιχεία είτε τα καταμετρούμε να εξέρχονται από το σπήλαιο κατά το σούρουπο. Το καλοκαίρι και το φθινόπωρο, άτομα του M. schreibersii παραμένουν στο σπήλαιο, αλλά σε μικρότερους αριθμούς. Τα ευρήματά μας ενίσχυσαν τη γνώση μας για τις οικολογικές συνήθειες του είδους Miniopterus schreibersii στην Ελλάδα. Διαπιστώσαμε πως κατά τη διάρκεια του χειμώνα, η εξωτερική θερμοκρασία συσχετίζεται θετικά με το πόσο δραστήριες είναι οι πτερυγονυχτερίδες στη φυσική είσοδο του σπηλαίου κατά τις ώρες της εξόδου προς αναζήτηση τροφής. Τέλος, τεκμηριώσαμε ότι ο αριθμός των συναθροιζόμενων πτερυγονυχτερίδων κοντά στη φυσική είσοδο του σπηλαίου την περίοδο του χειμώνα σχετίζεται αρνητικά την εξωτερική θερμοκρασία.