Τμήμα Φιλολογίας (ΔΕ)

Permanent URI for this collection

Browse

Recent Submissions

Now showing 1 - 5 of 20
  • Thumbnail Image
    Item
    Open Access
    Γλώσσα και φυλακή
    (2022-07-01) Γκρίζη, Σπυριδούλα; Gkrizi, Spiridoula
    Η παρούσα εργασία αποσκοπεί στην έρευνα της γλώσσας της φυλακής και του τρόπου χρήσης της από τα άτομα, που απαρτίζουν το σωφρονιστικό σύστημα (έγκλειστοι, σωφρονιστικοί υπάλληλοι). Συγκεκριμένα, στο πρώτο κεφάλαιο αναλύεται ο όρος «γλωσσική ποικιλία» και «περιθωριακά λεξιλόγια», διότι η γλώσσα της φυλακής εντάσσεται σε αυτά. Επίσης, αφού γίνει η κατηγοριοποίηση τους, παραθέτονται οι λόγοι χρήσης αυτών των λεξιλογίων. Έπειτα, το δεύτερο κεφάλαιο εστιάζει στην ιστορική εξέλιξη του σωφρονιστικού συστήματος, αναλύοντας τις μεθόδους εγκλεισμού, που έχουν ακολουθηθεί κατά καιρούς. Εν συνεχεία στο τρίτο κεφάλαιο παρουσιάζεται η σχέση, που έχει η γλώσσα με την φυλακή μέσω της αλληλεπίδρασης των κρατουμένων μεταξύ τους, με τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους αλλά και με άτομα της ελεύθερης κοινωνίας. Το τέταρτο και πέμπτο κεφάλαιο αποτελούν το πρακτικό μέρος της εργασίας. Παρατίθενται τα ερωτηματολόγια με την ανάλυση τους και προκύπτουν τα συμπεράσματα μέσω των αποτελεσμάτων. Πρόκειται για μία έρευνα, που πραγματοποιήθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού και εκπονήθηκε με τη χρήση τριών ερωτηματολογίων. Σκοπός της έρευνας ήταν να αποκτήσουμε μία ολοκληρωμένη εικόνα σχετικά με τον τρόπο χρήσης της γλώσσας της φυλακής αλλά και να απαντήσουμε στο ερώτημα αν αυτή η γλώσσα αλλάζει.
  • Thumbnail Image
    Item
    Open Access
    Η κυπριακή διάλεκτος και η χρήση της σε ποικίλες επικοινωνιακές περιστάσεις
    Νικολοπούλου, Αθανασία; Nikolopoulou, Athanasia
    Η κυπριακή είναι μία από τις ελληνικές ποικιλίες και είναι αυτή που περιλαμβάνει τους περισσότερους ενεργούς ομιλητές. Ο λόγος τους σε οποιαδήποτε επικοινωνιακή περίσταση συνδυάζει στοιχεία τόσο της ελληνικής όσο και της κυπριακής ποικιλίας και, ανάλογα με τις περιστάσεις, το ποσοστό των στοιχείων της μιας ή της άλλης ποικιλίας μεταβάλλεται. Η παρούσα πτυχιακή εργασία πραγματεύεται το θέμα της κυπριακής διαλέκτου και πώς αυτή χρησιμοποιείται από τους ομιλητές σε διάφορα επικοινωνιακά περιβάλλοντα. Για το σκοπό της εργασίας μελετήθηκε βιβλιογραφία σχετική με το καθεστώς διγλωσσίας που επικρατεί στην Κύπρο και πώς αυτή επηρεάζει διάφορες καθημερινές περιστάσεις στη ζωή των κατοίκων της Κύπρου. Διεξήχθη έρευνα αποκλειστικά μέσω του Διαδικτύου και με τη βοήθεια μέσων κοινωνικής δικτύωσης ευρείας χρήσης, βασισμένη σε δύο ερωτηματολόγια. Τέλος, τα αποτελέσματα των ερωτηματολογίων ελέγχθηκαν με πακέτο στατιστικής ανάλυσης και τα συμπεράσματα που προέκυψαν επιβεβαίωσαν τις υπάρχουσες αντιλήψεις, φανερώνοντας ταυτόχρονα μια εν εξελίξει αλλαγή στην κυπριακή διάλεκτο, μια αλλαγή που πλησιάζει το ύφος της ελληνικής.
  • Thumbnail Image
    Item
    Open Access
    Τα σύνθετα της Νέας Ελληνικής με το χαρακτηριστικό μη ανθρώπινο
    Γκούμα, Κωνσταντίνα; Gkouma, Konstantina
    Το γένος των ονομάτων (gender) αποτελεί διαχρονικά ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα στον χώρο της γλωσσολογίας τόσο διαγλωσσικά, όσο και σε επίπεδο μελέτης του θέματος στις επιμέρους γλώσσες λόγω της πολυδιάστατης και πολύπλοκης φύσης αυτής της γραμματικής κατηγορίας. Η νέα ελληνική είναι τυπικό παράδειγμα γλώσσας στην οποία η απόδοση του γένους στηρίζεται εν μέρει στη σημασία αλλά και στη μορφή του ονόματος, γι’ αυτό και η συζήτηση για την απόδοσή του καθίσταται ιδιαίτερα ελκυστική. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι να εξετάσει την απόδοση του γένους στα σύνθετα της νέας ελληνικής που φέρουν το χαρακτηριστικό [- ανθρώπινο], με ποιο τρόπο αυτό καθορίζεται, ποιες διαδικασίες μπορούν να προκαλέσουν την μεταβολή του και τι αλλαγές προκαλεί το ίδιο το γένος στο μορφολογικό σύστημα της γλώσσας.
  • Thumbnail Image
    Item
    Open Access
    Σημασιολογική μεταβολή και τροπικότητα : μελέτη του τροπικού ρήματος μπορώ/μπορεί υπό το πρίσμα της γνωστικής σημασιολογίας
    Νικολής, Δημήτρης; Nikolis, Dimitris
    Στην εργασία αυτή επιχειρείται μια αρχική εξέταση της σημασιολογικής μεταβολής του ρήματος μπορώ, υπό το πρίσμα της Γνωστικής Γλωσσολογίας. Ως σημασιολογική μεταβολή εννοείται η επέκταση της πρωτοτυπικής σημασίας του ρήματος, η οποία συνδέεται στενά με την ενσώματη έννοια της δύναμης. Κατά την μεταβολή, παρατηρείται πως οι πρότερες χρονικά σημασίες δεν χάνονται, αλλά πλέον αποτελούν όλες μέρος της σημασίας του τροπικού ρήματος, καθιστώντας το με αυτόν τον τρόπο ένα πολύσημο λεξικό στοιχείο. Οι σημασίες που προκύπτουν είναι οι τροπικές σημασίες, δηλαδή αυτές που τροποποιούν την σημασία του κύριου ρήματος μιας πρότασης, εισάγοντας τις έννοιες της δυνατότητας, της πιθανότητας, της άδειας κτλ. Για να μελετηθεί η πορεία της αλλαγής, γίνεται χρήση εμπειρικών δεδομένων από την διαχρονία της ελληνικής γλώσσας που φτάνει έως τον 9ο αιώνα, ενώ αναδεικνύονται οι συσχετισμοί με το παρόν. Αρχικά παρουσιάζεται ο τρόπος με τον οποίο οι τροπικές σημασίες του ρήματος συντίθενται και εκφράζονται με τα αρνητικά μόρια. Η θέση των αρνητικών μορίων καθώς και η ιδιαίτερη μορφή τους φαίνεται πως είναι χαρακτηριστική για κάθε μια τροπική σημασία. Έπειτα αναγνωρίζεται η συμβολή της μορφοσυντακτικά κωδικοποιημένης ρηματικής σημασίας κατά την σημασιολογική μεταβολή του ρήματος. Ως πρωτοτυπική σημασία αναγνωρίζεται η δυναμική τροπική σημασία, η οποία είναι αυτή που ανακαλεί κατά τη χρήση της ένα εικονιστικό σχήμα, αυτό της ΔΥΝΑΜΗΣ, στις δύο του εκφάνσεις ή πραγματώσεις, και συγκεκριμένα αυτήν της ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΗΣ (της δύναμης) και αυτήν της ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗΣ ΤΟΥ ΕΜΠΟΔΙΟΥ (διαμέσου της δύναμης). Τα εικονιστικά αυτά σχήματα είναι υπεύθυνα για την κατανόηση των εννοιών της δυνατότητας και της ικανότητας που προκύπτει από την δυνατότητα. Οι μηχανισμοί που είναι υπεύθυνοι για την επέκταση της πρωτοτυπικής σημασίας, είναι οι γνωστικοί μηχανισμοί της μεταφοράς και της μετωνυμίας, που αποτελούν δύο βασικούς τρόπους με τους οποίους προκύπτει η σημασιολογική μεταβολή, επηρεαζόμενοι από το περιβάλλον χρήσης και γενικά το περικείμενο όπως υποστηρίζεται. Τόσο η μεταφορά όσο και η μετωνυμία λειτουργούν επί τη βάση της εγκυκλοπαιδικά οργανωμένης γνώσης, δηλαδή της γνώσης που δεν οριοθετείται αυστηρά καθώς διαμορφώνεται και μεταβάλλεται συνεχώς από την εμπειρία. Τέλος, παρουσιάζεται μια πιθανή πορεία της σημασιολογικής επέκτασης που υφίσταται η πρωτοτυπική σημασία του ρήματος, όπως η τελευταία ταυτοποιείται ως τέτοια τον 9ο αιώνα.
  • Thumbnail Image
    Item
    Open Access
    Η μορφολογία του κωνσταντινουπολίτικου γλωσσικού ιδιώματος σε τουρκόφωνο περιβάλλον
    Κουτρουμάνη, Χρυσάνθη; Koutroumani, Chrysanthi
    Αδιαμφισβήτητα, η ανάγκη καταγραφής του κωνσταντινουπολίτικου γλωσσικού ιδιώματος έγκειται στο γεγονός ότι συγχρονικά η γλώσσα μετατοπίζεται είτε προς την Τουρκική είτε προς την Κοινή Νέα Ελληνική. Η Ελληνική της Κωνσταντινούπολης διαθέτει ιδιαιτερότητες –ιδιαιτερότητες που συνδέονταν και με το μορφωτικό επίπεδο των ομιλούντων της Πόλης- σε σύγκριση με άλλες ελληνόφωνες περιοχές, όπως η δημιουργία νέας Κοινής από τον 15ο αιώνα και έπειτα, η οποία διέθετε χαρακτηριστικά που εντοπίζονταν στις γλωσσικές ποικιλίες που συνέβαλαν στη συγκρότηση του ιδιώματος της Κωνσταντινούπολης. Το βασικό εγχειρίδιο για την παρούσα εργασία αποτέλεσε το Λεξικό του Κωνσταντινουπολίτικου γλωσσικού ιδιώματος, του Ν. Ζαχαριάδη, το οποίο συμπεριλαμβάνει λέξεις και ιδιωματισμούς που εντάσσονται χρονικά έως και τα μέσα του 20ου αιώνα, ήδη από το 1839 (περίοδος του Τανζιμάτ). Αν και ο όρος κωνσταντινουπολίτικο ιδίωμα έχει γνωρίσει αρκετή αμφισβήτηση αφού, η Κωνσταντινούπολη στα τέλη του 19ου αιώνα, αποτελούσε μία μεγαλούπολη, της οποίας οι κάτοικοι είχαν υιοθετήσει νέες γλωσσικές συνήθειες, η ανάγκη καταγραφής των «Πολίτικων» ανέδειξε την γλωσσική ταυτότητα που δημιουργήθηκε μέσα από την επίδραση της τουρκικής γλώσσας αλλά, και της γαλλικής και ιταλικής. Θεμελιώδες εγχείρημα της παρούσας εργασίας είναι η ανάδειξη της μορφολογίας των λέξεων του κωνσταντινουπολίτικου ιδιώματος υπό το πρίσμα των επιρροών τόσο της τουρκικής και Κοινής Νέας Ελληνικής γλώσσας όσο και της γαλλικής ή ιταλικής, για την διαμόρφωση των δάνειων τύπων. Καταλυτική είναι η αναφορά και αξιοποίηση προτάσεων της κ. Αγγελική Ράλλη σχετικά με δύο διαλέκτους της Μικράς Ασίας, την Ποντιακή και την Αϊβαλιώτικη.