Αντιμετώπιση κρίσης ουρικής αρθρίτιδας σε νοσηλευόμενους ασθενείς

Loading...
Thumbnail Image

Date

2023-12-04

Authors

Κόρδας, Παναγιώτης

Journal Title

Journal ISSN

Volume Title

Publisher

Abstract

Η ουρική αρθρίτιδα είναι μία από τις πιο συνηθισμένες μορφές φλεγμονώδους αρθρίτιδας, ειδικά στον δυτικό κόσμο. Παρ’ όλη την σημαντική πρόοδο στην θεραπεία άλλων φλεγμονωδών αρθρίτιδων, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η θεραπεία της οξείας ουρικής αρθρίτιδας δεν έχει αλλάξει σημαντικά κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Η θεραπεία της οξείας ουρικής αρθρίτιδας βασίζεται κυρίως στη χρήση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ), κολχικίνης και στεροειδών, φαρμακευτικοί παράγοντες οι οποίοι έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματικοί στη θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας επί σειρά ετών. Ωστόσο, η ουρική αρθρίτιδα συχνά συνυπάρχει με άλλες νόσους που μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο για παρενέργειες από τις συμβατικές θεραπευτικές επιλογές, όπως τα ΜΣΑΦ και η κολχικίνη. Για παράδειγμα, οι ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα συχνά πάσχουν από υπέρταση ή καρδιαγγειακές παθήσεις, που καθιστούν τη χρήση ΜΣΑΦ δύσκολη. Από την άλλη, η νεφρική δυσλειτουργία, η οποία είναι συνηθισμένη σε ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα, μπορεί να περιπλέξει τη χρήση της κολχικίνης. Υπάρχουν ορισμένες ομάδες ασθενών με οξεία ουρική αρθρίτιδα, όπως οι νοσηλευόμενοι, οι οποίοι αντιμετωπίζουν επιπλέον δυσκολίες κατά την επιλογή θεραπείας, συμπεριλαμβανομένης της κλινικής αστάθειας και της δυσανεξίας στα ΜΣΑΦ και την κολχικίνη. Υπάρχει έλλειψη δεδομένων σχετικά με τις θεραπευτικές επιλογές για νοσηλευόμενους ασθενείς με οξεία ουρική αρθρίτιδα, ενώ οι διαθέσιμες μελέτες περιλαμβάνουν στην πλειονότητά τους αναδρομική αξιολόγηση των στοιχείωναποτελεσματικότητας. Αρκετές κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η φλοιoεπινεφριδιοτρόπος ορμόνη (ACTH) έχει συγκρίσιμη αποτελεσματικότητα με τις τυπικές θεραπευτικές επιλογές όπως τα ΜΣΑΦ και τα στεροειδή. Σε τοπικό επίπεδο (Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών και Γενικό Νοσοκομείο Άγιος Ανδρέας) η ACTH αποτελεί θεραπευτική επιλογή πρώτης γραμμής για τους νοσηλευόμενους ασθενείς επί σειρά ετών. Η αποτελεσματικότητα της επιλογής αυτής έχει επιβεβαιωθεί από την αναδρομική ανάλυση μεγάλου όγκου κλινικών δεδομένων. Στην παρούσα προοπτική μελέτη συγκρίνεται η ACTH έναντι των γλυκοκορτικοειδών (βηταμεθαζόνης) σε νοσηλευόμενους ασθενείς με οξεία ουρική αρθρίτιδα σχετικά με (1) την κλινική αποτελεσματικότητα (2) την ασφάλεια και (3) τις επιδράσεις στον άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων (HPA), στην ομοιόσταση γλυκόζης, λιπιδίων και ηλεκτρολυτών, στον μεταβολισμό των οστών, και της νεφρικής λειτουργίας. Με βάση τα αποτελέσματα, αμφότερες οι θεραπείες ήταν εξαιρετικά αποτελεσματικές. Η αλλαγή στην ένταση του πόνου μεταξύ της έναρξης της θεραπείας και μετά από παρέλευση 24 h (ΔVAS24h) και 48 h (ΔVAS48h) δεν έδειξε στατιστικά σημαντικές διαφορές. Επιπλέον, αμφότερες οι θεραπείες ήταν καλά ανεκτές και ασφαλείς. Οι επιδράσεις σε όλες τις μεταβολικές παραμέτρους ήταν ως επί το πλείστον ελάχιστες και παροδικές και για τις δύο θεραπείες. Ωστόσο, η ACTH φαίνεται να επηρεάζει λιγότερο τον άξονα HPA και τον μεταβολισμό των οστών σε σύγκριση με τη βηταμεθαζόνη. Συνεπώς, τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης υποστηρίζουν τη χρήση και των δύο φαρμάκων ως θεραπείες πρώτης γραμμής για νοσηλευόμενους ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα.

Description

Keywords

Ουρική αρθρίτιδα, Βηταμεθαζόνη, Φλοιoεπινεφριδιοτρόπος ορμόνη

Citation