Φαρμακοδυναμική και φαρμακοκινητική μοντελοποίηση για το μονοκλωνικό αντίσωμα της μπεβασιζουμάμπης σε ασθενείς με καρκίνο και συσχέτισή τους με κλινικά δεδομένα

Loading...
Thumbnail Image

Date

2025-03-27

Authors

Λιόλης, Ηλίας

Journal Title

Journal ISSN

Volume Title

Publisher

Abstract

Η παρούσα μελέτη επικεντρώθηκε στη διερεύνηση της χρήσης του Βevacizumab ως θεραπεία συντήρησης σε ασθενείς με πέντε διαφορετικά είδη καρκίνου, μαστού, τραχήλου μήτρας, ωοθηκών, πνεύμονα και παχέος εντέρου, οι οποίοι είχαν προηγουμένως υποβληθεί σε διάφορα αρχικά θεραπευτικά σχήματα. Δεδομένης της ολοένα και ευρύτερης εφαρμογής του Βevacizumab σε πολλαπλά νεοπλάσματα, βασικός στόχος ήταν η αποτίμηση της φαρμακοκινητικής του και η αξιολόγηση της επίδρασής του στις κλινικές εκβάσεις των ασθενών. Μεθοδολογία Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στο Τμήμα Ιατρικής σε συνεργασία με το Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών «ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΒΟΗΘΕΙΑ» και το Τμήμα Φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου Πατρών, συμπεριλαμβάνοντας 89 ασθενείς που έλαβαν Βevacizumab είτε ως μονοθεραπεία είτε σε συνδυασμό με άλλα θεραπευτικά σχήματα. Δειγματοληψίες αίματος έγιναν πριν και μετά από κάθε χορήγηση του φαρμάκου, ώστε να μετρηθούν τα επίπεδα του Βevacizumab και του VEGF με τη μέθοδο ELISA. Ακολούθησε σύγκριση των επιπέδων αυτών σε διάφορους κύκλους θεραπείας και μεταξύ διαφορετικών τύπων καρκίνου. Παράλληλα, εφαρμόστηκε ανάλυση Cox για τη διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στις συγκεντρώσεις του Βevacizumab και στην εξέλιξη της νόσου. Αποτελέσματα Η μέση μέγιστη (peak) συγκέντρωση του Βevacizumab προσέγγισε τα 686,47 μg/ml, ενώ η μέση ελάχιστη (trough) έφτασε τα 184,39 μg/ml. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας παρατηρήθηκε αισθητή μείωση στα επίπεδα του VEGF, καταδεικνύοντας αποτελεσματική αναστολή της αγγειογένεσης. Οι ασθενείς που έλαβαν Βevacizumab ως μονοθεραπεία εμφάνισαν γενικά υψηλότερες συγκεντρώσεις του φαρμάκου συγκριτικά με εκείνους που ακολούθησαν συνδυαστικές θεραπείες. Στους γυναικολογικούς καρκίνους, συχνά αναφέρθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες όπως υπέρταση και αιμωδίες των άκρων, ενώ σε άλλους τύπους καρκίνου (π.χ. πνεύμονα) καταγράφηκαν περιστατικά διάρροιας και θρόμβωσης. Στη μεγάλη πλειονότητα, η θεραπεία ήταν σχετικά καλά ανεκτή, με παρατεταμένη μείωση του VEGF και ελαφρές ή μέτριες ανεπιθύμητες ενέργειες. Επιπλέον, για κάθε ασθενή φάνηκε να υπάρχει ένα «κρίσιμο σημείο» όπου η ανταπόκριση στη θεραπεία μειωνόταν και αυξανόταν ο κίνδυνος υποτροπής, υπογραμμίζοντας την αναγκαιότητα έγκαιρης τροποποίησης της θεραπευτικής στρατηγικής. Συμπεράσματα Συνολικά, διαπιστώθηκε ότι η αυξημένη δόση του Βevacizumab βελτίωσε την ανταπόκριση στη θεραπεία, ωστόσο συνδέθηκε και με περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες. Η τακτική παρακολούθηση των επιπέδων του φαρμάκου και η εξατομίκευση της δοσολογίας αναδεικνύονται κρίσιμες για τη βελτίωση του θεραπευτικού αποτελέσματος και τον περιορισμό των παρενεργειών, όπως υποδεικνύουν και προγενέστερες μελέτες. Επιπλέον, τα ευρήματα της μελέτης υπογραμμίζουν την αποτελεσματικότητα του Βevacizumab στη θεραπεία γυναικολογικών και άλλων καρκίνων, επιτυγχάνοντας σημαντική μείωση των επιπέδων του VEGF και επιβράδυνση της νόσου. Ωστόσο, η ανάδυση ανεπιθύμητων ενεργειών, ειδικότερα στα συνδυαστικά σχήματα, καταδεικνύει την ανάγκη στενής παρακολούθησης και προσαρμογής της θεραπείας στις ανάγκες κάθε ασθενούς. Τέλος, απαιτούνται μελέτες με μεγαλύτερα δείγματα προκειμένου να επιβεβαιωθούν τα παρόντα ευρήματα και να διευρυνθεί η κατανόηση των μηχανισμών δράσης του Βevacizumab. Λέξεις κλειδιά: Βevacizumab, VEGF, φαρμακοκινητική, χημειοθεραπεία, επιβίωση, βιωσιμότητα

Description

Keywords

Θεραπεία συντήρησης ασθενών, Καρκίνος, Φαρμακοκινητική μελέτη

Citation