Τμήμα Ιατρικής (ΔΔ)

Permanent URI for this collection

Browse

Recent Submissions

Now showing 1 - 20 of 1115
  • ItemOpen Access
    Βακτηριαιμίες από πολυανθεκτικά παθογόνα σε βαρέως πάσχοντες ασθενείς νοσηλευόμενους σε ΜΕΘ, κατά την περίοδο της πανδημίας COVID-19 : η μελέτη MARTINI
    (2026-06-18) Πετροπούλου, Χριστίνα; Petropoulou, Christina
    Οι βακτηριαιμίες από πολυανθεκτικά (MDR) μικρόβια αποτελούν μείζονα πρόκληση στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας, με την πανδημία της COVID-19 να δυσχεραίνει την εφαρμογή των μέτρων ελέγχου των λοιμώξεων και δυνητικά να αυξάνει την επίπτωσή τους. Τα συγκριτικά δεδομένα μεταξύ πληθυσμών ασθενών νοσηλευόμενων σε ΜΕΘ COVID και μη COVID παραμένουν περιορισμένα. Η μελέτη MARTINI αποτελεί αναδρομική μελέτη παρατήρησης που πραγματοποιήθηκε σε τριτοβάθμιο νοσοκομείο κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19 (2020–2022) και περιέλαβε ενήλικες ασθενείς με βακτηριαιμίες από πολυανθεκτικά βακτήρια, οι οποίοι νοσηλεύτηκαν σε COVID και μη COVID ΜΕΘ. Συλλέχθηκαν και συγκρίθηκαν δημογραφικά στοιχεία, συννοσηρότητες, δείκτες βαρύτητας νόσου, μικροβιολογικά δεδομένα, πρότυπα μικροβιακής αντοχής και κλινικές εκβάσεις. Πραγματοποιήθηκε δυαδική λογιστική παλινδρόμηση καθώς και πολυπαραγοντική ανάλυση παλινδρόμησης για την ταυτοποίηση ανεξάρτητων προγνωστικών παραγόντων θνητότητας στη ΜΕΘ. Μεταξύ των 156 ασθενών της μελέτης (106 σε ΜΕΘ COVID, 50 σε ΜΕΘ μη COVID), οι ασθενείς της ΜΕΘ COVID ήταν σημαντικά μεγαλύτερης ηλικίας και παρουσίαζαν περισσότερες συννοσηρότητες και υψηλότερους δείκτες βαρύτητας. Τα Gram-αρνητικά παθογόνα επικράτησαν και στις δύο ομάδες, κυρίως το Acinetobacter baumannii και η Klebsiella pneumoniae, με παρόμοιους μηχανισμούς αντοχής. Ο χρόνος εμφάνισης της βακτηριαιμίας και η έναρξη κατάλληλης αντιμικροβιακής θεραπείας δεν διέφεραν μεταξύ των ομάδων. Ωστόσο, η θνητότητα στη ΜΕΘ ήταν σημαντικά υψηλότερη στους ασθενείς της ΜΕΘ COVID (74,5% έναντι 38%, p < 0,001). Η ηλικία, η βαθμολογία SOFA, η παρουσία συστηματικής φλεγμονώδους αντίδρασης (SIRS) και η λοίμωξη COVID-19 αναδείχθηκαν ως ανεξάρτητοι προγνωστικοί παράγοντες θνητότητας. Παρότι η κατανομή των παθογόνων και τα πρότυπα αντοχής ήταν παρόμοια μεταξύ των ομάδων, οι ασθενείς της ΜΕΘ COVID παρουσίασαν σημαντικά δυσμενέστερες εκβάσεις. Η ενίσχυση των μέτρων ελέγχου λοιμώξεων και η έγκαιρη, στοχευμένη αντιμικροβιακή θεραπεία είναι απαραίτητες για τη μείωση του κινδύνου βακτηριαιμίας από πολυανθεκτικά παθογόνα σε βαρέως πάσχοντες πληθυσμούς.
  • ItemOpen Access
    Εμβολιασμός παιδιών κατά τη διάρκεια της πανδημίας Covid-19 με έμφαση στα εμβόλια έναντι του νέου κορωναιού SARS-CοV2 : διερεύνηση στάσεων, απόψεων και πρακτικών γονέων και παιδιάτρων
    (2026-03-16) Στελέτου, Ευαγγελία; Steletou, Evangelia
    Σκοπός: Η κατανόηση των αντιλήψεων και των προθέσεων των γονέων σχετικά με τον εμβολιασμό των παιδιών έναντι της COVID-19 ήταν κρίσιμη ώστε να διατηρηθεί υψηλή εμβολιαστική κάλυψη και να αντιμετωπιστεί ο δισταγμός στα εμβόλια κατά την περίοδο της πανδημίας και μεταγενέστερα. Ενώ τα εμβόλια έναντι της COVID-19 ήταν ευρέως διαθέσιμα για τα παιδιά, τα ποσοστά εμβολιασμού των παιδιών παρέμεναν μη ικανοποιητικά λόγω διαφόρων πεποιθήσεων των γονέων, διαφορετικών επιπέδων εμπιστοσύνης και άλλων παραγόντων. Μεθοδολογία: Μία σειρά συγχρονικών μελετών βασισμένων σε ερωτηματολόγια πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα επί τρία έτη μεταξύ του 2021 και 2023 και αφορούσε γονείς και κηδεμόνες παιδιών μεταξύ 6 μηνών έως 17 ετών, καθώς και παιδιάτρους. Οι μελέτες είχαν σκοπό να ερευνήσουν τις προθέσεις των γονέων να εμβολιάσουν τα παιδιά τους έναντι της COVID-19, να αναγνωρίσουν τους λόγους δισταγμού και να αξιολογήσουν την επιρροή των κοινωνικοδημογραφικών, κλινικών και άλλων σχετικών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένης της εμπιστοσύνης στους επαγγελματίες υγείας και στις επίσημες κατευθυντήριες οδηγίες. Αποτελέσματα: Σύμφωνα με όλες τις μελέτες, η πρόθεση των γονέων να εμβολιάσουν τα παιδιά τους έναντι της COVID-19 ήταν περίπου 55% για μεγαλύτερα παιδιά στην αρχή της πανδημίας και 13% στο τέλος της πανδημίας συμπεριλαμβανομένων παιδιών κάτω των 5 ετών. Στους βασικούς παράγοντες δισταγμού αναδείχθηκαν οι ανησυχίες για ανεπιθύμητες ενέργειες και η σχετικά μικρή διάρκεια κλινικών μελετών. Η εμπιστοσύνη στους παιδιάτρους και στο σύστημα υγείας, καθώς και ο εμβολιασμός των ίδιων των γονέων, σχετίζονταν συστηματικά και θετικά με την πρόθεση για εμβολιασμό των παιδιών. Οι συστάσεις των παιδιάτρων έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην επιρροή των αποφάσεων των γονέων σε ποικίλο βαθμό. Στο τέλος της πανδημίας, πάνω από 60% των γονέων που είχαν προηγουμένως εμβολιάσει τα παιδιά τους έναντι της COVID-19 πρόβαλαν αντίσταση στο να συνεχίσουν τον εμβολιασμό με τα επικαιροποιημένα εμβόλια. Συμπεράσματα: Τα αποτελέσματα τόνισαν τον αυξανόμενο δισταγμό των γονέων να εμβολιάσουν τα παιδιά τους έναντι της COVID-19 επηρεασμένοι από ανησυχίες για την ασφάλεια των εμβολίων, καθώς και τη μειούμενη εμπιστοσύνη στην πολιτεία και το σύστημα υγείας. Οι επαγγελματίες υγείας και ιδίως οι παιδίατροι παραμένουν σημαντική επιρροή στη διαμόρφωση των γονεϊκών απόψεων. Στοχευμένες επικοινωνιακές τακτικές, βασισμένες στη διαφάνεια και εμπιστοσύνη, αλλά και εξατομικευμένα μηνύματα, είναι απαραίτητα στο να υποστηρίξουν την τεκμηριωμένη και ενημερωμένη λήψη αποφάσεων και να διατηρήσουν υψηλά επίπεδα εμβολιασμού τόσο για τα υπόλοιπα εμβόλια της παιδικής ηλικίας όσο και για μελλοντικές πανδημίες.
  • ItemOpen Access
    Η ποιότητα ζωής των ασθενών με ακανθοκυτταρικό και βασικοκυτταρικό καρκίνωμα του δέρματος στην Ελλάδα
    (2026-02-05) Δαρειώτη, Νικολίτσα; Dareioti, Nikolitsa
    Η παρούσα διδακτορική διατριβή διερευνά την ποιότητα ζωής και την ψυχική υγεία ασθενών με μη-μελανοκυτταρικούς καρκίνους του δέρματος (NMSC), με έμφαση στους δύο κυρίαρχους ιστολογικούς τύπους: το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα (BCC) και το ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα (SCC). Στόχος της μελέτης είναι η πολυπαραγοντική αξιολόγηση της επίδρασης της νόσου και της θεραπείας στην καθημερινότητα, τη συναισθηματική κατάσταση και τη λειτουργικότητα των ασθενών, καθώς και η ανάλυση διαφοροποιήσεων βάσει κοινωνικοδημογραφικών και κλινικών μεταβλητών. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στη Δερματολογική Κλινική του Πανεπιστημίου Πατρών και το δείγμα αποτέλεσαν 103 ασθενείς με NMSC που παρακολουθήθηκαν διαδοχικά σε τρία χρονικά σημεία: πριν την έναρξη θεραπείας, μετά από τρεις μήνες και μετά από έξι μήνες. Χρησιμοποιήθηκαν τρία ψυχομετρικά εργαλεία: το Skindex-16, το Skin Cancer Index και το GHQ-28. Η στατιστική ανάλυση ανέδειξε σημαντική βελτίωση της ποιότητας ζωής και μείωση των ψυχολογικών επιβαρύνσεων στο διάστημα των έξι μηνών, επιβεβαιώνοντας την αρχική υπόθεση της μελέτης (Η1). Καταγράφηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές ως προς το φύλο, την ηλικία, την οικογενειακή κατάσταση, το επίπεδο εκπαίδευσης και τη σχέση εργασίας, με τις γυναίκες, τους νεότερους και τους άνεργους να εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα άγχους ή συναισθηματικής ευαλωτότητας. Οι ασθενείς με SCC ανέφεραν κατά την έναρξη της θεραπείας μεγαλύτερη ψυχολογική επιβάρυνση συγκριτικά με εκείνους με BCC, επιβεβαιώνοντας τη τρίτη ερευνητική υπόθεση (Η3). Επιπλέον, η μελέτη ανέδειξε υψηλή αξιοπιστία των εργαλείων Skindex-16 και SCI (Cronbach’s α > 0.9), επιβεβαιώνοντας την ερευνητική υπόθεση (Η5) και ενισχύοντας την εγκυρότητα της χρήσης τους στον ελληνικό πληθυσμό. Η συστηματική καταγραφή διαφορών ανά φάση θεραπείας και ανά προφίλ ασθενούς ανέδειξε ιδιαίτερα ευάλωτες ομάδες και προσφέρει εμπεριστατωμένα δεδομένα για τον σχεδιασμό στοχευμένων ψυχοκοινωνικών παρεμβάσεων. Τα ευρήματα της παρούσας διατριβής συνεισφέρουν ουσιαστικά στην ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία, ενισχύοντας τη διεπιστημονική προσέγγιση στην ογκολογική δερματολογία και προτείνοντας σαφείς κατευθύνσεις για την κλινική πρακτική και την υγειονομική πολιτική, με επίκεντρο την ενσωμάτωση της ψυχολογικής αξιολόγησης στη θεραπευτική διαδικασία ασθενών με NMSC.
  • ItemOpen Access
    Αξιολόγηση των SIRS, SOFA, qSOFA και LqSOFA scores στο τμήμα επειγόντων περιστατικών ως διαγνωστικών και προγνωστικών δεικτών του συνδρόμου σήψης : σχέση των scores με το ανοσολογικό προφίλ των ασθενών
    (2026-02-10) Δάβουλος, Χρήστος; Davoulos, Christos
    Επιστημονικό υπόβαθρο Διάφοροι προγνωστικά σκορ και μοριακοί βιοδείκτες έχουν αναπτυχθεί με σκοπό την πρόβλεψη αυξημένης ενδονοσοκομειακής θνητότητας σε σηπτικούς ασθενείς. Η παρούσα προοπτική μελέτη είχε ως στόχο την αξιολόγηση της προγνωστικής αξίας των δεικτών SIRS, SOFA, qSOFA, LqSOFA και των επιπέδων παραγωγής κυττοκινών σε ασθενείς με σήψη που προσήλθαν στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών, για την πρόβλεψη της ενδονοσοκομειακής θνητότητας. Υλικά και Μέθοδοι Στη μελέτη εντάχθηκαν 106 σηπτικοί ασθενείς. Κατά την εισαγωγή υπολογίστηκαν οι τιμές των δεικτών SOFA, SIRS, qSOFA και LqSOFA, ενώ μετρήθηκαν τα επίπεδα των κυττοκινών IL-6, IL-10, TNF-α και IL-33R στο πλάσμα. Αποτελέσματα Οι δείκτες SOFA, qSOFA και LqSOFA ήταν σημαντικά χαμηλότεροι στους επιζήσαντες ασθενείς με σήψη ενώ τα επίπεδα της IL-33R ήταν σημαντικά υψηλότερα σε αυτούς που απεβίωσαν (p = 0.021). Ο δείκτης με τη βέλτιστη προγνωστική ικανότητα ασθενών με σήψη, βάσει του εμβαδού κάτω από την καμπύλη ROC, ήταν ο qSOFA (AUC = 0.764, 95% CI = 0.663–0.866), ακολουθούμενος από τους LqSOFA (AUC = 0.738, 95% CI = 0.63–0.845), SOFA (AUC = 0.713, 95% CI = 0.604–0.822) και SIRS (AUC = 0.603, 95% CI = 0.478–0.729).Η προσθήκη των επιπέδων της IL-33R (διαχωριστικό σημείο >55.393 pg/ml) στους δείκτες qSOFA και SOFA αύξησε σημαντικά τη διαγνωστική ακρίβεια και των δύο δεικτών, με AUC 0.78 (95% CI = 0.695–0.85) και 0.74 (95% CI = 0.636–0.844), αντίστοιχα. Κατά την αξιολόγηση της πρώιμης (εντός 72 ωρών) ενδονοσοκομειακής θνητότητας, τα επίπεδα τόσο της IL-10 όσο και της IL-33R ήταν σημαντικά υψηλότερα σε αυτούς που απεβίωσαν (IL-10: 124 pg/ml έναντι 41 pg/ml στους επιζήσαντες, IL-33R: 195.610 pg/ml έναντι 62.767 pg/ml στους επιζήσαντες). Η προσθήκη των επιπέδων των IL-10 και IL-33R (διαχωριστικά σημεία 74,5 pg/ml και 55.393 pg/ml, αντίστοιχα) στους δείκτες qSOFA και SOFA βελτίωσε σημαντικά τη διαγνωστική τους ακρίβεια. Συμπέρασμα Οι δείκτες SOFA, qSOFA και LqSOFA ήταν σημαντικά χαμηλότεροι στους επιζήσαντες ασθενείς με σήψη. Τα επίπεδα της IL-10 είχαν σημαντική προγνωστική αξία στην πρόβλεψη της πρώιμης (εντός 72 ωρών) ενδονοσοκομειακής θνητότητας, ενώ τα επίπεδα της IL-33R είχαν σημαντική προγνωστική αξία τόσο για την πρώιμη όσο και για τη συνολική ενδονοσοκομειακή θνητότητα, ιδίως όταν συνδυάζονταν με τους δείκτες SOFA και qSOFA.
  • ItemOpen Access
    Μελέτη της παθολογίας της α-synuclein κατά την ανάπτυξη του μυ weaver, γενετικού μοντέλου της νόσου Πάρκινσον
    (2026-03-04) Δημοπούλου, Αγγελική; Dimopoulou, Angeliki
    Η παρούσα διδακτορική διατριβή εστιάζει στη διερεύνηση πιθανής παθολογίας της πρωτεΐνης α-synuclein κατά την πρόοδο της ηλικίας, στο γενετικό μοντέλο μυ weaver (wv/wv) που παρουσιάζει διεγερσιτοξικότητα και εκλεκτική ντοπαμινεργική νευροεκφύλιση στη Μέλαινα ουσία (SN), προσομοιάζοντας στη νόσο του Parkinson. Για το σκοπό αυτό, εξετάστηκε η φωσφορυλίωση (S129) της α-synuclein στο Μεσεγκέφαλο (ΜΒ), το Ραβδωτό σώμα (STR) και τον Εγκεφαλικό φλοιό (CX) σε διαφορετικές ηλικιακές φάσεις μυών weaver, αλλά και αγρίου τύπου, συναρτήσει στοιχείων του μικροπεριβάλλοντος. Στις τρεις εγκεφαλικές περιοχές εξετάστηκε επιπλέον η νευροφλεγμονή. Λαμβάνοντας υπόψιν την εξέλιξη της εκφύλισης στην SN, διερευνήθηκε η μικρογλοιακή και αστρογλοιακή απόκριση στην SN, παρέχοντας επιπρόσθετα, σημαντικές πληροφορίες σχετικές με τη γήρανση στους μύες και των δύο γονοτύπων. Κεντρικό εύρημα της μελέτης αποτελεί η πρώιμη αύξηση της φωσφορυλιωμένης (S129) α-synuclein (phospho-S129-α-syn) στους νεαρούς μύες weaver (P60 και P100) σε όλες τις εξετασθείσες περιοχές, που εντοπίστηκε μέσω Ανοσοαποτύπωσης κατά Western (WB), μετά από κλασματοποίηση των ομογενοποιημένων περιοχών. Η αύξηση αυτή εντοπίστηκε και στα δύο κλάσματα, Triton και SDS, χωρίς ωστόσο να ανιχνευθούν ολιγομερή της α-synuclein, στις νεαρές ή μεγαλύτερες ηλικίες, γεγονός που υποδηλώνει ότι η υπερφωσφορυλίωση αποτελεί πρώιμο δείκτη νευροπαθολογίας. Αξιοπρόσεκτα, στη μεγαλύτερη ηλικιακά ομάδα (P240-360) δεν εντοπίστηκαν διαφορές στη phospho-S129-α-syn ανάμεσα σε weaver και αγρίου τύπου μύες, σε καμία περιοχή. Αυτό οφείλεται στην αύξηση της φωσφορυλίωσης της α-synuclein στους μεγαλύτερους αγρίου τύπου μύες. Αναδείχθηκε έτσι, αφενός ο ρόλος της γήρανσης στην τροποποίηση πρωτεϊνών σε φυσιολογικά ζώα και αφετέρου o περιορισμός περαιτέρω παθολογίας της α-synuclein στους μύες weaver. Η έκφραση της α-synuclein συνολικά βρέθηκε ότι δε διαφέρει ανάμεσα σε weaver και αγρίου τύπου μύες. Δεν εντοπίστηκαν, μέσω Ανοσοφθορισμού (IF), συσσωρεύσεις της πρωτεΐνης ή έγκλειστα, η phospho-S129-α-syn όμως εντοπίστηκε στον πυρήνα των ντοπαμινεργικών νευρώνων της SN, εύρημα που ενδεχομένως συνδέεται με απόκριση στο έντονο κυτταρικό στρες. Η πρώιμη παθολογία της α-synuclein, αναπτύσσεται σε ένα περιβάλλον έντονης νευροεκφύλισης και φλεγμονής, υποδηλώνοντας ότι αποτελεί δευτερογενές γεγονός. Στη SNpc των weaver παρατηρείται μαζική απώλεια ντοπαμινεργικών νευρώνων σε αρκετά νεαρή ηλικία (68% στην P60 και 83,8% στην P100). Η διαδικασία οφείλεται στη μετάλλαξη του διαύλου GIRK2, η οποία πυροδοτεί διεγερσιτοξικότητα, υπερφόρτωση ασβεστίου (Ca2+) και μιτοχονδριακή δυσλειτουργία. Η εκφύλιση συνοδεύεται από σημαντική νευροφλεγμονώδη απόκριση στο MB, με σημαντική αύξηση του δείκτη iNOS και αντίδραση των μικρογλοιακών (Iba-1+) και αστρογλοιακών (GFAP+) κυττάρων. Τα μικρογλοιακά κύτταρα στους νεαρούς weaver (P45, P60) εμφανίζουν αυξημένο αριθμό και διογκωμένο κυτταρικό σώμα, αντανακλώντας έναν αντιδραστικό φαινότυπο που συμβάλλει στο οξειδωτικό μικροπεριβάλλον. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επίδραση της γήρανσης, η οποία διαφοροποιείται ανάλογα με τον γονότυπο. Ενώ στους μύες αγρίου τύπου η πρόοδος της ηλικίας οδηγεί σε αύξηση της phospho-S129-α-syn, νευροεκφύλιση και απόκριση μικρογλοιακή και αστρογλοιακή (inflammaging), στους μύες weaver παρατηρείται σχετική σταθεροποίηση. Ο ρυθμός της νευροεκφύλισης μειώνεται (ή και αντισταθμίζεται μερικώς από νευρογένεση), τα επίπεδα της phospho-S129-α-synuclein και της φλεγμονής (iNOS) στους μεγαλύτερους weaver (P240-360) δεν κλιμακώνονται περαιτέρω, αλλά συγκλίνουν με εκείνα των αγρίου τύπου μυών, παραμένουν ωστόσο μέχρι την (όψιμη) μέση ηλικία (P315, P360) κάποιες ενδείξεις ήπιας γλοιακής απόκρισης. Αυτή η σταθεροποίηση είναι πιθανώς σύνθετη και μπορεί να αποδοθεί εν μέρει στην πρώιμη εξάντληση των ευπαθών νευρώνων-στόχων, αλλά και στην ενεργοποίηση αντισταθμιστικών μηχανισμών, όπως η ενδογενής νευρογένεση, η καλύτερη διαχείριση της πρωτεόστασης στους επιζώντες νευρώνες. Συμπερασματικά, η διατριβή αναδεικνύει ότι ένα δυσμενές κυτταρικό μικροπεριβάλλον (διεγερσιτοξικότητα, οξειδωτικό στρες, αυξημένο ενδοκυττάριο Ca2+) αρκεί για να πυροδοτήσει πρώιμες τροποποιήσεις της α-synuclein, ακόμη και χωρίς υπερέκφραση ή μετάλλαξη της ίδιας της πρωτεΐνης. Το μοντέλο weaver αποδεικνύεται πολύτιμο για τη μελέτη της νόσου του Parkinson, υπογραμμίζοντας ότι η παθογένεια είναι πολυπαραγοντική και εξαρτάται άμεσα από την αλληλεπίδραση του γενετικού υποστρώματος με τους μηχανισμούς ομοιόστασης και τη γήρανση. Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι ο εγκέφαλος των weaver, μετά από μια οξεία φάση εκφύλισης και φλεγμονής, επιτυγχάνει μια νέα, έστω δυσλειτουργική, ισορροπία που περιορίζει την περαιτέρω ραγδαία επιδείνωση της παθολογίας.
  • ItemOpen Access
    Μελέτη των μεταβολών του εντερικού φραγμού και της μικροβιακής αλλόθεσης σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο
    (2026-04-30) Γεωργοπούλου, Γεωργία Ανδριάνα; Georgopoulou, Georgia Andriana
    H λειτουργία του εντερικού φραγμού είναι επηρεασμένη στην χρόνια νεφρική νόσο (ΧΝΝ) οδηγώντας σε αυξημένη διαπερατότητα. Ωστόσο οι πιθανοί εμπλεκόμενοι μηχανισμοί είναι υπό διερεύνηση. Σε αυτή τη μελέτη εξετάσθηκε η εντερική έκφραση της αποφραξίνης και κλωντίνης-1 (συστατικά των αποφρακτικών συνδέσεων) σε ασθενείς με ΧΝΝ διαφόρων σταδίων. Υλικό & Μέθοδος: Στη μελέτη μετείχαν συνολικά 33 ασθενείς με ΧΝΝ σταδίου I-IV(n=17), εκ των οποίων ασθενείς με διαπιστωμένη ΙgA Νεφροπάθεια (IgAN) (n=9) και τελικού σταδίου νεφρική νόσο (ΤΣΝΝ) (n=16) και 11 υγιή άτομα, που υποβλήθηκαν σε ενδοσκόπηση και βιοψία της δεύτερης μοίρας δωδεκαδακτύλου. Τα δείγματα εξετάσθηκαν ιστολογικά και έγινε μέτρηση των αποπτώσεων και του ύψους λαχνών. Η έκφραση της αποφραξίνης και κλωντίνης-1 εξετάσθηκαν με ανοσοιστοχημεία. Η συγκέντρωση ενδοτοξίνης εκτιμήθηκε με ανοσοενζυμική μέθοδο και των κυτταροκινών (interleukin (IL)-1β,IL-6,IL-8,IL-10, 12 and TNF-a) με κυτταρομετρία ροής. Αποτελέσματα: Οι ασθενείς με ΧΝΝ σταδίου Ι-IV, ΤΣΝΝ αλλά και αποκλειστικά με IgAN, εμφάνισαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα ενδοτοξίνης ορού σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου (ΧΝΝ, ΤΣΝΝ: P<0.01, IgAN:P<0,001). Από τις κυτταροκίνες που μετρήθηκαν, μόνο οι IL-6,8,10 παρουσίασαν στατιστικά σημαντικά υψηλότερα επίπεδα και στις 3 ομάδες συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου. Η έκφραση της αποφραξίνης ήταν σημαντικά μειωμένη στους ασθενείς με ΧΝΝ και ΤΣΝΝ σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου (P<0.0001,P<0.001). Επιπλέον παρατηρήθηκε μία διαβάθμιση μείωσης της έκφρασής της: η έκφραση ήταν διατηρημένη στις κρύπτες, μειωμένη στη μεσότητα των λαχνών, ενώ μεγαλύτερη απώλεια έκφρασης παρατηρήθηκε στο κορυφαίο τμήμα. Η έκφραση της κλωντίνης-1 ήταν σημαντικά μειωμένη αποκλειστικά στις κρύπτες στους ασθενείς με ΧΝΝ σταδίου Ι-IV και ΤΣΝΝ συγκρινόμενη με την ομάδα ελέγχου (P<0.0001,P<0,01). Η έκφραση της αποφραξίνης ήταν μειωμένη και στην υποομάδα IgAN σε σχέση με την ομάδα μαρτύρων ( p<0,001), παρουσιάζοντας το ίδιο πρότυπο διαβάθμισης της έκφρασής της. Συμπεράσματα: Η μειωμένη έκφραση αποφραξίνης, κυρίως στο κορυφαίο τμήμα των λαχνών, καθώς και η μειωμένη έκφραση κλωντίνης-1 στις κρύπτες ίσως αποτελούν σημαντικούς μηχανισμούς δυσλειτουργίας του εντερικού βλεννογόνου και της αυξημένης διαπερατότητας στους ασθενείς με ΧΝΝ.
  • ItemOpen Access
    Η χρησιμότητα της διενέργειας αξονικής στεφανιογραφίας και οι ανατομικές πληροφορίες που εξάγουμε από αυτήν, πριν από την επεμβατική στεφανιογραφία σε ασθενείς με ιστορικό αορτοστεφανιαίας παράκαμψης
    (2026-02-24) Τουλγαρίδης, Φώτιος; Toulgaridis, Fotios
    Επιστημονικό υπόβαθρο: Η αξονική στεφανιογραφία (CCTA) σε ασθενείς μετά από παράκαμψη στε¬φανιαίων αρτηριών (CABG) παρουσιάζει υψηλή διαγνωστική ακρίβεια για την απεικόνιση των μοσχευ¬μάτων. Η επεμβατική στεφανιαία αγγειογραφία (ICA) σε ασθενείς με CABG σχετίζεται με αυξημένο χρόνο διαδικασίας, χορήγηση σκιαγραφικής ουσίας, έκθεση σε ακτινοβολία και επιπλοκές, σε σύγκριση με ασθενείς χωρίς CABG. Σκοπός αυτής της πολυκεντρικής, τυχαιοποιημένης ελεγχόμενης μελέτης ήταν να συγκρίνει τη στρατηγική της καθοδηγούμενης με CCTA ICA με την κλασική ICA σε ασθενείς με προ¬ϋπάρχον CABG. Μέθοδοι: Οι ασθενείς με προϋπάρχον CABG τυχαιοποιήθηκαν (αναλογία 1:1) ώστε να υποβληθούν σε CCTA πριν από την ICA (ομάδα A, CCTA-ICA) ή όχι (ομάδα B, ICA μόνο). Η κύρια καταληκτική παρά¬μετρος της μελέτης ήταν ο συνολικός όγκος (σε mL) της σκιαγραφικής ουσίας που χορηγήθηκε. Αποτελέσματα: Συνολικά 251 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν και 225 συμπεριλήφθηκαν στην ανάλυση: 110 στην ομάδα A και 115 στην ομάδα B. Ο συνολικός όγκος της σκιαγραφικής ουσίας ήταν υψηλότερος στην ομάδα A (184.5 [143–255] έναντι 154 [102–240] mL, p=0.001). Ο όγκος της σκιαγραφικής ουσίας που χορηγήθηκε κατά τη διάρκεια της επεμβατικής διαδικασίας ήταν χαμηλότερος στην ομάδα A (101.5 [60–151] έναντι 154 [102–240] mL, p<0.001). Ο συνολικός χρόνος ακτινοσκόπησης μειώθηκε στην ομά¬δα A (480 [259–873] έναντι 594 [360–1080] sec, p=0.027), αλλά η συνολική αποτελεσματική δόση ακτι¬νοβολίας αυξήθηκε (24.1 [17.7–32] έναντι 10.8 [5.6–18] mSv; p<0.001). Ο ρυθμός της νεφροπάθειας που προκαλείται από σκιαγραφική ουσία, των περιεμβατικών επιπλοκών και των σοβαρών καρδιοαγγειακών συμβαμάτων κατά τις 3–5 και 30 ημέρες μετά την ICA, δε διέφερε σημαντικά μεταξύ των δύο ομάδων. Συμπεράσματα: Μια στρατηγική ICA καθοδηγούμενη από CCTA για ασθενείς με CABG συνδέεται με την επιτάχυνση της επεμβατικής διαδικασίας και με λιγότερο χρόνο ακτινοσκόπησης, με αντάλλαγμα τον υψηλότερο συνολικό όγκο σκιαγραφικής ουσίας και την αυξημένη δόση ακτινοβολίας, σε σύγκριση με την κλασική προσέγγιση με απευθείας ICA.
  • ItemOpen Access
    Η σημασία και η συμβολή της ιατρικής ηθικής στο αγαθόν πράττειν επί της ιατρικής πράξης
    (2026-03-06) Σιμωτάς, Αθανάσιος; Simotas, Athanasios
    Αγαθόν πράττειν είναι η βέλτιστη δυνατή ενέργεια, πράξη, παράλειψη ή πρακτική του ιατρού απέναντι στον ασθενή, με διττή σκοπιμότητα. Αφενός τη συνειδησιακή και νομική κάλυψη του ιατρού, αφετέρου την ίαση του ασθενούς χωρίς αρνητικές συνέπειες για άλλον ασθενή, φροντιστή ασθενούς, συνάδελφο ιατρό ή νοσηλευτή. Ιατρική Ηθική είναι σύμπλεγμα θετών νόμων και άγραφων ηθικών κανόνων που διαπλάθουν το αγαθόν πράττειν σε κάθε έκφανση ή εφαρμογή του στην κλινική πρακτική. Οι ρίζες της εντοπίζονται στα αρχαία χρόνια του ιατρικού λειτουργήματος, είναι συνώνυμη με την ιατρική σκέψη και καθοδηγεί την καθ’ εαυτή ιατρική πράξη στον ασθενή. Πρόκειται για περιγραφική/ερευνητική μελέτη ποιοτικού τύπου, με συλλογή δεδομένων από τον Φεβρουάριο έως τον Δεκέμβριο του 2021, μέσω της χρήσης ερωτηματολογίου. Στη δειγματοληπτική έρευνα συμμετέχουν κλινικοί ιατροί που εργάζονται στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα και είναι εγγεγραμμένοι στους Ιατρικούς Συλλόγους. Η αποστολή των ερωτηματολογίων διεξάγεται συμβατικά και ηλεκτρονικά με χορήγηση σύντομου, ανώνυμου, βαθμονομημένου ερωτηματολογίου κλειστού τύπου, δύο μερών. Στο πρώτο μέρος περιλαμβάνονται ερωτήσεις καταγραφής επαγγελματικών στοιχείων και δημογραφικών δεδομένων και στο δεύτερο μέρος ερωτήσεις για τις γνώσεις των ερωτώμενων σχετικά με την ιατρική ηθική και στους κανόνες τήρησής της. Σκοπός της έρευνας είναι η διερεύνηση και η αξιολόγηση του ρόλου της Ιατρικής Ηθικής που επεμβαίνει στη λήψη αποφάσεων των κλινικών ιατρών κατά την εκτέλεση ιατρικών πράξεων, καθώς και η καταγραφή των ηθικών κινήτρων, βάσει των οποίων οι κλινικοί ιατροί ενεργούν αυτόβουλα με σκοπό το αγαθόν πράττειν. Η ολοκλήρωση της διατριβής έχει πρακτικό αποτέλεσμα στην ιατρική πράξη: 1. Η δημιουργία ενός προτύπου οδηγιών κλινικής πρακτικής για τους ιατρούς. 2. Καθοδήγηση στον ορθό και ασφαλή συμβουλευτικό ρόλο του ιατρού προς τους ασθενείς αλλά και στη συνεργασία των ιατρών στη διαχείριση των κοινών τους ασθενών. 3. Η χάραξη εποικοδομητικών πολιτικών υγείας μέσω των απαντήσεων των ιατρών σε ζητήματα δημόσιας υγείας. Στην έρευνα αυτή αποκρυσταλλώνονται τα ηθικά κίνητρα που προκαλούν το ιατρικό προσωπικό να πράττει κατά τη συνειδησιακή βούληση. Πραγματοποιείται μία εμβάθυνση στο ρόλο που η Ιατρική Ηθική διαδραματίζει στους ιατρούς κατά τη λήψη αποφάσεων στην καθ’ ημέρα κλινική πράξη. Συμπερασματικά, προκύπτει ότι η Ιατρική Ηθική διέπει τουλάχιστον τρεις συσχετίσεις στο ιατρικό λειτούργημα: 1.Την ανταπόκριση του ιατρού στη συνείδησή του, κατά την εκτέλεση ιατρικών πράξεων ή κατά την διαχείριση ευαίσθητων δεδομένων. 2.Την σχέση εμπιστοσύνης και εμπιστευτικότητας μεταξύ ιατρού και ασθενούς. 3.Την συνεργασία και αλληλεγγύη των ιατρών στις μεταξύ τους επαγγελματικές σχέσεις, όσο και στη διαχείριση των ασθενών τους.
  • ItemOpen Access
    Αξιολόγηση του ρόλου λιποπρωτεϊνών του ορού και των απολιποπρωτεϊνών τους με έμφαση στην απολιποπρωτεΐνη Α2, στην εμφάνιση συστατικών στοιχείων του μεταβολικού συνδρόμου
    (2026-06-09) Κακαφώνη, Γεωργία; Kakafoni, Georgia
    Η απολιποπρωτεΐνη A2 (APOA2) έχει χαρακτηριστεί ως η δεύτερη σε αφθονία απολιποπρωτεΐνη των HDL, ενώ έχει επίσης ανιχνευθεί και σε άλλα λιποπρωτεϊνικά κλάσματα, ιδίως υπό συνθήκες δυσλιπιδαιμίας. Παρότι έχει μελετηθεί εδώ και αρκετές δεκαετίες, ο ακριβής ρόλος της στον μεταβολισμό των λιπιδίων, στη ρύθμιση του λιποπρωτεϊνικού προφίλ και στην εμφάνιση διαταραχών που σχετίζονται με το μεταβολικό σύνδρομο παραμένει ασαφής. Τα διαθέσιμα δεδομένα είναι αντικρουόμενα, καθώς άλλες μελέτες της αποδίδουν προστατευτική δράση έναντι της αθηροσκλήρωσης, ενώ άλλες τη συνδέουν με προαθηρογόνες επιδράσεις. Με βάση τα παραπάνω, στόχος της παρούσας διδακτορικής διατριβής ήταν η διερεύνηση του ρόλου της APOA2, καθώς και γενικότερα των λιποπρωτεϊνών και απολιποπρωτεϊνών του ορού, στην εμφάνιση των επιμέρους συστατικών στοιχείων του μεταβολικού συνδρόμου, καθώς και η αξιολόγηση της δυνατότητας φυσικών και φαρμακολογικών παρεμβάσεων να τροποποιούν τις σχετικές διεργασίες. Η παρούσα μελέτη οργανώθηκε σε τρία ερευνητικά μέρη, στα οποία χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικά πειραματικά μοντέλα ποντικών, ανάλογα με τον επιμέρους ερευνητικό στόχο. Στο πρώτο μέρος εξετάστηκε η επίδραση της ανθρώπινης APOA2 στον μεταβολισμό των λιπιδίων και των λιποπρωτεϊνών, καθώς και στη μεταβολική δραστηριότητα του λιπώδους ιστού, μέσω αδενοϊικής μεταφοράς του γονιδίου της σε ποντίκια C57BL/6, ldlr-/- και apoe-/-. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η δράση της APOA2 εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το γενετικό και μεταβολικό υπόβαθρο. Στα ποντίκια C57BL/6, η έκφρασή της αύξησε τα επίπεδα χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων, ενώ στα ldlr-/- ποντίκια συνδέθηκε με μείωση της ολικής χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων, καθώς και όλων των βασικών λιποπρωτεϊνικών κλασμάτων. Στα apoe-/- ποντίκια δεν παρατηρήθηκαν ουσιαστικές μεταβολές στα συνολικά επίπεδα λιπιδίων, αλλά καταγράφηκε σαφής ανακατανομή τους μεταξύ των επιμέρους λιποπρωτεϊνικών κλασμάτων. Παράλληλα, η APOA2 επηρέασε και την κατανομή άλλων απολιποπρωτεϊνών, ενώ στα δυσλιπιδαιμικά μοντέλα συσχετίστηκε με καταστολή της θερμογόνου δραστηριότητας του λιπώδους ιστού. Στο δεύτερο μέρος μελετήθηκε η επίδραση εκχυλίσματος φύλλων Lavandula stoechas, ενθυλακωμένου σε μαλτοδεξτρίνη σε ποντίκια C57BL/6, σε τρεις διαφορετικές δόσεις. Εξετάστηκε η επίδρασή του στην έκφραση και την κατανομή της APOA2, καθώς και σε παραμέτρους του λιπιδαιμικού, γλυκαιμικού και μεταβολικού προφίλ. Τα αποτελέσματα έδειξαν δοσοεξαρτώμενη τροποποίηση της κατανομής της APOA2. Οι χαμηλότερες δόσεις συνδέθηκαν με μείωση της APOA2 στα HDL, αύξηση των τριγλυκεριδίων, επιδείνωση της ανοχής στη γλυκόζη και καταστολή της θερμογένεσης. Αντίθετα, η υψηλότερη δόση προκάλεσε ανακατανομή της APOA2 και σε μη-HDL κλάσματα και συνοδεύτηκε από βελτίωση του λιπιδαιμικού προφίλ, μείωση της γλυκόζης νηστείας, διατήρηση της ανοχής στη γλυκόζη, βελτίωση της αντιφλεγμονώδους και αντιοξειδωτικής λειτουργίας της HDL και ενίσχυση της θερμογόνου δραστηριότητας του ΒΑΤ. Στο τρίτο μέρος διερευνήθηκε η επίδραση του ω-3 icosapent ethyl (IPE) σε ποντίκια ldlr-/-, δηλαδή σε μοντέλο πλήρους έλλειψης του LDL υποδοχέα. Η χορήγηση IPE οδήγησε σε μείωση της ολικής χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων του πλάσματος, σε μειωμένη ηπατική έκκριση VLDL τριγλυκεριδίων, σε αναδιαμόρφωση των HDL κλασμάτων με μείωση της APOA2 και της APOB στα HDL, καθώς και σε αυξημένη μεταβολική ενεργοποίηση του λευκού λιπώδους ιστού. Τα ευρήματα αυτά δείχνουν ότι το IPE δεν επηρεάζει μόνο το ηπατικό και λιποπρωτεϊνικό προφίλ, αλλά και τον περιφερικό μεταβολισμό. Συνολικά, η παρούσα διατριβή υποστηρίζει ότι η APOA2 είναι ένας ρυθμιστής του λιποπρωτεϊνικού και μεταβολικού φαινοτύπου, του οποίου η δράση εξαρτάται από το βιολογικό υπόβαθρο. Η κατανομή της μεταξύ HDL και μη-HDL κλασμάτων φαίνεται να είναι λειτουργικά σημαντική και να μπορεί να τροποποιείται τόσο από φυσικές όσο και από φαρμακολογικές παρεμβάσεις, με επιδράσεις στον μεταβολισμό των λιπιδίων, της γλυκόζης και στη λειτουργία του λιπώδους ιστού. Τα ευρήματα αυτά υποστηρίζουν την περαιτέρω μελέτη της APOA2 ως πιθανού βιοδείκτη και θεραπευτικού στόχου στο μεταβολικό σύνδρομο.
  • ItemUnknown
    Αξιολόγηση βιοδεικτών επάρκειας του εντερικού φραγμού σε ασθενείς που υποβάλλονται σε κολεκτομή για καρκίνο παχέος εντέρου και συσχέτιση με το φαινόμενο της μικροβιακής αλλόθεσης και των μετεγχειρητικών σηπτικών επιπλοκών
    (2026-05-27) Μπενετάτος, Νικόλαος; Benetatos, Nikolaos
    Υπόβαθρο/Σκοπός: Η βακτηριακή αλλόθεση (Bacterial Translocation, BT) έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο μετεγχειρητικών λοιμώξεων σε ογκολογικούς ασθενείς που υποβάλλονται σε μείζονα χειρουργική επέμβαση της κοιλίας. Η παρούσα μελέτη αξιολόγησε την προγνωστική αξία της BT, της ενδοτοξίνης του ορού και της πρωτεΐνης zonula occludens 1 (ZO-1) για την εμφάνιση μετεγχειρητικών λοιμώξεων σε ασθενείς με καρκίνο του παχέος εντέρου που υποβλήθηκαν σε ανοικτή ή λαπαροσκοπική κολεκτομή. Ασθενείς και Μέθοδοι: Αναλύθηκαν συνολικά 71 ασθενείς (40 υποβλήθηκαν σε ανοικτή και 31 σε λαπαροσκοπική κολεκτομή). Για την ανίχνευση της BT πραγματοποιήθηκαν καλλιέργειες μεσεντέριων λεμφαδένων (MLNs) και ηπατικού ιστού. Τα επίπεδα ενδοτοξίνης και ZO-1 στον ορό μετρήθηκαν προεγχειρητικά και 24 ώρες μετά την επέμβαση και συγκρίθηκαν με εκείνα 12 υγιών μαρτύρων. Καταγράφηκαν επίσης οι μετεγχειρητικές λοιμώξεις και η διάρκεια νοσηλείας στο νοσοκομείο (HLOS). Αποτελέσματα: Τα ποσοστά μετεγχειρητικών λοιμώξεων δεν διέφεραν σημαντικά μεταξύ των δύο ομάδων (p=0,16). Ωστόσο, οι ασθενείς που υποβλήθηκαν σε ανοικτή επέμβαση είχαν μεγαλύτερη διάρκεια νοσηλείας (p<0,001). Τα ποσοστά BT ήταν παρόμοια μεταξύ των ομάδων. Τα επίπεδα ενδοτοξίνης αυξήθηκαν την πρώτη μετεγχειρητική ημέρα τόσο στην ομάδα της ανοικτής (p=0,03) όσο και της λαπαροσκοπικής επέμβασης (p=0,04), σε σύγκριση με τους υγιείς μάρτυρες. Τα επίπεδα της ZO-1 στον ορό ήταν σημαντικά αυξημένα προεγχειρητικά (p<0,001) και παρέμειναν αυξημένα μετεγχειρητικά, χωρίς διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων. Η BT αποτέλεσε τον μοναδικό ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση λοίμωξης [λόγος πιθανοτήτων (OR), 95% διάστημα εμπιστοσύνης (CI)=17,45 (2,65–36,8), p=0,01], ενώ η ενδοτοξίνη και η ZO-1 εμφάνισαν χαμηλή προγνωστική ακρίβεια. Η ανοικτή χειρουργική επέμβαση και οι λοιμώξεις ήταν ανεξάρτητοι προγνωστικοί παράγοντες παρατεταμένης νοσηλείας (p<0,001). Συμπέρασμα: Η ανοικτή και η λαπαροσκοπική κολεκτομή παρουσιάζουν παρόμοια ποσοστά μετεγχειρητικών λοιμώξεων. Τα επίπεδα της ZO-1 και της ενδοτοξίνης στον ορό δεν αποτελούν αξιόπιστους προγνωστικούς δείκτες λοίμωξης. Αντίθετα, η βακτηριακή αλλόθεση, όπως ανιχνεύεται μέσω καλλιεργειών μεσεντέριων λεμφαδένων και ηπατικού ιστού, αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για λοίμωξη και μπορεί να συμβάλει στην αναγνώριση ασθενών υψηλού κινδύνου, ώστε να εφαρμοστεί εντατική μετεγχειρητική παρακολούθηση και έγκαιρη παρέμβαση.
  • ItemUnknown
    Alterations in small non-coding RNAs (miRNAs) and the potential role in the development of aseptic loosening after total hip replacement
    (2026-01-22) Παπαγιάννης, Σπυρίδων; Papagiannis, Spyridon
    Background/Objectives: Total hip arthroplasty (THA) is an effective orthopedic procedure providing pain relief and functional restoration. Despite advances, aseptic loosening (AL) remains the most frequent long-term complication, often necessitating revision surgery. AL involves chronic periprosthetic inflammation, macrophage activation, and osteolysis, but its molecular mechanisms remain incompletely understood. Circulating microRNAs (miRNAs), short non-coding RNAs regulating gene expression post-transcriptionally, arestable, minimally invasive biomarkers implicated in bone metabolism and immune signaling. This study evaluated the expression of selected inflammation- and osteolysis-related miRNAs (let-7i-5p, let-7e-5p, miR-15a-5p, miR-30a-3p, miR-130a-3p) in patients with AL following THA, compared with asymptomatic THA recipients and osteoarthritic controls, to assess their biomarker potential and role in AL pathogenesis. Materials and methods: Peripheral blood samples were collected from three cohorts: patients undergoing revision surgery for AL, asymptomatic THA recipients, and osteoarthritic controls, totaling 63 patients (21 per group). Total RNA was extracted and miRNA expression quantified by qRT-PCR. Relative expression was calculated using the 2–ΔΔCt method after normalization. Statistical comparisons between groups were performed, and in silico analyses predicted miRNA target genes involved in inflammatory and osteolyticpathways, including TLR4, NF-κB, NLRP3, and macrophage polarization. Results: Distinct expression patterns were observed. Let-7i-5p, miR-30a-3p, and miR-130a-3p were significantly downregulated in AL patients, suggesting enhanced inflammatory signaling, osteoclast activation, and dysregulated osteoblast/osteoclast balance. These findings indicate that miRNAs act as both active regulators and potential early biomarkers of AL. Conclusions: Circulating miRNAs are promising minimally invasive biomarkers for early AL detection following THA. Validation in larger cohorts could enable clinical translation and development of miRNA-targeted therapeutic strategies.
  • ItemUnknown
    Πρωτότυπη θεραπεία επιμολυσμένων χρονίων ελκών με παθογόνα μικρόβια με την βοήθεια καινοτόμου συσκευής παραγωγής βραχύβιων ραδιοκυματικών παλμών (RF) πολύ υψηλής τάσης σε πειραματικό μοντέλο
    (2026-06-11) Μπαλάσης, Σταύρος; Balasis, Stavros
    Πρωτότυπη θεραπεία επιμολυσμένων χρονίων ελκών με παθογόνα μικρόβια με την βοήθεια καινοτόμου συσκευής παραγωγής βραχύβιων ραδιοκυματικών παλμών (RF) πολύ υψηλής τάσης σε πειραματικό μοντέλο. Εισαγωγή: Η επιμόλυνση χρονίων ελκών με παθογόνα μικρόβια είναι πολύ συχνή, αυξάνει τη νοσηρότητα και η αντιμετώπιση αυτών των λοιμώξεων είναι δύσκολη αφού δημιουργούνται πολύ συχνά πολυανθεκτικά μικροβιακά στελέχη. Η αντιμετώπιση των μικροβίων με ραδιοκυματικούς παλμούς έχει εφαρμοστεί σε περιορισμένο βαθμό στην απολύμανση υγρών και τροφίμων αλλά καθόλου στην αντιμετώπιση χρονίων ελκών Σκοπός: Σκοπός της εργασίας μας ήταν η μελέτη της αποτελεσματικότητας της ανάσχεσης μικροβιακών κυττάρων από καλλιέργειες χρονίων ελκών με βραχύβιους ραδιοκυματικούς παλμούς υψηλής τάσης από καινοτόμο πρωτότυπη συσκευή σε πειραματικό μοντέλο βιομεμβράνης. Υλικό-Μέθοδος: Ανθεκτικά μικρόβια από χρόνια έλκη απομονώθηκαν και ανακαλλιεργήθηκαν. Εξετάστηκε η αποτελεσματικότητα της εφαρμογής ραδιοκυματικών παλμών αρχικά in-vitro και εν συνεχεία σε πειραματικό μοντέλο βιομεμβράνης σε διαφορετικές συνθήκες έντασης ηλεκτρικού πεδίου, πλάτους παλμού, συχνότητας παλμών και χρόνου εφαρμογής παλμών. Αποτελέσματα: Η εφαρμογή βραχύβιων ραδιοκυματικών παλμών in-vitro πέτυχε μείωση του αριθμού των μικροβιακών κυττάρων κατά 3,49 λογαριθμικές κλίμακες (p<.001)για τα Gram-θετικά βακτήρια και κατά 4,62 λογαριθμικές κλίμακες (p<.001)για τα Gram-αρνητικά βακτήρια με ισχυρή επίδραση της έντασης του ηλεκτρικού πεδίου και του χρόνου εφαρμογής . Η εφαρμογή των βέλτιστων αυτών συνθηκών σε πειραματικό μοντέλο βιομεμβράνης πέτυχε μείωση του πάχους της βιομεμβράνης κατά 75% (p<.001) και ανάσχεση του πληθυσμού των μικροβιακών κυττάρων κατά 99,5% (p<.001). Συμπέρασμα: Η εφαρμογή βραχύβιων ραδιοκυματικών παλμών πολύ υψηλής τάσης από την πρωτότυπη συσκευή πέτυχε ανάσχεση ανάπτυξης ανθεκτικών μικροβίων in-vitro και σε πειραματικό μοντέλο βιομεμβράνης. Λέξεις κλειδιά: ανθεκτικά μικρόβια, χρόνια έλκη, ραδιοκυματικοί παλμοί υψηλής τάσης, πειραματικό μοντέλο βιομεμβράνης
  • ItemUnknown
    Geriatric depression and dementia : needs and mobility patterns for seeking psychogeriatric care
    (2026-06-15) Γεωργίου, Ελένη-Ζαχαρούλα (Ελίζα); Georgiou, Eleni-Zacharoula (Eliza)
    The ageing of the global population has brought neurocognitive and old-age depressive disorders to the forefront of public health priorities. Cognitive impairment and late-life depression are now among the leading causes of disability and dependency worldwide. Although their biological underpinnings have been increasingly elucidated, substantial inequalities persist in detection, prevention, and management—particularly in low-resource settings and transitional regions such as Southeastern Europe (SEE). Greece, with one of the most rapidly ageing populations in Europe, faces a dual challenge of increasing prevalence and uneven service accessibility. This thesis approaches brain health as a multidimensional construct encompassing biological, psychological, social, and structural determinants. Through complementary studies across local, regional, and global contexts, it examines how depressive and cognitive symptoms manifest, co-occur, and interact with systemic and environmental factors. Aim: The overarching aim of this dissertation was to characterise the interplay between late-life depression and cognitive impairment, and to situate these findings within regional and global frameworks for brain-health equity. Specifically, the work sought to: Present a scalable algorithm to assess modifiable dementia risk factors worldwide by region and income level. Evaluate health-system determinants of brain health across Southeastern Europe. Assess the prevalence and determinants of depressive symptoms and cognitive impairment in the general population of Greek older adults and in vulnerable older adults residing in low-resource settings. Identify sociogeographical disparities in access to psychogeriatric services in rural and semi-urban Greece. Materials and Methods: The thesis is organised into two empirical axes, reflecting a bidirectional analytical journey between context and evidence. Axis I – Global and Regional Contexts: The SEE Brain Health Project mapped system-level determinants of brain health across thirteen Southeastern European countries based on the WHO Optimizing brain health across the life course position paper. The DEMETRA project developed an algorithmic model to estimate the contribution of modifiable dementia risk factors globally, stratified by geographical subregion and income level Axis II – Population and Care Pathways in Greece: The HELΙAD study assessed depressive symptoms across the cognitive-ageing spectrum in a representative Greek cohort. The GEOCODE study investigated depressive and cognitive symptoms in vulnerable older municipal home-care users in rural and semi-urban regions, incorporating geospatial analysis of access to psychogeriatric care. Results: Across both axes, consistent patterns emerged. At the global level, DEMETRA revealed substantial variation in modifiable dementia risk across regions and income groups, highlighting the influence of socioeconomic and health-system factors. At the regional level, the SEE Brain Health Project demonstrated marked heterogeneity in health-system capacity across Southeastern Europe, characterised by limited mental-health funding, workforce shortages, and fragmented care pathways, alongside emerging innovations in service delivery. At the national level, findings from Greece indicated a high prevalence of depressive symptoms among older adults, frequently co-occurring with cognitive impairment. In HELIAD, approximately one in five participants reported clinically significant depressive symptoms, which were associated with lower cognitive performance. The GEO-CoDe study further highlighted high rates of under-recognised depression and cognitive impairment in older adults residing in rural and semi-urban areas of Western- Southern Greece, where social isolation, lower educational attainment, and barriers to healthcare access increased vulnerability. Conclusions: This dissertation demonstrates that improving brain health in ageing populations requires multilevel strategies that integrate detection, prevention, and care. Locally, results support the need for routine screening of depressive and cognitive symptoms in primary and community settings and the development of telepsychogeriatric networks to address geographical inequities. Regionally, they advocate for coordinated policy efforts within Southeastern Europe through data harmonisation, workforce training, and cross-border collaboration. Globally, the DEMETRA framework provides a scalable model for monitoring modifiable dementia risk factors and guiding equitable intervention design.
  • ItemUnknown
    The necessity of innovation and patient specific approach on the fields of aortic valve repair and aortic root reconstruction : the challenge of developing new techniques in an increasing complexity population
    (2026-03-23) Μπελίτσης, Γεώργιος; Belitsis, Georgios
    Objectives: The aortic root constituents has been laid down in the general part of this thesis, followed by a thorough description of current practise of aortic root and valve repair, including leaflet surgery. In the specific part of this work, that follows, we have challenged ourselves with improving on the design and implantation of aortic neo leaflets, aiming to a more physiologic coaptation area. We have further investigated to revive constituents of the aortic root that play a significant role on its development and function. Such constituents need to be identified and considered when complex repair of the aortic valve is undertaken. Methods: A novel aortic leaflet has been designed and tailored with use of porcine pericardial sac. The implantation was carried out in a simulation lab, by an experienced cardiac surgeon, with use of porcine hearts; and repeated a total of 12 times. Following implantation, the roots were removed ‘en-block’ from the hearts, pressurized and tested for aortic valvar regurgitation. Lastly, the ventricular coaptation zones were marked, and the roots were divided on the long axis. The coaptation areas examined and compared to the physiologic human aortic root coaptation biphasic area. Next to the surgical simulation, a thorough analysis of the aortic root and its Left Ostial process- LOP-, was carried out. This analysis was based on surgical dissection, comparative anatomy, and a structural study of the aortic root, using CT data. Results: 12 aortic leaflets were successfully implanted, in 4 porcine hearts. All valve constructed were tested to be competent in loading pressures over 120mmHg. Taking down of the aortic roots, and examining the marked coaptation zones, revealed a nearly physiologic coaptation area for all leaflets. This highly resembles the biphasic coaptation surface of the native human aortic valve. The presence of a muscular crescent of the leaflet of the LCA sinus, was confirmed by investigation and dissection of human heart specimens. This left ostial process- LOP was further identified within the LVOT of human aortic homograft. The local co-ordinates of the LOP were described and compared to other species, establishing an in depth understanding of its pivot role in the aortic root structure. Its relation to the left main stem was successfully shown, relating a longer LMS to RCA dominance, the presence of LOP and an unwaged aortic root. Conclusions: The feasibility of achieving physiologic coaptation area along leaflet implantation surgery has been proven. The relation of the LOP to the aortic annulus, the left main stem and its anatomic significance on aortic root surgery has been brought to light, calling for further translational research in the field.
  • ItemOpen Access
    Cooled radiofrequency ablation versus cryoneurolysis of the genicular nerves for the symptomatic pain management in knee osteoarthritis : a prospective, randomized, single-blinded clinical trial
    (2026-03-05) Τσιπλάκος, Παναγιώτης; Tsiplakos, Panagiotis
    This dissertation compares two minimally invasive denervation techniques for pain relief in knee osteoarthritis (OA): cooled radiofrequency ablation (CRFA) and cryoneurolysis (CRYO). The primary knowledge gap addressed is the absence of a randomized clinical study directly comparing the two methods while targeting identical neural structures using a homogeneous protocol, thereby allowing a fair comparison of efficacy and safety. Furthermore, this study is the first to evaluate in clinical practice the novel fluoroscopic targeting landmarks for the superior genicular nerves proposed by Fonkoue (CRFA+ group) in comparison with the conventional fluoroscopic landmarks (CRFA group). Study Design and Population: This was a prospective, randomized, single-blinded clinical trial with a 1:1:1 allocation ratio among three groups (CRYO, CRFA, and CRFA+), conducted at the Orthopaedic Department of the University Hospital of Patras following approval by the Ethics Committee (11846/05/10/2021) and written informed consent from all participants. Eligibility required a positive diagnostic block (>50% immediate pain reduction on the Numeric Pain Rating Scale [NPRS]) at the predefined target sites in order to increase the likelihood of successful denervation. Evaluations were performed at baseline and at 4, 12, and 24 weeks. The primary outcome was the change in NPRS pain scores at 4, 12 and 24 weeks. Secondary outcomes included changes in the validated Greek versions of the Knee Injury and Osteoarthritis Outcome Score (KOOS) and Oxford Knee Score (OKS), as well as systematic recording of adverse events. Nerve Targets and Treatment Protocols: Targeting was identical across all groups and included the superomedial genicular nerve (SMGN), superolateral genicular nerve (SLGN), inferomedial genicular nerve (IMGN) and the medial retinacular genicular nerve branch arising from the vastus intermedius (MRGN), under fluoroscopic guidance. The conventional fluoroscopic landmarks positioned the needles at the junction between the diaphysis and epicondyle for the superior branches and at the metaphyseal–diaphyseal transition for the IMGN. The MRGN target was located approximately 3–4 cm proximal to the superior pole of the patella at the midpoint of the anteroposterior plane. The CRFA+ subgroup incorporated two additional electrodes at newer target locations for the SMGN and SLGN, positioned more distally (closer to the adductor tubercle and lateral epicondyle, respectively), as proposed by Fonkoue, with the aim of increasing the probability of capturing the actual nerve branches. Technical Details: In the CRFA and CRFA+ groups, 17G introducer needles (50–150 mm) and 18G cooled electrodes with 4-mm active tips (Coolief system) were used. Motor testing (2 Hz, 1 mA) was performed prior to lesioning. Cooled radiofrequency ablation was then applied for 2.5 minutes at 60°C (resulting in temperatures of approximately 80–90°C in adjacent tissues), creating a spherical lesion of larger diameter (approximately 12–13 mm) compared with conventional radiofrequency ablation. In the CRYO group, a single freezing cycle was performed using the VisualICE system (argon/helium): 30 seconds at 20% intensity followed by 2.5 minutes at 60%, with subsequent active thawing for 1 minute and passive thawing for 1 minute. Conscious sedation was administered when required (midazolam 1–2 mg IV and/or fentanyl 25–100 μg). Sample Size and Statistical Power: Sample size estimation was based on repeated-measures ANOVA, assuming a medium effect size (approximately 0.5), a significance level of 5%, and a target statistical power of 80%. A total of 67 patients and 72 knees were enrolled: 25 knees in the CRFA group, 22 in the CRYO group, and 25 in the CRFA+ group. Five participants underwent bilateral treatment. Results (CRFA versus CRYO): Baseline mean NPRS scores were 6.83 in the CRFA group and 7.32 in the CRYO group. At 1 month, scores were 4.00 versus 5.14; at 3 months, 3.88 versus 5.82; and at 6 months, 3.13 versus 6.18, respectively. Repeated-measures ANOVA demonstrated that CRYO achieved its maximum effect during the first month, followed by progressive decline through the six-month follow-up period. In contrast, CRFA maintained stable and clinically meaningful benefits throughout the six months. ANCOVA adjusted to an equivalent baseline NPRS score of 7 demonstrated superiority of CRFA as early as the first month (difference approximately 0.7 points, insufficient for definitive conclusions at the selected confidence level), with statistically significant superiority at both the third and sixth months. Overall, CRFA provided more durable analgesia than CRYO. Results (CRFA versus CRFA+): CRFA+ demonstrated numerically superior short-term pain relief during the first 1–3 months, potentially due to a higher probability of successful lesioning of the superior genicular nerve branches. However, no statistically significant difference between the two techniques was observed at six months. This finding suggests that improved targeting accuracy may enhance denervation of the joint capsule and provide superiorearly clinical benefit. Nevertheless, as osteoarthritis progresses naturally over time, multiple factors beyond genicular nerve signaling contribute to pain generation. Secondary Outcomes and Safety: Differences in quality of life, as assessed by KOOS and OKS, followed the same pattern as pain outcomes across all three groups, further supporting the primary findings. Regarding safety, no differences in complication rates were observed among the groups. Interpretation: The greater durability of CRFA compared with CRYO is consistent with the biological mechanisms underlying the two techniques. Cryoneurolysis produces a reversible second-degree nerve injury (Wallerian degeneration), resulting in expected reinnervation and gradual decline of analgesic efficacy over time. In contrast, CRFA produces irreversible neural injury, translating into more prolonged clinical benefit. Clinical Implications: Both techniques represent useful treatment options for patients with symptomatic knee OA who have failed conservative treatment or are not suitable candidates for, or unwilling to undergo, total knee arthroplasty (TKA). CRFA generally provides more sustained pain relief, whereas CRYO represents a realistic short-term option or bridging therapy. The novel fluoroscopic landmarks may be preferred when maximizing early clinical benefit is desired, although no difference should be expected at six months. Patients with Kellgren–Lawrence grade 2–3 OA appeared more likely to achieve optimal outcomes; however, larger sample sizes are required before firm conclusions can be drawn. Strengths and Limitations: The study is randomized, single-blinded, utilizes a homogeneous targeting and intervention protocol, includes three treatment arms, and achieved adequate statistical power (approximately 80%). Follow-up duration was limited to six months. Longer follow-up would strengthen conclusions regarding treatment durability. Treatment efficacy is influenced by anatomical variability in genicular nerve innervation and by targeting accuracy, while complete denervation of all articular branches is not feasible. Conclusion: This dissertation demonstrates that cooled radiofrequency ablation is superior to cryoneurolysis in terms of durability of analgesia for knee osteoarthritis, with clearsuperiority at 3 and 6 months. The introduction of newer fluoroscopic landmarks appears to enhance short-term clinical benefit without affecting six-month outcomes. The standardization of nerve targeting across treatment modalities represents an important methodological innovation of the study and provides useful, immediately applicable guidance for clinical practice and future research.
  • ItemOpen Access
    Τεκμηρίωση της μείωσης της τοξικότητας στη θεραπεία του γυναικολογικού καρκίνου, μέσω της χρήσης εξωτερικής ακτινοθεραπείας με σύγχρονες τεχνικές και βραχυθεραπείας με τρισδιάστατη απεικόνιση
    (2026-03-30) Βούρτσας, Παναγιώτης; Vourtsas, Panagiotis
    Μία από τις μεγαλύτερες μάστιγες της εποχής μας, λόγω της ενδημικής διάδοσης του ιού των επιπέδων κονδυλωμάτων (HPV), είναι οι γυναικολογικοί καρκίνοι. Πρόκειται για καρκίνους στο γυναικείο αναπαραγωγικό σύστημα, οι οποίοι εμφανίζονται μέσω της ανάπτυξης και του πολλαπλασιασμού ανώμαλων κυττάρων. Τα πέντε πιο βασικά είδη γυναικολογικού καρκίνου είναι ο καρκίνος των ωοθηκών, ο καρκίνος του ενδομήτριου, ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας, ο καρκίνος του κόλπου και ο καρκίνος του αιδοίου. Πιο σπάνιοι τύποι γυναικολογικού καρκίνου είναι αυτοί του πλακούντα, που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια της κύησης. Αποφασιστικό ρόλο στην αντιμετώπιση του γυναικολογικού καρκίνου και ιδιαίτερα στα μη χειρουργήσιμα στάδια αποτελεί η συνδυασμένη χημειο-ακτινοθεραπεία. Το σκέλος της ακτινοθεραπείας αφορά την εξωτερική ακτινοβολία και τη βραχυθεραπεία. Πιο συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της εξωτερικής ακτινοθεραπείας υπάρχει χορήγηση της ακτινοβολίας από έξω προς τα μέσα (εξωτερική ακτινοβόληση). Οι σύγχρονες τεχνικές ακτινοθεραπείας με εξωτερικές δέσμες είναι ιδιαίτερα σημαντικές για τη θεραπεία του γυναικολογικού καρκίνου. Τεχνικές ακτινοθεραπείας όπως η IMRT και η VMAT είναι σχεδιασμένες και εφαρμόζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε η προσπίπτουσα ακτινοβολία να είναι απόλυτα στοχευμένη στον όγκο, χωρίς να επιβαρύνονται ιδιαίτερα οι παρακείμενοι υγιείς ιστοί. Ο σχεδιασμός τους δίνει τη δυνατότητα της ανομοιόμορφης κατανομής της δόσης στον όγκο – στόχο (εν συγκρίσει με παλαιότερες τεχνικές - όπως η 3D Conformal), καθώς ορισμένες περιοχές του ακτινοβολούνται με υψηλότερης έντασης ακτινοβολία και άλλες με χαμηλότερη. Κομβικό ρόλο στην ακρίβεια με την οποία δίνεται η ακτινοβολία στον όγκο-στόχο παίζει η κατευθυνόμενη με εικόνα ακτινοθεραπεία, που ονομάζεται επίσης IGRT. Στην αντίπερα όχθη, με την βραχυθεραπεία γίνεται χορήγηση ακτινοβολίας από μέσα προς τα έξω (εσωτερική ακτινοβόληση), μέσω της ενδοκοιλοτικής και ενδοιστικής τοποθέτησης ραδιενεργών πηγών (ραδιοϊσότοπα) στο πάσχον όργανο. Στόχος της τοποθέτησης των πηγών αυτών είναι η χορήγηση υψηλής δόσης ακτινοβολίας τοπικά στον όγκο, με τη βοήθεια εξατομικευμένων- για την εκάστοτε περίπτωση εφαρμογέων, οι οποίοι και τοποθετούνται με χειρουργικό τρόπο εντός η πλησίον του όγκου- στόχου. Πρόκειται στην ουσία για την απόλυτη «σύμμορφη» ακτινοθεραπευτική μέθοδο, λόγω του ότι οι πηγές που χρησιμοποιούνται στην βραχυθεραπεία (BT) αποδίδουν τη μέγιστη τους δόση (υπακούοντας στον νόμο του αντιστρόφου του τετραγώνου της αποστάσεως), δια μέσου της οποίας εξασφαλίζεται η προστασία των πέριξ υγιών ιστών και των φυσιολογικών οργάνων, που περιβάλλουν τον όγκο. Η βραχυθεραπεία αποτελεί απαραίτητο συστατικό της ακτινοθεραπείας του γυναικολογικού καρκίνου. Η αδυναμία που παρουσιάζει η εξωτερική ακτινοθεραπεία σε ορισμένες περιπτώσεις, περί της χορηγήσεως υψηλών δόσεων ακτινοβολίας (υψηλή δόση σε μικρό όγκο) σε συγκεκριμένες θέσεις θεραπείας, έχουν καταστήσει την βραχυθεραπεία αναγκαία, από τη στιγμή που αυτή καλύπτει την συγκεκριμένη αδυναμία. H εισαγωγή εφαρμογών συμβατών με τη χρήση αξονικού και μαγνητικού τομογράφου, έχει αναβαθμίσει την ακρίβεια του υπολογιστικού σχεδιασμού θεραπείας. Η απεικονιστικά καθοδηγούμενη βραχυθεραπεία (IGBT) που βασίζεται στην 3D ή ακόμα και στην 4D απεικόνιση (CT/MRI) και χρησιμοποιείται σε εξειδικευμένα κέντρα, αποτελεί μία από τις κρισιμότερες εξελίξεις των τελευταίων χρόνων, λόγω του προσδιορισμού με μεγαλύτερη ευκολία του όγκου-στόχου και των ευαίσθητων οργάνων (Organs at Risk-OAR). Η καινοτόμος αυτή αλλαγή αναβαθμίζει ριζικά την θεραπεία που σε αρκετά κέντρα βασιζόταν ή βασίζεται μέχρι και σήμερα στον 2D σχεδιασμό (ορθογώνια προβολή), με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται ανεπιθύμητες ενέργειες σε όργανα, όπως το ορθό και η ουροδόχος κύστη. Είναι αδήριτος ανάγκη η εξέλιξη και η χρήση του υπολογιστικού σχεδιασμού θεραπείας, καθώς μέσω του σχηματισμού πλάνου θεραπείας με απόλυτη ακρίβεια, δίνεται η δυνατότητα του περιορισμού των παρενεργειών, την ίδια στιγμή που αυξάνεται ο τοπικός έλεγχος της νόσου και η επιβίωση των ασθενών. (ICRU 38, ICRU 89). Λόγω της προαναφερθείσας ανάγκης, το ελληνικό κράτος επέβαλλε δια νόμου τη χρήση τρισδιάστατου σχεδιασμού στην βραχυθεραπεία (ΦΕΚ Τεύχος Β- 2408/31.08.2012).
  • ItemOpen Access
    Επίπεδα τροπονίνης υψηλής ευαισθησίας (hstn) σε ασθενείς με δερματική αλλεργική αντίδραση : μια προοπτική μελέτη παρατήρησης δύο ομάδων
    (2026-04-07) Αναστασοπούλου, Μαρία; Anastasopoulou, Maria
    Εισαγωγή: Η αλλεργία είναι μια μη λοιμώδης ασθένεια που επηρεάζει εκατοντάδες ανθρώπους και μπορεί να προκαλέσει μια μεγάλη ποικιλία συμπτωμάτων, από μικρής κλινικής σημασίας έως απειλητικά για την ζωή. Το σύνδρομο Κούνης αναφέρεται σε οξύ στεφανιαίο επεισόδιο, προκαλούμενο στα πλαίσια αλλεργικής αντίδρασης. Παρότι η συσχέτιση μεταξύ στεφανιαίων συνδρόμων και αλλεργικών αντιδράσεων είναι ευρέως γνωστή, παραμένει ελλιπώς μελετημένη η σημασία της αύξησης των καρδιακών δεικτών στα πλαίσια αλλεργικών αντιδράσεων, όπως η καρδιακή τροπονίνη. Σκοπός: Σκοπός της μελέτης ήταν η εκτίμηση των επιπέδων της τροπονίνης υψηλής ευαισθησίας σε ασθενείς που προσέρχονται στο τμήμα επειγόντων περιστατικών με αλλεργική αντίδραση. Υλικό και Μέθοδος: Το δείγμα της μελέτης αποτέλεσαν 200 ασθενείς οι οποίοι προσέρχονταν στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του Π.Γ.Ν. Πατρών, λόγω αλλεργικής αντίδρασης τύπου Ι. Οι ασθενείς υποβάλλονταν σε συνεχόμενα ηλεκτροκαρδιογραφήματα και σε μέτρηση τροπονίνης υψηλής ευαισθησίας (hs-cTnI). Οι ασθενείς με μυοκαρδιακή βλάβη υποβλήθηκαν σε δυναμική υπερηχογραφία με δοβουταμίνη, ενώ αυτοί με Σύνδρομο Κούνης σε στεφανιογραφικό έλεγχο. Αποτελέσματα: Από τους 200 ασθενείς της μελέτης το 53% ήταν άνδρες. Το 5% είχαν σακχαρώδη διαβήτη και το 24% αρτηριακή υπέρταση. Το 74% των περιστατικών διαγνώστηκαν με κνίδωση. Μυοκαρδιακή βλάβη ανευρέθη σε 24 συνολικά ασθενείς (12%), με 6% να διαγιγνώσκεται με σύνδρομο Κούνης και 6% με μυοκαρδιακή βλάβη, χωρίς κάποιο ισχαιμικό επεισόδιο. Εντοπίστηκε στατιστικά σημαντική διαφορά ανάμεσα στους πληθυσμούς που παρουσίασαν μυοκαρδιακή βλάβη σε σχέση με αυτούς που δεν παρουσίασαν όσον αφορά τους παράγοντες κινδύνου σακχαρώδη διαβήτη (p<0,001), δυσλιπιδαιμία (p=0,029), αρτηριακή υπέρταση (p=0,023) και στους ενεργούς καπνιστές (p=0,017). Συμπέρασμα: Η επίπτωση της μυοκαρδιακής βλάβης στο σύνολο του δείγματος της μελέτης ήταν 12%, και το σύνδρομο Κούνης παρατηρήθηκε σε 6% των ασθενών. Οι ασθενείς με μυοκαρδιακή βλάβη ήταν πιο πιθανό να είναι καπνιστές και να έχουν ατομικό ιστορικό με αρτηριακή υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη και δυσλιπιδαιμία από αυτούς χωρίς μυοκαρδιακή βλάβη.
  • ItemOpen Access
    Ευρήματα ακουστικών προκλητών δυναμικών του εγκεφαλικού στελέχους (ABR) και ακουστικών προκλητών δυναμικών σταθερής απάντησης (ASSR) σε βρέφη και νήπια με διαταραχή του αυτιστικού φάσματος (ΔΑΦ) και σύγκριση αυτών των δύο ηλεκτροφυσιολογικών μεθόδων σε αυτόν τον πληθυσμό
    (2025-06-16) Χαλδή, Δήμητρα; Chaldi, Dimitra
    Ο αυτισμός είναι μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή, που χαρακτηρίζεται από διαταραχές στη λεκτική και στη μη λεκτική επικοινωνία, και μειωμένες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Επιπλέον, τα άτομα με αυτισμό εμφανίζουν συχνά περιορισμένα ενδιαφέροντα και παρουσιάζουν επαναλαμβανόμενες ή στερεοτυπικές συμπεριφορές. Μπορεί επίσης να εμφανίζουν μειωμένη ενσυναίσθηση, δυσκολία στη μίμηση, έλλειψη κοινωνικού παιχνιδιού, γλωσσική καθυστέρηση ή απουσία λεκτικής επικοινωνίας καιπροτίμηση στη διατήρηση της σταθερότητας. Αυτά τα χαρακτηριστικά συνήθως εμφανίζονται πριν από την ηλικία των 3 ετών, αν και διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των ατόμων, ανάλογα με παράγοντες όπως το αναπτυξιακό επίπεδο, οι γλωσσικές ικανότητες και η χρονολογική ηλικία. Η καθυστέρηση στην ανάπτυξη του λόγου και οι διαταραχές της ακοής είναι δύο πιθανές πρώιμες ενδείξεις αυτισμού. Οι γονείς των παιδιών με αυτισμό και καθυστέρηση ομιλίας συχνά υποψιάζονται ως αιτία την απώλεια ακοής, καθιστώντας την αξιολόγησητης ακοής ένα απαραίτητο πρώτο βήμα προς τη διάγνωση του αυτισμού. Για τα βρέφη τυπικής ανάπτυξης, ο έλεγχος ακοής περιλαμβάνει συνήθως αντικειμενικές εξετάσεις, όπως οι ωτοακουστικές εκπομπές (OAE) και τα αυτοματοποιημένα ακουστικά προκλητά δυναμικά του εγκεφαλικού στελέχους (ΑABR). Αυτά τα αντικειμενικά τεστ μπορούν να συμπληρωθούν με υποκειμενικές εξετάσεις, όπως η παρατήρηση συμπεριφοράς, η ακοομετρία οπτικής ενίσχυσης και η παιχνιδοακοομετρία, αν και τα αποτελέσματα μπορεί να είναι αναξιόπιστα σε παιδιά με μειωμένη προσοχή ή προβλήματα συμπεριφοράς. Από την ηλικία των 4 ετών και άνω, σε παιδιά νευροτυπικής ανάπτυξης, χρησιμοποιείται η συμβατική ακοομετρία καθαρών τόνων. Ωστόσο, αυτές οι ακοολογικές εξετάσεις είναι συχνά δύσκολο να εφαρμοστούν με επιτυχία σε παιδιά που παρουσιάζουν αναπτυξιακές διαταραχές. Στα βρέφη (έως την ηλικία περίπου των 7 μηνών), είναι δύσκολο να ληφθούν αξιόπιστα αποτελέσματα κατά τις υποκειμενικές εξετάσεις. Για την αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης, μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναλλακτικά διάφορα τεστ, όπως το ABR και το ASSR. Η κλινική σύγκριση και αξιολόγηση αυτών των δύο ηλεκτροφυσιολογικών μεθόδων παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, τόσο για ερευνητικές, όσο και για κλινικές εφαρμογές, καθώς μπορούν να χρησιμεύσουν ως πολύτιμα διαγνωστικά εργαλεία στην έγκαιρη διάγνωση του αυτισμού. Στην παρούσα έρευνα, αξιολογήθηκε η αξιοπιστία και η εγκυρότητα του ABR και του ASSR σε αυτόν τον συγκεκριμένο κλινικό πληθυσμό. Ενώ αρκετές μελέτες έχουν διερευνήσει το ABR και τον ρόλο του στον αυτισμό, καμιά μελέτη δεν έχει ακόμη συγκρίνει τη συσχέτιση των δύο αυτών μεθόδων σε αυτόν τον πληθυσμό. Ως εκ τούτου, ο πρωταρχικός στόχος αυτής της μελέτης ήταν να εξετάσει και να συγκρίνει τα ευρήματατου click ABR και του chirp ASSR σε ένα σχετικά μεγάλο δείγμα παιδιών με διάγνωση ΔΑΦ και καθυστέρηση λόγου. Τα αποτελέσματα αναλύθηκαν για να εκτιμηθεί η χρησιμότητα και αξιοπιστία αυτών των δύο μεθόδων.Στη μελέτη αυτή έλαβαν μέρος 80 παιδιά (63 αγόρια και 17 κορίτσια), εκ των οποίων τα 60 είχαν διαγνωσθεί με ΔΑΦ και γλωσσική καθυστέρηση, ενώ τα 20 ήσαν παιδιά νευροτυπικής ανάπτυξης που παρουσίαζαν εξίσου γλωσσική καθυστέρηση. Τα παιδιά ήσαν ηλικίας από 6 έως 79 μηνών και συνολικά εξετάστηκαν 160 αυτιά. Η μέση ηλικία ανήλθε σε 35,98 μήνες και η διάμεση ηλικία σε 32,5 μήνες, εμφανίζοντας μικρή διαφοράμε τη μέση ηλικία. Όλα τα παιδιά υποβλήθηκαν σε εξέταση με τη χρήση των ηλεκτροφυσιολογικών μεθόδων click ABR και chirp ASSR στο Ακοολογικό Κέντρο του Ωτορινολαρυγγολογικού Τμήματος του ΓΝ Παίδων Πατρών «Καραμανδάνειο» κατά το διάστημα 2019-2023. Για τη στατιστική ανάλυση της σύγκρισης των δύο αυτών μεθόδων χρησιμοποιήθηκαν οι ουδοί που καταγράφηκαν με το click ABR και οι μέσοι όροι των ουδών που καταγράφηκαν με το chirp ASSR στις συχνότητες 1000, 2000 και 4000 Hz, καθώς και στις συχνότητες 2000 και 4000 Hz. Σε όλα τα αυτιά στα οποία καταγράφηκε απάντηση στο click ABR, καταγράφηκε επίσης απάντηση και σε κάθε συχνότητα που εξετάστηκε με το chirp ASSR. Η ανάλυση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ουδοί του click ABR παρουσιάζουν στατιστικά σημαντική συσχέτιση με τους μέσους όρους των ουδών του chirp ASSR στα 1000, 2000 και 4000 Hz (rho = 0,316, p = 0,014), καθώς και με τους μέσους όρους των ουδών του chirp ASSR στα 2000 και 4000 Hz (rho = 0,277, p = 0,032). Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι παρατηρήθηκε ισχυρότερη θετική συσχέτιση μεταξύ των δύο μέσω νόρων των ουδών του chirp ASSR (rho = 0,971, p < 0,001). Η παρούσα μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το ASSR είναι μια έγκυρη και αξιόπιστη μέθοδος για τον έλεγχο της ακουστικής ευαισθησίας σε παιδιά με αυτισμό. Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν επίσης τις δυνατότητες του ASSR ως συμπληρωματικής ή και εναλλακτικής ακοολογικής εξεταστικής μεθόδου ως προς το ABR. Εξίσου σημαντικό εύρημα είναι ότι η ακουστική ευαισθησία (ουδοί ακοής) των παιδιών με αυτισμό είναι ελαφρώς καλύτερη από εκείνη των παιδιών νευροτυπικής ανάπτυξης. Τα αποτελέσματα αυτά είναι ιδιαίτερα σημαντικά, επειδή τα θέματα συμπεριφοράς που χαρακτηρίζουν τα παιδιά με αυτισμό συχνά εμποδίζουν την αξιόπιστη αξιολόγηση της ακοής με τη χρήση συμπεριφορικών μεθόδων. Ως εκ τούτου, τόσο το ABR, όσο και το ASSR, συμβάλλουν σημαντικά στην αξιολόγηση της ακοής των παιδιών με ΔΑΦ, τόσο για κλινικούς, όσο και για ερευνητικούς σκοπούς.
  • ItemEmbargo
    Μελέτη του ρόλου του Mcldas στις αποφάσεις διαφοροποίησης των επενδυματικών κυττάρων.
    (2025-09-05) Λόκκα, Γεωργία; Lokka, Georgia
    Τα επενδυματικά κύτταρα αποτελούν θεμελιώδες δομικό και λειτουργικό στοιχείο της υποκοιλιακής ζώνης, μιας από τις κύριες περιοχές στον εγκέφαλο των θηλαστικών όπου δημιουργούνται νευρώνες κατά την ενήλικη ζωή. Σχηματίζουν δομές ροζέτας με τα νευρικά βλαστικά κύτταρα και αποτελούν ένα φραγμό μεταξύ του εγκεφαλονωτιαίου υγρού και των υποκείμενων κυττάρων της υποκοιλιακής ζώνης. Στην πλειοψηφία τους έχουν πολλαπλούς κινητούς κροσσούς στην κορυφαία επιφάνειά τους και για αυτό ονομάζονται πολυκροσσωτά ή Ε1 επενδυματικά κύτταρα. Προέρχονται από κύτταρα ακτινωτής γλοίας και η συντονισμένη κίνηση των κροσσών τους συμβάλει στη ροή του εγκεφαλονωτιαίου υγρού. Έχει επίσης παρατηρηθεί η ύπαρξη ενός μικρού ποσοστού επενδυματικών κυττάρων, που φέρουν συνήθως δύο κινητούς κροσσούς, και ονομάζονται δικροσσωτά ή Ε2 επενδυματικά κύτταρα, χωρίς να έχει όμως μελετηθεί η προέλευση ή ο ρόλος τους. Προηγούμενες μελέτες του εργαστηρίου μας αλλά και άλλων ερευνητικών ομάδων έχουν δείξει ότι τα μέλη της υπεροικογένειας της Geminin, GemC1 και McIdas, είναι μόρια-κλειδιά για τη ρύθμιση της δημιουργίας των πολυκροσσωτών κυττάρων. Πιο συγκεκριμένα, ο GemC1 αποτελεί έναν από τους πιο ανοδικούς ρυθμιστές στο μοριακό μονοπάτι που ελέγχει το σχηματισμό πολυκροσσωτών επενδυματικών κυττάρων στον εγκέφαλο, με το ρόλο του να σχετίζεται κυρίως με τον καθορισμό των κυττάρων ακτινωτής γλοίας προς την επενδυματική μοίρα. Αντίθετα, ο ρόλος που έχει ο McIdas κατά το σχηματισμό των επενδυματικών κυττάρων δεν έχει αποσαφηνιστεί. Στα πλαίσια της συγκεκριμένης εργασίας προέκυψαν αποτελέσματα όπου ανέδειξαν τον διακριτό ρόλο που έχει ο McIdas κατά τη δημιουργία των επενδυματικών κυττάρων. Πιο συγκεκριμένα, τα πειράματά μας έδειξαν ότι η απαλοιφή του McIdas προκαλεί φαινότυπο υδροκεφαλίας στους διαγονιδιακά τροποποιημένους μυς. Επιπλέον παρατηρήθηκε ότι παρότι τα κύτταρα ακτινωτής γλοίας καθορίζονται προς την επενδυματική μοίρα, δεν σχηματίζονται πολυκροσσωτά επενδυματικά κύτταρα απουσία του McIdas. Δείξαμε ότι η δημιουργία τους παρεμποδίζεται κατά τα αρχικά στάδια της διαφοροποίησης, όπου κανονικά θα πραγματοποιούταν ο πολλαπλασιασμός των βασικών σωματίων. Παράλληλα, μέσω πειραμάτων αλληλούχισης RNA, είδαμε ότι μειώνεται η έκφραση γονιδίων που έχουν συνδεθεί με τη δημιουργία των πολυκροσσωτών κυττάρων. Συγκεκριμένα, παρατηρήσαμε μείωση της έκφρασης γονιδίων που σχετίζονται με τον πολλαπλασιασμό των βασικών σωματίων καθώς και γονιδίων που εμπλέκονται στη σύνθεση των κινητών κροσσών. Μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση ήταν ότι σε αντίθεση με τους GemC1 ελλειμματικούς μυς, στους οποίους σύμφωνα με προηγούμενα δεδομένα του εργαστηρίου μας δε σχηματίζονται καθόλου κινητοί κροσσοί, στους μυς με απαλοιφή του McIdas εντοπίστηκαν μέσω live μικροσκοπίας κινητοί κροσσοί. Αρχικά εξετάσαμε αυτούς τους κροσσούς και διερευνήσαμε εάν φέρουν χαρακτηριστικά του υβριδικού κροσσού, όπου έχει δειχτεί σε πρόσφατη δημοσίευση ότι είναι θεμελιώδης για τη σωστή διευθέτηση των βασικών σωματίων στην κορυφαία επιφάνεια των επενδυματικών κυττάρων και κατ’ επέκταση τη σωστή λειτουργία των επενδυματικών κυττάρων. Παράλληλα, απουσία του McIdas εντοπίστηκε αύξηση του αριθμού των κυττάρων με δύο κροσσούς. Μέσω ανοσοφθορισμού και ηλεκτρονικής μικροσκοπίας εξετάσαμε τα χαρακτηριστικά των βασικών σωματίων των κυττάρων με τους δύο κροσσούς και διερευνήσαμε το μοτίβο κινητικότητας των κροσσών που φέρουν. Με στόχο την κατανόηση του μοριακού μηχανισμού που διέπει τη δημιουργία των κυττάρων με δύο κροσσούς, εξετάσαμε την πιθανή επίδραση της υπερέκφρασης του μεταγραφικού παράγοντα Foxj1, καθώς σε προηγούμενες μελέτες τα επίπεδα έκφρασής του στο Xenopus έχουν συσχετιστεί με το σχηματισμό κυττάρων με δύο κροσσούς. Ακόμη χρησιμοποιήσαμε ένα ex vivo σύστημα καλλιέργειας αστροκυττάρων απομονωμένων από διαγονιδιακά τροποποιημένους μυς, το οποίο έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για επαναπρογραμματισμό τους προς επενδυματικά κύτταρα, μέσω της υπερέκφρασης του GemC1. Τα ευρήματά μας υπέδειξαν τη σημασία των επιπέδων έκφρασης των παραγόντων GemC1 και McIdas για την ισορροπία των πληθυσμών των επενδυματικών κυττάρων. Τέλος, δημιουργήθηκαν διαγονιδιακά τροποποιημένοι μυς οι οποίοι έχουν ολική απαλοιφή του McIdas και ιστοειδική απαλοιφή στον εγκέφαλο για τον GemC1, όπου παρατηρήθηκε η αναμενόμενη απώλεια των πολυκροσσωτών επενδυματικών κυττάρων. Το σύστημα αυτό θα αποτελέσει πολύτιμο εργαλείο για μελλοντικές μελέτες. Συνοψίζοντας, τα αποτελέσματα που προέκυψαν στη συγκεκριμένη εργασία υποδεικνύουν ότι ο McIdas έχει διακριτό ρόλο από τον GemC1 κατά τη δημιουργία των επενδυματικών κυττάρων. Ενώ ο GemC1 ρυθμίζει τον καθορισμό προς την επενδυματική μοίρα, ο McIdas εμπλέκεται στα αρχικά στάδια της διαφοροποίησης των επενδυματικών κυττάρων. Σε αντίθεση με τον GemC1, η παρουσία του McIdas δεν κρίνεται απαραίτητη για τη σύνθεση κινητών κροσσών, δεδομένου ότι ο σχηματισμός του υβριδικού κροσσού δεν φαίνεται να εξαρτάται από αυτόν. Τέλος, η απαλοιφή του McIdas σε συνδυασμό με την έκφραση του GemC1 ενδέχεται να είναι το πιθανό κλειδί για τη δημιουργία των διαφορετικών τύπων επενδυματικών κυττάρων στην υποκοιλιακή ζώνη του εγκεφάλου, γεγονός που μπορεί να αξιοποιηθεί για θεραπευτικούς σκοπούς στο μέλλον.
  • ItemOpen Access
    Απορρύθμιση της προλακτίνης στην COVID-19
    (2025-11-20) Πολύζου, Ελένη; Polyzou, Eleni
    Η πανδημία COVID-19 έχει αυξήσει το ενδιαφέρον για την αναγνώριση αξιόπιστων βιοδεικτών που μπορούν να προβλέψουν τη σοβαρότητα της νόσου και να καθοδηγήσουν τις κλινικές αποφάσεις. Η προλακτίνη (PRL), μια ορμόνη που παραδοσιακά σχετίζεται με τη γαλουχία, έχει προσελκύσει προσοχή για τον ρόλο της στη ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η αξιολόγηση της PRL ως βιοδείκτη της σοβαρότητας της νόσου στην COVID-19. Μία προοπτική μελέτη κοόρτης 142 ασθενών με μέτρια έως σοβαρή COVID-19, όπως ορίστηκε από το WHO-CPS 5 ή 6, πραγματοποιήθηκε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών. Τα αρχικά επίπεδα PRL μετρήθηκαν με τεχνική ηλεκτροχημειοφωταύγειας, ενώ οι κυτταροκίνες του ορού, συμπεριλαμβανομένων των IL-1β, IL-6, IL-8, IL-10, IL-12p70 και TNF-α, ποσοτικοποιήθηκαν μέσω κυτταρομετρίας ροής. Καταγράφηκαν οι κλινικές εκβάσεις, όπως η θνησιμότητα και η ανάγκη για επεμβατικό μηχανικό αερισμό (IMV). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα επίπεδα PRL ήταν σημαντικά υψηλότερα στις γυναίκες (12,95 ng/mL έναντι 9,40 ng/mL, p < 0.001), αλλά δεν συσχετίστηκαν με βασικούς δείκτες σοβαρότητας, όπως το CCI, η βαθμολογία SOFA κατά την εισαγωγή ή οι δείκτες φλεγμονής. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές συσχετίσεις μεταξύ των αρχικών επιπέδων PRL, των συγκεντρώσεων κυτταροκινών και των κλινικών εκβάσεων της COVID-19. Τα ευρήματά μας υποδηλώνουν ότι η PRL ενδέχεται να μην διαθέτει επαρκή προγνωστική αξία για τη σοβαρότητα της νόσου σε σύγκριση με πιο καθιερωμένους προγνωστικούς δείκτες και ότι ο ρόλος της στην ανοσολογική απόκριση παραμένει ασαφής.