Τμήμα Ιατρικής (ΔΔ)

Permanent URI for this collection

Browse

Recent Submissions

Now showing 1 - 5 of 1035
  • Thumbnail Image
    Item
    Open Access
    Μελέτη ανοσολογικής απόκρισης, έκβασης και φαρμακο-οικονομικών χαρακτηριστικών σε ασθενείς με βακτηριαιμία, που οφείλεται σε ανθεκτικούς έναντι ευαίσθητους στα αντιβιοτικά μικροοργανισμούς
    (2023-12-12) Σκιντζή, Αικατερίνη; Skintzi, Aikaterini
    Η Αντιμικροβιακή αντοχή (AMR) είναι μια σημαντική παγκόσμια ανησυχία για την υγεία, που αποτελεί κρίσιμη πρόκληση για την αποτελεσματική διαχείριση των μολυσματικών ασθενειών. Αυτή η μελέτη είχε ως στόχο να συγκρίνει την ανοσολογική απόκριση, τα κλινικά αποτελέσματα και το σχετικό κόστος σε ασθενείς με βακτηριαιμία λόγω ανθεκτικών στα αντιβιοτικά έναντι ευπαθών βακτηριακών μικροοργανισμών. Μέθοδοι: Η παρούσα μελέτη ήταν μια μονοκεντρική, προοπτική μελέτη κοόρτης που διεξήχθη από τον Μάιο του 2017 έως τον Νοέμβριο του 2019. Ο πληθυσμός της μελέτης αποτελούνταν από ασθενείς που εισήχθησαν με επιβεβαιωμένη διάγνωση βακτηριαιμίας. Αποτελέσματα: Συνολικά συμπεριλήφθησαν 116 ασθενείς, με 53 από αυτούς (45,7%) να φέρουν μη πολυανθεκτικά (μη MDR) απομονωμένα βακτηριακά στελέχη και 63 (54,3%) με πολυανθεκτικά (MDR) στελέχη. Οι ασθενείς με βακτηριαιμία (MDR) είχαν πιο σοβαρές κλινικές εκδηλώσεις, όπως υποδεικνύεται από τις υψηλότερες βαθμολογίες SOFA και APACHE II. Τα αποτελέσματα αποκάλυψαν υψηλότερα ποσοστά θνητότητας από όλες τις αιτίες (39,7% έναντι 17%) και μέσο κόστος υγειονομικής περίθαλψης (4791 € έναντι 2843,5 €) στην ομάδα βακτηριαιμίας MDR. Επιπλέον, η βακτηριαιμία MDR συνδέθηκε με υψηλότερα επίπεδα TNF-α, υποδεικνύοντας διαφορική ανοσολογική απόκριση. Τέλος, η βακτηριαιμία MDR βρέθηκε ότι είναι ένας ανεξάρτητος προγνωστικός παράγοντας θνητότητας (OR = 3.216, 95% CI: 1.338–7.730, p = 0,009) και αυξημένου κόστους υγειονομικής περίθαλψης (μέγεθος επιπτώσεων περίπου 27,4%). Συμπέρασμα: Τα ευρήματα αυτά υπογραμμίζουν τη σημαντική επίδραση της AMR σε περιβάλλοντα υγειονομικής περίθαλψης, υπογραμμίζοντας την επείγουσα ανάγκη αντιμετώπισης των προκλήσεων που τίθενται από τους μικροοργανισμούς MDR
  • Thumbnail Image
    Item
    Embargo
    Epigenetic alterations in rostate cancer : elucidating the role of DNA methylation and histone modifications as well as the methylation patterns of prostate cancer associated genes in the development and evolution of the disease
    (2023-12-22) Λογοθέτη, Σουζάνα; Logotheti, Souzana (Susan)
    Prostate cancer (PCa) is an exemplar of heterogeneous disease that remains the most frequent and second most lethal solid tumor in men. The most important barrier in PCa therapy is the lack of markers that would allow the selection of the most appropriate therapeutic strategy for each patient. Aggressive Variant of Prostate Cancer (AVPC) is a subset of PCa patients with particularly virulent clinical characteristics and limited therapeutic options. PCa heterogeneity, therapy resistance, stemness, and lethal progression have been attributed to lineage plasticity, which refers to the ability of neoplastic cells to confront ominous microenvironmental pressures by altering their epigenetic profiles and as a result their phenotypic characteristics. Our overall hypothesis is that PCa heterogeneity can be described by epigenetic alterations and that epigenetic markers along with the presence of highly plastic cell state (HPCS) clusters that enable tumor adaptability in ominous microenvironmental pressures can be used as measurable metrics of aggressive PCa disease. In the present thesis, we aimed to identify epigenetic biomarkers that can better describe the intratumoral heterogeneity as well as epigenetic and transcriptional biomarkers that can be linked to lineage plasticity in an effort to identify candidate measures of PCa aggressiveness. In addition, we aimed to identify markers that can be linked to the effects of epigenetic modulator (Valemetostat) and chemotherapeutic (cabazitaxel, carboplatin) drug administration in lineage plasticity properties. For that purpose, we used patient-derived xenograft murine models of androgen indifferent PCa to perform genomic (T200.1 targeted DNA-sequencing, single cell DNA sequencing), epigenetic (Methylated CpG Island Amplification and Microarray-MCAM, Reduced representation bisulfite sequencing- RRBS), transcriptomic (Clariom S Affymetrix microarray, single cell and bulk-RNA sequencing) and proteomic (Reverse-Phase Protein Array -RPPA) studies. We used two AVPC PDX models (MDA PCA 144-4 and 144-13) that came from the same patient at the same time point but have diverse morphology to analyze intratumoral heterogeneity and identified differentially methylated genes, such as OTX2, SIX3 and DRD4 with potential interactions to the RB1, TP53 and PTEN networks that play pivotal roles in aggressive PCa. Next, we sought to identify a molecular signature that can be linked to lineage plasticity and aggressive potential. We showed that two AVPC PDX models (MDA PCa 177-B and MDA PCa 189-1), that come from the same patient at different time points in the course of his disease, share a common ancestor while exhibiting distinct phenotypic profiles, thus serving as experimental models for studying lineage plasticity in PCa. We identified a list of hyper- and hypo- methylated genes as well as active promoters, enhancers and transcriptional factors (TFs) that are uniquely present in the AVPC models compared to publicly available data of non-neoplastic specimens. In addition, scRNAseq analysis revealed the presence of a highly plastic cell state (HPCS) cluster in these AVPC models as determined by CytoTRACE score (≥), high Lineages’ Diversity score and trajectory inference, that was not present in normal prostate, primary low grade PCa and castrate-resistant prostate cancer specimens. We then, performed in vitro and in vivo studies of the effect of the chemotherapeutic drugs carboplatin and cabazitaxel, in cell proliferation and tumor growth and correlated it to protein expression aberrations. Carboplatin administration led to a slower increase of tumor volume compared to the control group, whereas cabazitaxel ± carboplatin led to total tumor eradication. These observations reflected dysregulation of multiple protein levels (such as LDHA, PTEN, Cadherin, GR, etc.). A pilot study of the effect of the epigenetic modulator Valemetostat (EZH1/2 inhibitor) was also performed in vitro. In conclusion, the epigenetic landscape and the emergence of HPCS play a pivotal role in PCa evolution and aggressiveness and enable the identification of patients whose tumor is destined to follow more aggressive disease.
  • Thumbnail Image
    Item
    Open Access
    Μεταβολική χειρουργική σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ και νοσογόνο παχυσαρκία (BMI ≥ 40 kg/m2) : συμμετοχή του γαστρικού θόλου στον γλυκαιμικό έλεγχο
    (2024-01-24) Κεχαγιάς, Δημήτριος; Kehagias, Dimitrios
    Εισαγωγή: Στην μεταβολική χειρουργική, ο γλυκαιμικός έλεγχος επιτυγχάνεται σε δύο στάδια, πρώϊμα μέσω νευροενδοκρινών μηχανισμών και μακροπρόθεσμα με την επιτυχή διατήρηση απώλειας βάρους. Η εκτομή του γαστρικού θόλου, ως η κύρια θέση παραγωγής της γκρελίνης, σχετίζεται πιθανά με βελτιστοποίηση της γλυκορύθμισης. Σκοπός της μελέτης είναι η ανάδειξη ενισχυμένης αντιδιαβητικής δράσης μέσω προσθήκης εκτομής του γαστρικού θόλου στην γαστρική παράκαμψη κατά Roux-en-Y (LRYGBP), καθώς και η μελέτη των επιπέδων των γαστρεντερικών ορμονών. Υλικά και Μέθοδος: Συνολικά συμμετείχαν 24 ασθενείς, ηλικίας 18-60 ετών, με ΒΜΙ ≥40kg/m2 και σακχαρώδη διαβήτη ΙΙ (T2DM), οι οποίοι τυχαιοποιημένα υποβλήθηκαν σε LRYGBP και LRYGBP με εκτομή γαστρικού θόλου (LRYGBP+FR). Οι ορμόνες του γαστρεντερικού (γκρελίνη, GLP-1, PYY) και γλυκαιμικοί παράμετροι (γλυκόζη, ινσουλίνη, HbA1c, c-πεπτίδιο, ινσουλινογόνος δείκτης, HOMA-IR) μετρήθηκαν προεγχειρητικά, στους 6 και στους 12 μήνες κατά την διάρκεια δοκιμασίας ανοχής γλυκόζης (OGTT). Αποτελέσματα: Παρατηρήθηκε πλήρης ύφεση του ΣΔ ΙΙ (95%) στους 12 μήνες. Η ομάδα LRYGBP+FR δεν σημείωσε καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο, συγκριτικά με την ομάδα LRYGBP. Τα επίπεδα γκρελίνης μειώθηκαν μετεγχειρητικά στην ομάδα LRYGBP+FR στους 6 και 12 μήνες, αλλά όχι στατιστικά σημαντικά. Τα επίπεδα GLP-1 και PYY αυξήθηκαν σημαντικά μεταγευματικά και στις δύο ομάδες στους 6 και 12 μήνες μετεγχειρητικά (p<0.01). Η ομάδα LRYGBP+FR εμφάνισε χαμηλότερο BMI στους 12 μήνες συγκριτικά με την LRYGBP (p<0.05). Συμπεράσματα: Η απώλεια βάρους και η μεταγευματική αυξημένη έκκριση GLP-1, PYY οδήγησαν σε καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο. Η προσθήκη της εκτομής γαστρικού θόλου αν και δεν οδήγησε σε βελτιωμένη γλυκορύθμιση, σημείωσε μεγαλύτερη απώλεια βάρους στον χρόνο, το οποίο θα επιβεβαιωθεί με μεγαλύτερο follow-up και καλά σχεδιασμένες μελέτες.
  • Thumbnail Image
    Item
    Open Access
    Μελέτη των cis και trans παραγόντων που συμμετέχουν στην κοινή μεταγραφική ρύθμιση γονιδίων κυτταροκινών και του ιού HIV-1
    (2023-11-14) Αναστασοπούλου, Σπυριδούλα; Anastasopoulou, Spyridoula
    Η λοίμωξη από τον ίο HIV-1 χαρακτηρίζεται από χρόνια ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος και ανεξέλεγκτο ιϊκό πολλαπλασιασμό που οδηγεί σταδιακά σε μείωση των CD4+ T helper (Th) βοηθητικών κυττάρων. Παρά την αντιρετροϊκή θεραπεία που λαμβάνουν οι ασθενείς, μελέτες δείχνουν πως δεν υπάρχει πλήρης εξάλειψη του ιού, δημιουργώντας έτσι ένα «ιϊκό απόθεμα», εκεί όπου ο ιός παραμένει σε καταστολή ώσπου να δοθεί το κατάλληλο σήμα για την μεταγραφική ενεργοποίησή του. Αμέσως μετά την ένθεση του ιού στο γονιδίωμα μια σειρά cis στοιχείων και trans παραγόντων ρυθμίζουν την μεταγραφή του. Μελέτες δείχνουν πως τόσο κυτταρικοί όσο και ιϊκοί μεταγραφικοί παράγοντες, DNA μεθυλιώσεις, η κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χρωματίνη αλλά και μετά -μεταφραστικές τροποποιήσεις διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην παραμονή του ιού σε μεταγραφική καταστολή η οποία σχετίζεται με χρόνια ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος και τη φλεγμονή. Μια από τις σημαντικότερες επιδράσεις της χρόνιας λοίμωξης από τον ιό είναι η διαταραχή στην έκφραση πολλών κυτταροκινών όπως είναι η IL-2, κυτταροκίνη που εκφράζεται από τα παρθενικά Τ κύτταρα αμέσως μετά την έκθεση στον ιό. Η έκφραση της IL-2 έχει βρεθεί να μειώνεται σε ασθενείς που φέρουν τον ιό, ενώ έχει επιβεβαιωθεί και σε Τ λευχαιμικές κυτταρικές σειρές Jurkat που φέρουν ένα τμήμα ή ολόκληρο το γονιδίωμα του ιού. Η παραγωγή της IL-2 είναι ένας δείκτης ενεργοποίησης των Τ κυττάρων μέσω του TCR μονοπατιού και έτσι η διαφορική έκφραση της σχετίζεται μη επαρκή ανάπτυξη και διαφοροποίηση λεμφοκυττάρων, μονοκυττάρων και μακροφάγων, καθώς και ανεπαρκή ιϊκή αναπαραγωγή. Για τον λόγο αυτό η ρύθμιση της έκφρασης της IL-2 είναι απαραίτητη για την έκφραση του ιού όσο και για την εδραίωση της κατάστασης σίγασης του ιού. Σκοπός της παρούσας διατριβής αποτελεί η μελέτη της πιθανής αλληλεπίδρασης του υποκινητή της IL-2 και του HIV-1 LTR και κατά πόσο αυτή είναι υπεύθυνη για μια στοχαστική διαδικασία στην έκφραση του ιού και της IL-2, αλλά και κατά πόσο ο παράγοντας Ets-2 εμπλέκεται σε αυτό. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκαν Τ λευχαιμικές κυτταρικές σειρές που φέρουν είτε ένα αντίγραφο του ιικού γονιδιώματος(Jurkat-Lat), είτε το HIV-1 LTR(Jurkat-LTRG), είτε τίποτα από τα παραπάνω(Jurkat). Η καλλιέργεια των κυττάρων έγινε παρουσία ή απουσία μιτογόνων για 6h και ακολούθως καθορίστηκαν τα επίπεδα mRNA των IL-2, Ets-2, HIV1-Tat και LTR-GFP με qPCR. Επιβεβαιώσαμε την αυξημένη έκφραση της IL-2 σε κύτταρα παρουσία μιτογόνων αλλά και την μείωση στην έκφραση του παράγοντα Ets-2 κυτταρικές σειρές Jurkat and Jurkat-Lat. Στη συνέχεια ελέγχθηκε με πειράματα ανοσοκατακρήμνισης χρωματίνης η πρόσδεση άμεσα ή έμμεσα των παραγόντων αυτών στα ρυθμιστικά στοιχεία της IL-2 και του HIV-1. Παρατηρήσαμε πρόσδεση του Ets-2 στις αλληλουχίες ARRE-1/TATA, ARRE-2 και RATS σε όλες τις κυτταρικές σειρές που μελετήθηκαν. Παράλληλα, παρατηρήθηκε διαφοροποίηση στην πρόσδεση της RNA Pol II στα ίδια ρυθμιστικά στοιχεία. Επιπλέον, η παρουσία του HIV-1 Tat στις ίδιες λειτουργικές περιοχές, μας οδήγησε στον έλεγχο για πιθανή αλληλεπίδραση των παραγόντων Ets-2 και HIV-1 Tat, καθώς ο HIV-1 Tat δεν έχει την ικανότητα πρόσδεσης σε περιοχές DNA. Η αλληλεπίδραση των δύο παραγόντων επιβεβαιώθηκε με πειράματα συγκατακρήμνισης πρωτεΐνης, ενώ αντίστοιχα ελέγχθηκε η αλληλεπίδραση του παράγοντα HIV-1 Tat με τον NFAT2, χωρίς ωστόσο να υπάρχει αλληλεπίδραση μεταξύ τους. Τέλος, επιβεβαιώθηκε η αρχική μας υπόθεση για γειτνίαση στον πυρήνα του κυττάρου του υποκινητή της IL-2 με το HIV-1 LTR στα J-Lat κύτταρα και σε συνθήκες ηρεμίας μόνο, πραγματοποιώντας πειράματα 3C (Chromosome conformation capture). Οι δύο ρυθμιστικές περιοχές βρίσκονται σε κοντινή απόσταση, όταν αυτά βρίσκονται σε ηρεμία αλλά όχι στα ενεργοποιημένα κύτταρα. Αντίστοιχη αλληλεπίδραση δεν φάνηκε να υπάρχει στα J-LTRG κύτταρα σε καμία συνθήκη, στα οποία δεν εκφράζεται ο παράγοντας HIV-1 Tat. Πιθανόν οι δύο περιοχές να βρίσκονται σε εγγύτητα λόγω της αλληλεπίδρασης των παραγόντων Ets-2 και HIV-1 Tat, όπως προκύπτει από τα πειράματα 3C σε κύτταρα J-LTRG που εκφράζουν παροδικά τον Tat. Συμπερασματικά, τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας έδειξαν ότι ο Tat παρεμποδίζει την RNA Pol II να προσεγγίσει τον υποκινητή της IL-2 και να ξεκινήσει τη μεταγραφή του γονιδίου με αποτέλεσμα τη μειωμένη έκφραση της IL-2. Σε συνθήκες ηρεμίας των κυττάρων υπάρχει κοινή ρύθμιση της IL-2 και του HIV-1 μέσω 3D αλληλεπιδράσεων σε επίπεδο χρωματίνης ανάμεσα στον υποκινητή της IL-2 και το HIV-1-LTR, που διαταράσσεται μετά την επαγωγή των κυττάρων. Η χρωμοσωμική αυτή αλληλεπίδραση παύει να υφίσταται όταν μειώνεται η έκφραση του Ets-2, δηλαδή όταν τα κύτταρα ενεργοποιούνται. H τρισδιάστατη αυτή δομή μεταξύ του υποκινητή της IL-2 και του HIV-1-LTR με την συμμετοχή των Tat και Ets-2 μπορεί να εξηγήσει την συνρύθμιση των IL-2 και HIV-1.
  • Thumbnail Image
    Item
    Open Access
    Ρύθμιση της γονιδιακής έκφρασης και έλεγχος δράσης του μεταγραφικού παράγοντα Εts-2 στην έκφραση κυτταροκινών σε παρθενικά και μνημονικά Τ βοηθητικά λεμφοκύτταρα
    (2023-11-27) Δάβουλου, Παναγιώτα; Davoulou, Panagiota
    Η ενεργοποίηση και η διαφοροποίηση των Τ βοηθητικών (Th) κυττάρων είναι διαδικασίες καθοριστικής σημασίας για τη διατήρηση επαρκούς άμυνας και τη ρύθμιση της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος. Η ενεργοποίηση των Τh κυττάρων επάγει σηματοδοτικά μονοπάτια τα οποία οδηγούν στην ενεργοποίηση σημαντικών λεμφοτροπικών παραγόντων όπως των NFAT, NF-κΒ και AP-1, οι οποίοι εμπλέκονται στην ενεργοποίηση της μεταγραφής της ΙL-2. Η IL-2 είναι η πρώτη κυτταροκίνη που παράγεται όταν τα παρθενικά Τh λεμφοκύτταρα ενεργοποιούνται και διαφοροποιούνται σε επαγώγιμα Th0 λεμφοκύτταρα. Σύμφωνα με μελέτη του εργαστηρίου μας, ο μεταγραφικός παράγοντας Εts-2 προσδένεται στην περιοχή ARRE-2 του υποκινητή της IL-2 σε παρθενικά Τh κύτταρα και καταστέλλει την έκφρασή της. Κατά την ενεργοποίηση των παρθενικών Τh κυττάρων, ο Εts-2 μετακινείται στην ARRE-1 περιοχή του υποκινητή της ΙL-2 και χάνει την κατασταλτική του δράση ενώ παράλληλα τα επίπεδα έκφρασής του μειώνονται . Μετά την ενεργοποίησή τους ως αποτέλεσμα της αντιγονοπαρουσίασης τα παρθενικά Τh κύτταρα ανάλογα με το είδος και τη συγκέντρωση του αντιγόνου, την ισχύ του σήματος TCR, το κυτταροκινικό περιβάλλον στο οποίο επιτελέστηκε η ενεργοποίηση και τη διαφορική έκφραση μεταγραφικών παραγόντων διαφοροποιούνται στους διαφορετικούς υποληθυσμούς Τh κυττάρων. Η παρούσα διατριβή στοχεύει στη διερεύνηση των μηχανισμών ρύθμισης της έκφρασης του Εts-2, καθώς και του ρόλου του στη ρύθμιση της έκφρασης μεταγραφικών παραγόντων οι οποίοι εμπλέκονται στις διαδικασίες της ενεργοποίησης και διαφοροποίησης των Τh κυττάρων. Η συγκεκριμένη μελέτη θα εξετάσει επίσης την πιθανή εμπλοκή του Εts-2 στην παθογένεια αυτοάνοσων νοσημάτων λόγω δυσλειτουργίας των μηχανισμών ρύθμισης των μεταγραφικών παραγόντων που εμπλέκονται στη διαφοροποίηση των Τh κυττάρων. Αρχικά διερευνήσαμε το ρόλο του Εts-2 στη ρύθμιση της έκφρασης των λεμφοτροπικών παραγόντων NFAT2, NF-κΒ p65, c-Jun και c-Fos. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των πειραμάτων που διεξήχθησαν στην κυτταρική σειρά Jurkat, προκύπτει ότι ο Εts-2 είχε επαγωγικό ρόλο στην έκφραση του NFAT2 και του c-Jun. Θετική ρύθμιση ασκεί στην έκφραση της πρωτεΐνης του NF-κB p65, ωστόσο δεν επέφερε κάποια αλλαγή στα επίπεδα του NF-κΒ p65 mRNA. Εξετάζοντας τη δράση του Εts-2 στη ρύθμιση της έκφρασης του c-Fos παρατηρήσαμε ότι η υπερέκφραση του Εts-2 είχε ως αποτέλεσμα αύξηση των επιπέδων του c-Fos mRNA τόσο στα μη ενεργοποιημένα όσο και στα ενεργοποιημένα κύτταρα. Ωστόσο οδήγησε σε αύξηση των πρωτεϊνικών επιπέδων του c-Fos μόνα στα ενεργοποιημένα κύτταρα. Επομένως ο Εts-2 έχει επαγωγικό ρόλο στη ρύθμιση της έκφρασης λεμφοτροπικών παραγόντων οι οποίοι εμπλέκονται στην ενεργοποίηση των Τh λεμφοκυττάρων, είτε μέσω της άμεσης αλληλεπίδρασής του με τους εξεταζόμενους λεμφοτροπικούς παράγοντες, είτε μέσω της συμμετοχής του σε σηματοδοτικά μονοπάτια που επηρεάζουν άμεσα την έκφρασή τους. Στη συνέχεια προχωρήσαμε στη μελέτης της γονιδιακής έκφρασης του μεταγραφικού παράγοντα Εts-2 καθώς και των μεταγραφικών παραγόντων που εμπλέκονται στη διαφοροποίηση των Τh κυττάρων και συγκεκριμένα των: GATA-3, RORγt και Foxp3, σε παρθενικά και μνημονικά Τh λεμφοκύτταρα. Ακολούθως εξετάσαμε το ρόλο του Εts-2 στην έκφραση των GATA-3, RORγt και Foxp3 και το αντίστροφο με σκοπό να αποσαφηνισθεί η δράση του Εts-2 στη διαδικασία διαφοροποίησης των Τh κυττάρων. Ενδιαφέρον παρουσίασαν τα αποτελέσματα των πειραμάτων που εξέτασαν τη δράση του Εts-2 στην έκφραση του RORγt, καθώς η υπερέκφραση του Εts-2 επέφερε μείωση των επιπέδων του RORγt μόνο στα μη ενεργοποιημένα κύτταρα. Τα πειράματα διερεύνησης της δράσης του Εts-2 στην έκφραση του Foxp3 καθώς και τα πειράματα μελέτης του ρόλου του Foxp3 στην έκφραση του Εts-2 παρουσίασαν επίσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που προέκυψαν η υπερέκφραση του Εts-2 οδήγησε σε σημαντική μείωση της έκφρασης του Foxp3, αλλά και η υπερέκφραση του Foxp3 μείωσε τα επίπεδα του Εts-2. Για να επιβεβαιώσουμε την αντίστροφη σχέση μεταξύ της έκφρασης των ανωτέρω μεταγραφικών παραγόντων προχωρήσαμε σε πειράματα αποσιώπησης του Εts-2 τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα αύξηση των επιπέδων έκφρασης του Foxp3, επιβεβαιώνοντας τον κατασταλτικό ρόλο του Εts-2 στην έκφραση του Foxp3. Στη συνέχεια, γνωρίζοντας την ύπαρξη θέσεων πρόσδεσης του Εts-2 στον υποκινητή του Foxp3, αποδείξαμε ότι ο Εts-2 προσδένεται στον υποκινητή του Foxp3. Καθώς η δυσλειτουργία των μηχανισμών ρύθμισης των μεταγραφικών παραγόντων που εμπλέκονται στη διαφοροποίηση των Τh κυττάρων μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία παθολογικών Τh κλώνων και την επακόλουθη εμφάνιση αυτοάνοσων νοσημάτων, επόμενο βήμα ήταν να διερευνήσουμε την πιθανή εμπλοκή του Εts-2 στο αυτοάνοσο νόσημα της σκλήρυνσης κατά πλάκας (ΣΚΠ). Για αυτό το λόγο εξετάσαμε τα επίπεδα έκφρασής του Εts-2 και του Foxp3 σε ρυθμιστικά Τ κύτταρα (Tregs) ασθενών με ΣΚΠ και προχωρήσαμε στη σύγκρισή τους με τα αντίστοιχα των υγιών δοτών. Οι ασθενείς με ΣΚΠ παρουσίασαν υψηλότερα επίπεδα έκφρασης του Εts-2 συγκριτικά με τους υγιείς δότες, ενώ παρουσίασαν χαμηλότερα επίπεδα Foxp3 συγκριτικά με τα υψηλότερα επίπεδα των υγιών δοτών. Τα αποτελέσματα αυτά σε συνδυασμό με αυτά των προηγούμενων πειραμάτων διερεύνησης του ρόλου του Εts-2 στην έκφραση του Foxp3, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο μεταγραφικός παράγοντας Εts-2, ο οποίος υπερεκφράζεται στα Τ ρυθμιστικά κύτταρα των ασθενών με ΣΚΠ, μπορεί να ασκεί αρνητική ρύθμιση στην έκφραση του Foxp3. Τα χαμηλά επίπεδα του Foxp3 που παρατηρήθηκαν στους ασθενείς μπορεί να υποδηλώνουν δυσλειτουργία στο μηχανισμό καταστολής της έκφρασης της ΙL-2 με αποτέλεσμα την επακόλουθη αύξηση των επιπέδων της. Επομένως, τα αποτελέσματα αυτά υποδηλώνουν ένα κατασταλτικό ρόλο του Εts-2 στην ανάπτυξη και τη λειτουργία των Tregs και την επακόλουθη εμπλοκή του στην παθογένεια της ΣΚΠ.