Βιογεωγραφικές σχέσεις του ορεινού συγκροτήματος του Ταϋγέτου (Πελοπόννησος)

Loading...
Thumbnail Image

Date

2024-10-31

Authors

Κυριακόπουλος, Χαράλαμπος

Journal Title

Journal ISSN

Volume Title

Publisher

Abstract

Ο Ταΰγετος αποτελεί το υψηλότερο ορεινό συγκρότημα της Πελοποννήσου, με όψη επιμήκους οροσειράς διεύθυνσης βορρά-νότου και μήκους c. 60 km, η οποία διακλαδίζεται κατά διαστήματα προς τα δυτικά και εκτείνεται μεταξύ των νομών Αρκαδίας, Μεσσηνίας και Λακωνίας και έως τον οικισμό του Οιτύλου στη Λακωνική Μάνη. Η οροσειρά του Ταΰγετου, διαχωρίζεται σε τρία τμήματα, το Βόρειο, το Κεντρικό και το Νότιο (όρος Σαγγιάς). Στον Κ. Ταΰγετο βρίσκεται η υψηλότερη κορυφή του, ο Προφ. Ηλίας (2404 m), όπως επίσης και τουλάχιστον οκτώ επιπλέον κορυφές με υψόμετρο μεγαλύτερο από 2000 m, όπως οι: Αθάνατη Ράχη (2360 m), Μαρμαρόκαστρο ή Ανώνυμη (2229 m), Σιδηρόκαστρο (2160 m) και Σπανακάκι (2024 m), Χαλασμένο Βουνό (2204 m), Νεραϊδοβούνα (2032 m) κ.ά. Ο Β. Ταΰγετος, ο οποίος διαχωρίζεται με τα φαράγγια της Λαγκάδας (Λακωνία) και του Νέδωνα (Μεσσηνία) έχει ως την υψηλότερη κορυφή του, τις Γούβες ή Ξεροβούνα (1852 m). Η οροσειρά του Ταϋγέτου, χαρακτηρίζεται από έντονο ανάγλυφο, εμφανίζοντας στα μεγάλα υψόμετρα μορφολογία, η οποία έχει επηρεασθεί από την τελευταία παγετώδη περίοδο του Πλειστοκαίνου με την συχνή ύπαρξη λιθώνων (σάρες). Διατέμνεται από υδρογραφικό δίκτυο παράλληλου τύπου, με λεκάνες απορροής, οι οποίες παρουσιάζουν έντονο ανάγλυφο και κατά βάθος διάβρωση, σχηματίζοντας εντυπωσιακά φαράγγια (Βυρού, Ριντόμου, Νέδωνα, Λαγκάδας κ.ά.). Στην περιοχή του Ταΰγετου απαντούν τέσσερις γεωτεκτονικές ενότητες: Οι ενότητες της Μάνης, της Άρνας, της Τρίπολης και της Πίνδου. Η κατώτερη ενότητα στη δομή του Ταΰγετου είναι η ενότητα της Μάνης, που παλαιότερα ονομαζόταν Plattenkalk. Η περιοχή του Ταϋγέτου είναι τεκτονικά ενεργή και κατά την περίοδο Μέσου - Άνω Πλειστόκαινου άρχισε να ανυψώνεται, με αποτέλεσμα την έντονη κατά βάθος διάβρωση και το σχηματισμό βαθιών φαραγγιών. Από τεκτονική άποψη ο Ταΰγετος είναι ένα τεκτονικό κέρας, το οποίο δημιουργήθηκε από τη δράση κανονικών ρηγμάτων, τα οποία έχουν δώσει ισχυρούς σεισμούς στο παρελθόν. Αποτελεί τη παλαιότερη (μαζί με τον Πάρνωνα) περιοχή της Πελοποννήσου, η οποία έμεινε απομονωμένη για αρκετό χρονικό διάστημα, όταν η υπόλοιπη χέρσος σκεπάστηκε από τη θάλασσα. Ο Ταΰγετος κατά τις περιόδους μετακινήσεων των φυτών αποτελούσε ένα προς το νότο ορεινό γεωγραφικό αδιέξοδο. Σύμφωνα με τα δεδομένα υετού από τους δύο Μετεωρολογικούς Σταθμούς Καλαμάτας και Αρτεμισίας, η περίοδος Οκτ.-Απρ. παρουσιάζει το μεγαλύτερο ποσοστό βροχοπτώσεων, με τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο να είναι οι πιο υγροί, ενώ ο μήνας Ιούλιος αποτελεί τον ξηρότερο του έτους. Τα θερμοκρασιακά στοιχεία παρουσιάζουν τις μέγιστες μέσες τιμές Θερμοκρασίας τον μήνα Ιούλιο με μια ελαφρώς μικρότερη διαφορά μεταξύ τους. Ο ψυχρότερος μήνας του έτους είναι ο Ιανουάριος. Η ξηροθερμική περίοδος ξεκινά στις αρχές του μήνα Μαΐου ή περίπου μισό μήνα αργότερα (μέσα Μαΐου). Το βιοκλίμα του Ταϋγέτου έχει χαρακτήρα από μέσο-μεσογειακό στα χαμηλότερα υψόμετρα έως υπό-αξηρικό ψυχρό με περίοδο υπόξηρη στις υψηλότερες κορυφές του. Στην ευρύτερη περιοχή του Ταϋγέτου διακρίνονται οι εξής διαφορετικές ζώνες βλάστησης: ευμεσογειακή, παραμεσογειακή και η ορεινή-υποαλπική ζώνη, ανωδασική ζώνη υψηλών ορέων και η αζωνική βλάστηση. Ενδιαφέροντα φυτικά είδη που απαντώνται στην ευμεσογειακή ζώνη βλάστησης είναι τα τοπικά ενδημικά Ballota nigra subsp. anomala, Lithodora zahnii, Nepeta hystrix, Scilla messeniaca, Silene echinosperma , καθώς και άλλα ενδημικά της Ν. Ελλάδας, όπως τα: Allium gomphrenoides, Asperula taygetea, Delphinium hellenicum, Fritilaria conica, Silene nutabunda κ. ά. Η παραμεσογειακή ζώνη, τα όρια της οποίας είναι δυσδιάκριτα, λόγω της παρουσίας της Querqus coccifera σε υψόμετρο πάνω από τα 1000 m, αναπτύσσεται στα 1000-1200 m και μπορεί να φθάσει, ανάλογα με τις οικολογικές συνθήκες και μέχρι τα 1600 m. Κι αυτή η ζώνη διαιρείται σε δύο, κυρίως διακρινόμενες υποζώνες, τις Ostryo-Carpinion και Quercion confertae (frainetto) - cerris. Στην υποζώνη της Ostryo-Carpinion, εκτός από το Querqus coccifera επικρατούν είδη, όπως τα Acer sempervirens, Arbutus unedo, Fraxinus ornus, Phillyrea latifolia κ.ά. Η ορεινή-υποαλπική ζώνη βλάστησης ή ορομεσογειακή βλάστηση εμφανίζεται πάνω από την παραμεσογειακή ζώνη και φθάνει κατά περίσταση μέχρι τα 1800-1900 m. Τα κωνοφόρα που κυριαρχούν και δημιουργούν αμιγή δάση αποτελούνται κυρίως από τα είδη Pinus nigra και τη Abies cephalonica, ενώ σποραδικά συμμετέχουν είδη Juniperus, όπως το J. oxycedrus subsp. deltoides και το σπάνιο J. drupacea. Αν και τα δάση κωνοφόρων συνήθως έχουν φτωχό υπόροφο σε φυτικά είδη, συναντάμε πολλά σημεία στα οποία σπάνια φυτά, όπως τα: Allium frigidum, Amelanchier parviflora chelmea, Centaurea athoa s.l., Chaerophyllum heldreichii, Cyclamen repandum subsp. peloponnesiacum, Epipactis halacsyi, Origanum lirium, O. scabrum, Paeonia mascula hellenica κ.ά. αναπτύσσονται, εκμεταλλευόμενα φυσικά ξέφωτα και συνθήκες μειωμένου ανταγωνισμού. Η ανωδασική ζώνη βλάστησης υψηλών ορέων απαντάται πάνω από τα δασοόρια και πρόκειται για θαμνώδη και ποώδη βλάστηση, η οποία έχει υποβαθμιστεί σε μεγάλο βαθμό λόγω της υπερβόσκησης. Στη ζώνη αυτή υπάγονται και οι οικότοποι των ασβεστολιθικών ορθοπλαγιών (κρημνών) με χασμοφυτική βλάστηση, η οποία στον Ταΰγετο είναι ιδιαίτερα σημαντική καθώς χαρακτηρίζεται από υψηλό αριθμό ενδημικών ειδών. Στην ανωδασική ζώνη βλάστησης εμφανίζονται μερικά από τα τοπικά ενδημικά taxa του Ταϋγέτου, όπως τα: Aethionema carsbergii, Aquilegia taygetea, Campanula papillosa, Hieracium halasinense, Jurinea taygetea, Silene taygetea, Viola sficasiana, καθώς και τα ενδημικά Alyssum taygeteum, Anthemis laconica, Arabis subflava, Beta nana, Phitosia crocifolia, Scutellaria rupestris subsp. rupestris, Trinia frigida κ.ά. Χαρακτηριστικός τύπος οικοτόπου υψηλής βιοποικιλότητας είναι τα ασβεστολιθικά βραχώδη πρανή με χασμοφυτική βλάστηση, τα οποία στον Ταΰγετο αποτελούνται από χασμοφυτικές κοινότητες που αναπτύσσονται σε κάθετα ασβεστολιθικά βράχια (κλίσης 10-100%). Ο οικότοπος εξαπλώνεται τόσο σε μεγαλύτερα υψόμετρα, όσο και σε παραθαλάσσιες περιοχές, όπως στις απολήξεις των μεγάλων φαραγγιών του Ταϋγέτου, προς τον Μεσσηνιακό κόλπο. Η χλωριδική σύνθεση του οικοτόπου χαρακτηρίζεται από την παρουσία ενδημικών και σπάνιων ειδών, όπως τα: Arenaria cretica, Asperula boryana, Bubon arachnoideum, Campanula topaliana subsp. topaliana, Gypsophila nana, Stachys candida, Sedum album, Poa thessala, Inula verbascifolia subsp. methanea, Melica rectiflora, Scrophularia taygetea, Scutellaria rupestris subsp. parnassica, Rhamnus sibthorpiana, Hieracium pannosum κ.ά. σημαντική είναι η παρουσία τοπικών ενδημικών και σπάνιων ειδών χλωρίδας, όπως τα Asperula taygetea, Cymbalaria spetae, Scaligeria moreana, Stachys canescens κ.ά. Σημαντικό τμήμα του Ταϋγέτου επλήγη σημαντικά κατά τις μεγάλες πυρκαγιές του 2007, όπου αποψιλώθηκαν c. 93.000 στρ. δασικών εκτάσεων, εκ των οποίων τα c. 45.000 στρ. διαχειριζόμενο υψηλό δάσος Pinus nigra και Abies cephalonica. Μεγάλο τμήμα του ορεινού δασικού οικοσυστήματος περιμετρικά των κορυφών Τραγοβούνι και Κοντοβουνία επίσης αποψιλώθηκε το 2007, από τις πυρκαγιές, οι οποίες κατέκαψαν μακκία βλάστηση και συστάδες δάσους Pinus nigra και Abies cephalonica. Το καλοκαίρι του 2021, επίσης μεγάλο τμήμα δάσους κωνοφόρων (Abies), μακκίας και φρυγανικής βλάστησης του ΝΑ. Ταϋγέτου, μεταξύ της Ι.Μ. Παναγίας Γιάτρισσας και νοτιότερα έως το Γύθειο, αποψιλώθηκε από μεγάλη δασική πυρκαγιά. Αντικείμενο της μελέτης μας, ήταν κυρίως οι φυτογεωγραφικές συνδέσεις του Ταϋγέτου, μέσω των ενδημικών taxa του όρους, τα οποία απαντώνται και σε άλλες κυρίως ορεινές περιοχές της Ελλάδας, καθώς και με taxa στα οποία ο Ταΰγετος αποτελεί όριο εξάπλωσης. Ως εκ τούτου κατά το διάστημα της πολυετούς και εκτεταμένης έρευνας πεδίου, πραγματοποιήσαμε πάνω από 130 επισκέψεις σε όλο το υψομετρικό εύρος του Ταϋγέτου, καθώς και σε περιοχές άλλων ορέων, όπως στα: Πάρνωνα, Τετράζιο, Κυπαρισσιακά, Μάνη, αλλά και στα Λευκά Όρη, Κέδρος κ.ά. της Κρήτης, για την μελέτη συγκριτικού υλικού. Τα αποτελέσματα της έρευνας μας στον Ταΰγετο έχουν ως εξής: 1. Εύρεση και περιγραφή δύο νέων ειδών για την επιστήμη: a. Η Campanula kamariana Kyriak., Liveri & Phitos in Fl. Medit. 27: 131-135 (2017), η οποία είναι ένα τυπικό χασμοφυτικό είδος της section Quinqueloculares (Boiss.) Phitos, που φύεται αποκλειστικά σε επιφάνειες απόκρημνων και κάθετων ασβεστολιθικών βράχων, καθώς και πέτρινων τειχών. Η γνωστή παρουσία του νέου είδους είναι μόνο σε δυο θέσεις στα νοτιότερα όρια της οροσειράς του Ταϋγέτου και πιθανότατα, αλλά όχι επιβεβαιωμένα προσφάτως και στην νότια Μάνη. b. Η Potentila greuteriana Kyriak., Kamari, Kofinas & Phitos. in Fl. Medit. 28: 351-364. (2018), η οποία αποτελεί ένα επίσης χασμοφυτικό είδος, του οποίου η εξάπλωση περιορίζεται σε μόλις δύο περιοχές του Ταϋγέτου, στους απόκρημνους βραχώδεις σχηματισμούς της χαράδρας της Λαγκάδας, καθώς και σε μία ακόμα στον ΒΔ. Ταΰγετο. Και τα δύο νέα είδη κατατάχτηκαν στην κατηγορία των Κρισίμως Κινδυνευόντων (CR), σύμφωνα με τα κριτήρια κατάταξης της IUCN (2019), λόγω της εξαιρετικά περιορισμένης εξάπλωσης τους και των ολιγομελών υποπληθυσμών τους, στους οποίους αυτά απαντούν. 2. Επανεύρεση σπάνιων και ενδημικών taxa του Ταϋγέτου: Αυτά είναι τα: a. Aquilegia taygetea Orph.: Αποτελεί ένα στενότοπο ενδημικό είδος, το οποίο εντοπίζεται στις ανατολικές πλαγιές των υψηλών κορυφών (Αθάνατη Ράχη, Σιδηρόκαστρο και Ανώνυμης) της κεντρικής κορυφογραμμής του Ταϋγέτου. Η επανεύρεση της Aquilegia στον Ταΰγετο το 2014, πραγματοποιήθηκε 142 χρόνια μετά από την τελευταία συλλογή της (Kyriakopoulos & Kamari 2016). b. Campanula papillosa Halácsy: Αποτελεί επίσης ένα σπάνιο τοπικό ενδημικό υπολειμματικό είδος, το οποίο ευρέθη στις αρχές του 20ου αιώνα, στις ανώτερες ανατολικές πλαγιές του Κ. Ταϋγέτου. Το είδος επανευρέθη 102 χρόνια μετά, σε μια περιορισμένης έκτασης βραχώδη περιοχή κάτω από την κορυφή Προφ. Ηλίας (Κυριακόπουλος & αλ. 2009, Kyriakopoulos & al. 2016). c. Teucrium aroanium Orph. ex Boiss. Ενδημικό είδος της Πελοποννήσου, το οποίο αρχικά βρέθηκε στον Χελμό το 1851 από τον Θ. Ορφανίδη. Στον Ταΰγετο βρέθηκε από τους Maire & Petitmengin στις 25/8/1906 (No 1060, WU-Hal) να φύεται σε ασβεστολιθικά βράχια μεταξύ των χωριών Λαδά και Καρβέλι. Έκτοτε το T. aroanium δεν είχε επανευρεθεί, έως τον Αύγουστο του 2012, όπου το εντοπίσαμε στα δυτικά της κορυφής Ξεροβούνι του ΒΔ. Ταϋγέτου (CK 1286), 106 χρόνια μετά την προηγούμενη και μοναδική συλλογή του, από το όρος. d. Origanum x lirium Heldr. ex Halácsy. Ελληνικό ενδημικό υβριδογενές είδος, γνωστό αρχικά από την Εύβοια. Στον Ταΰγετο βρέθηκε το 1938 από τον P.H. Davis. Επανευρέθει από εμάς τον Αύγουστο του 2006, μεταξύ των κορυφών Χαλασμένου Βουνού και Αθάνατης Ράχης (CK 398). e. Jacobaea ambigua subsp. taygetea (Boiss. & Heldr.) B. Nord. & Greuter. Ενδημικό taxon, που απαντάται αποκλειστικά στον Ταΰγετο και την Δίρφυ (Ευβοίας). Πιθανότατα, η τελευταία του συλλογή από τον Ταΰγετο είχε πραγματοποιηθεί το 1969 (Fokkinga s.n., L.2426865, 10/7/1969) και επανευρέθει από εμάς το 2006 (CK 401, 1/8/2006). f. Onosma visianii Clementi (=Onosma taygetea Boiss. & Heldr.): Η επανεύρεσή του στην περιοχή του Κ. Ταϋγέτου (κορυφές Τραγοβούνι, CK 1642, 4/7/2013 και Σπανακάκι, CK 2062, 5/7/2014), είναι η πρώτη μετά την εύρεση του στον Ταΰγετο το 1844 από τον Heldreich. 3. Νέες χλωριδικές αναφορές από την περιοχή του Ταϋγέτου: a. Ελληνικά ενδημικά είδη που αναφέρονται για πρώτη φορά από τον Ταΰγετο, όπως τα: Centaurea subsericans, γνωστό πρότερα από την ανατολική Στερεά Ελλάδα και τα όρη της ΝΑ. Λακωνίας, καθώς και του πελοποννησιακού ενδημικού Astragalus thracicus Griseb. cylleneus (Fisch.) Strid. b. Άλλα taxa, των οποίων η παρουσία δεν είχε αναφερθεί ή εξακριβωθεί μέχρι σήμερα και για τα οποία ο Ταΰγετος πλέον αποτελεί νέο νότιο όριο εξάπλωσης τους, όπως για τα βαλκανικά ενδημικά: Arabis bryoides, Silene parnassica subsp. parnassica, Dianthus pinifolius subsp. lilacinus, καθώς και τα Acer platanoides, A. pseudoplatanus, Calamintha grandiflora, Dictamnus albus, Epilobium angustifolium, Minuartia recurva subsp. recurva, Pinguicula crystalina subsp. hirtiflora, Populus tremula, Salvia ringens, Silene latifolia. Επίσης το Dianthus diffusus, για το οποίο ο Ταΰγετος πλέον αποτελεί το νέο ΝΔ. όριο εξάπλωσης του. 4. Νέες θέσεις εξάπλωσης στα είδη των ενδημικών γενών (Hymenonema, Phitosia, Thamnosciadium), που απαντώνται στον Ταΰγετο:  Hymenonema laconicum, στον ΒΔ. Ταΰγετο (μεταξύ Πολιανής-Δυρραχίου), ΝΔ. Ταΰγετο (περιοχή μεταξύ Βορείου και Ριντόμου), Ν. Ταΰγετος (Παναγία Γιάτρισσα). – Εικ. 127.  Phitosia crocifolia, νέα αναφορά από τον Πάρνωνα (Kamari, Kyriakopoulos & Kofinas 2010), καθώς και νέες θέσεις στον Ταΰγετο, όπως: στην χαράδρα του Ριντόμου, κορυφή Σπανακάκι, μεταξύ Χαλασμένου Βουνού-Μουζιών.  Thamnosciadium junceum, επιπλέον, βρέθηκε στις ΝΔ. πλαγιές κορυφής Προφ. Ηλία (Αγ. Παρασκευή), καθώς και στις ανατολικές πλαγιές του Προφ. Ηλία (περιοχή Γούβες). 5. Νέες θέσεις εξάπλωσης στον Ταΰγετο για τα ακόλουθα τοπικά ενδημικά taxa:  Aethionema carlsbergii, εκτός της κορυφής Προφ. Ηλίας και σε άλλες κορυφές όπως, Χαλασμένο Βουνό, Αθάνατη Ράχη, Ανώνυμη, καθώς και στον Β. Ταΰγετο.  Aquilegia taygetea, βρέθηκε αρχικά στην Αθάνατη Ράχη και στην συνέχεια μεταξύ Σιδηρόκαστρου και Ανώνυμης (Kyriakopoulos & Kamari 2016).  Astragalus taygeteus, νέες θέσεις παρουσίας του, στις κορυφές Τραγοβούνι, Ανώνυμη και ΑηΓιώργης.  Jurinea taygetea, ευρέθηκε σε τρεις νέες θέσεις και στην νότια απόληξη της κορυφογραμμής του Προφ. Ηλία έως την περιοχή των Μουζιών.  Hellenocarum depressum, επιβεβαιώθηκε η παρουσία του και επεκτάθηκε η γνωστή εξάπλωση του σε ένα μεγάλο τμήμα της χαράδρας της Λαγκάδας.  Nepeta hystrix, τοπικό ενδημικό που πρόσφατα περιγράφηκε από τον ΒΔ. Ταΰγετο (Greuter 2012) και του οποίου την παρουσία επιβεβαιώσαμε σε μία θέση πλησίον του locus classicus.  Onosma leptantha, όπου η γνωστή εξάπλωση του τοπικού αυτού ενδημικού είδους του Ταϋγέτου, επεκτάθηκε μέσω νέων θέσεων που εντοπίσαμε, βόρεια έως την κορυφή Ξεροβούνι στο ΒΔ. άκρο της οροσειράς και νότια έως την κορυφή Ζίζαλη, η οποία βρίσκεται στο νοτιότερο άκρο της οροσειράς του Ταϋγέτου.  Silene taygetea, επιβεβαιώθηκε η παρουσίας της στον locus classicus, καθώς και στις πιο πρόσφατες (J. Persson 1970) θέσεις συλλογής της, ενώ ανακαλύψαμε μια νέα θέση στις ΒΔ. πλαγιές της Αθάνατης Ράχης. 6. Νέες θέσεις εξάπλωσης στον Ταΰγετο για τα ακόλουθα ενδημικά taxa:  Bubon arachnoideum, βλ. Εικ. 104 & Πιν. 14.  Campanula asperuloides, ΒΔ. Ταΰγετος (κορυφή Ξεροβούνι), καθώς και μεταξύ Κοντοβουνίων και Νεραϊδοβούνας.  Clinopodium taygeteum, στο μεγαλύτερο υψόμετρο παρουσία της (c. 2000 m) στον Κ. Ταΰγετος (Α. πλαγιές κορυφής Ανώνυμη).  Draba laconica, βλ. Εικ. 119.  Minuartia pichleri, βλ. Εικ. 124.  Paeonia mascula subsp. hellenica, στις ανατολικές πλαγιές της Νεραϊδοβούνας.  Scaligeria moreana, βλ. Εικ. 184. 7. Γενικά Με τον όρο ενδημικά taxa του Ταϋγέτου εννοούμε τα taxa εκείνα, η γεωγραφική εξάπλωση των οποίων είναι περιορισμένη στα γεωγραφικά όρια της Ελλάδας, αλλά δύναται να ξεπεράσει τα γεωγραφικά όρια του Ταϋγέτου. Τaxa με γεωγραφική εξάπλωση περιορισμένη στη Πελοπόννησο, τα ονομάζουμε πελοποννησιακά ενδημικά, ενώ αυτά των οποίων η εξάπλωση περιορίζεται στα όρια της οροσειράς του Ταϋγέτου, τα ονομάζουμε στενότοπα ή τοπικά ενδημικά του Ταϋγέτου. Η ενδημική χλωρίδα του Ταϋγέτου αποτελείται:  Από 188 taxa, τα οποία ανήκουν σε 37 οικογένειες και 107 γένη αγγειοφύτων.  Το 43% (81 taxa) από αυτά, είναι πελοποννησιακά ενδημικά. Συγκριτικά ο Χελμός εμφανίζει σημαντικά χαμηλότερο ποσοστό ίσο με 24% (δηλ. 41 από τα 175 ενδημικά του taxa), ενώ ακόμη μικρότερα ποσοστά συμμετοχής πελοποννησιακών ενδημικών παρουσιάζουν οι χλωρίδες του Παναχαϊκού 16,8% (16 από τα 95 ενδημικά του taxa), Ερύμανθου 14,4% (13 από τα 90), Ολίγυρτου 22,1% (17 από τα 77) και Φαρμακά 18,8% (13 από τα 69).  23 τοπικά ενδημικά φυτικά taxa, τα οποία αποτελούν το 12,2% της ενδημικής του χλωρίδας, και είναι τα κάτωθι: 1. Aethionema carsbergii Strid & Papan. 2. Aquilegia taygetea Orph. 3. Asperula lutea Sm subsp. griseola Greuter 4. Astragalus taygeteus Jim. Perss. & Strid 5. Ballota nigra L. subsp. anomala Greuter 6. Campanula kamariana Kyriak., Liveri & Phitos 7. Campanula papillosa Halácsy 8. Cymbalaria spetae Carnicero, Saez, Garcia & Galbany 9. Cistus umbellatus subsp. micranthus Demoly (=Halimium voldii Kit Tan. Perdetz. & Raus) 10. Hellenocarum depressum (Hartvig & Kit Tan) Kljuykov & Zakharova (=Carum depressum Hartvig & Kit Tan) 11. Hieracium chalasinense Zahn 12. Jurinea taygetea Halácsy 13. Lithodora zahnii (Halácsy) I.M.Johnst. 14. Nepeta camphorata Boiss. & Heldr. 15. Nepeta hystrix Greuter 16. Onosma leptantha Heldr. 17. Potentilla greuteriana Kyriak., Kamari, Kofinas & Phitos 18. Scilla messeniaca Boiss. 19. Silene echinosperma Boiss. & Heldr. 20. Silene taygetea Halácsy ex Vierh. 21. Taraxacum decrepitum Kirchner & Stepanek 22. Trifolium michaelis Greuter 23. Viola sficasiana Erben  Ειδικότερα για την ενδημική χλωρίδα του Ταϋγέτου καταγράφηκαν:  Οι Οικογένειες με τα περισσότερα ενδημικά taxa, που απαντούν στον Ταΰγετο είναι: Asteraceae με 33 taxa (17,5%), Caryophyllaceae με 23 taxa (12,2%), Lamiaceae με 15 taxa (8%), Brassicaceae με 10 taxa (5,3%), Apiaceae με 9 taxa (4,8%), Boraginaceae με 9 taxa (4,8%) και Rubiaceae με 9 taxa (4,8%), οι οποίες συνολικά συμμετέχουν με 107 taxa (57%) στην ενδημική χλωρίδα του Ταϋγέτου.  Τα Γένη με τα περισσότερα ενδημικά taxa, που απαντούν στον Ταΰγετο είναι τα: Silene με 8 taxa, Campanula με 7 taxa, Asperula και Centaurea από 5 taxa έκαστο, Erysimum, Galium και Verbascum με 4 taxa έκαστο. Το γένος Silene εμφανίζει στον Ταΰγετο το 40% (8 στα 20) των συνολικών ενδημικών του γένους που έχουν καταγραφεί σε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Συγκριτικά με τον Χελμό (Β. Πελοπόννησος) ο Ταΰγετος εμφανίζει τον διπλάσιο αριθμό (8 έναντι 4) ενδημικών taxa του γένους Silene, δύο εκ των οποίων (Silene echinosperma & S. taygetea) αποτελούν στενότοπα ενδημικά του όρους. Επίσης η ενδημική χλωρίδα του Ταΰγετου σε σχέση με την αντίστοιχη της Πελοποννήσου περιλαμβάνει: στο γένος Galium τα μισά (4) από τα συνολικά 8 ενδημικά taxa, στο γένος Campanula 7 από τα συνολικά 15 ενδημικά taxa και στο γένος Erysimum 4 από τα 6 ενδημικά taxa.  Η χαμηλότερη υψομετρική ζώνη, η οποία εκτείνεται έως τα 500 m, περιλαμβάνει σχεδόν την μισή ενδημική χλωρίδα της περιοχής μελέτης, με 87 ενδημικά taxa, 15 εκ των οποίων εμφανίζονται αποκλειστικά στην συγκεκριμένη υψομετρική ζώνη και 4 αποτελούν στενότοπα ενδημικά της περιοχής του Ταϋγέτου. Η υψομετρική ζώνη 0-500 m βρίσκεται στη ζώνη έντονων ανθρωπογενών δραστηριοτήτων.  Στις ενδιάμεσες υψομετρικές ζώνες ο αριθμός ενδημικών taxa είναι σημαντικά μεγαλύτερος, φθάνοντας τα 125 taxa, μεταξύ 1000-2000 m.  Αντίστοιχα υψηλός είναι και ο αριθμός (81 taxa) των ενδημικών που φθάνουν στην ανωδασική ζώνη βλάστησης (2000-2404 m) του Ταϋγέτου.  Από την ανάλυση των βιομορφών των ελληνικών ενδημικών taxa που είναι γνωστά στον Ταΰγετο, τα ημικτρυπτόφυτα (H) κυριαρχούν με ποσοστό 55,7%, τιμή ελαφρώς υψηλότερη σε σχέση με την αντίστοιχη (50,9%) της ενδημικής χλωρίδας της Πελοποννήσου. Τα ποσοστά των, χαμαιφύτων (C), γεωφύτων (G) και θεροφύτων (T) ενδημικών του Ταϋγέτου, είναι ελαφρώς χαμηλότερα (16,4%, 14,2% και 8,2% σε σχέση με 18,5%, 16,2% και 10,2% αντίστοιχα) σε σχέση τις αντίστοιχες βιομορφές των Ελληνικών ενδημικών της Πελοποννήσου.  Ο οικότοπος Βλάστηση Υψηλών Ορέων (H) εμφανίζει το μεγαλύτερο ποσοστό ενδημικών με 16,5% (υψηλότερο από το 11,8% που εμφανίζεται στην ενδημική χλωρίδα της Πελοποννήσου) και 30 ενδημικά taxa. Στον οικότοπο “H” απαντώνται αποκλειστικά 4 τοπικά ενδημικά είδη (Aethionema carlsbergii, Astragalus taygeteus, Jurinea taygetea, Viola sficasiana), αλλά και 9 πελοποννησιακά ενδημικά taxa (Allium frigidum, Centaurea athoa s.l., Dianthus androsaceus, Dianthus serratifolius subsp. abbreviatus, Draba laconica, Galium taygeteum, Scutellaria rupestris subsp. rupestris, Sideritis clandestina subsp. clandestina και Verbascum acaule.  Μελέτη 25 ενδημικών και σπάνιων taxa του Ταϋγέτου: Τα 25 taxa του Ταϋγέτου, τα οποία μελετήθηκαν διεξοδικά είναι τα: 1. Acer platanoides L. 2. Aethionema carlsbergii Strid & Papan. 3. Aquilegia taygetea Orph. 4. Bubon arachnoideum (Boiss. & Orph.) Hand 5. Campanula kamariana Kyriak., Liveri & Phitos 6. Campanula papillosa Halácsy 7. Centaurea subsericans Halácsy 8. Clinopodium taygeteum (P.H. Davis) Bräuchler 9. Crepis heldreichiana (Kuntze) Greuter 10. Dianthus androsaceus (Boiss. & Heldr.) Hayek 11. Draba laconica Stevanović & Kit Tan 12. Fritillaria conica Boiss. 13. Hymenonema laconicum Boiss. & Heldr. 14. Globularia stygia Boiss. 15. Juniperus drupacea Labill. 16. Jurinea taygetea Halácsy 17. Minuartia pichleri (Boiss.) Maire & Petitmengin 18. Minuartia recurva (All.) Schinz & Thell. subsp. recurva 19. Onosma leptantha Heldr. 20. Onosma visianii Clementi 21. Origanum x lirium Heldreich ex Halácsy 22. Potentilla greuteriana Kyriak., Kamari, Kofinas & Phitos 23. Silene echinosperma Boiss. & Heldr. 24. Silene taygetea Halácsy ex Vierh 25. Phitosia crocifolia (Boiss. & Heldr.) Kamari & Greuter Για καθ’ ένα από αυτά δόθηκαν τα ακόλουθα αναλυτικά στοιχεία: α) η ονοματολογία του, β) η αναλυτική περιγραφή του στα ελληνικά, γ) ο χρωμοσωματικός του αριθμός, δ) η γεωγραφική του εξάπλωση, ε) η οικολογία του, στ) ταξινομικά σχόλια, ζ) η κατάσταση των πληθυσμών του, η) οι κίνδυνοι και οι απειλές που αντιμετωπίζουν οι υποπληθυσμοί του και αξιολόγηση του καθεστώτος προστασία του, θ) μέτρα προστασίας του, ι) καθώς και φωτογραφία/ες ατόμων και βιοτόπων του.  Πραγματοποιήθηκε η συγγραφή 8 άρθρων αντίστοιχων ενδημικών taxa, στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων και Απειλουμένων Φυτών της Ελλάδας 1 & 2 (Φοίτος & άλ. 2009). 1. Aethionema carlsbergii Strid & Papan. 2. Bubon arachnoideum (Boiss. & Orph.) Hand (=Athamanta arachnoidea Boiss. & Orph.) 3. Campanula papillosa Halácsy 4. Clinopodium taygeteum (P.H. Davis) Bräuchler (=Micromeria taygetea P.H. Davis) 5. Draba laconica Stevanovic & Kit Tan. 6. Hypericum taygeteum Quezel & Contandr. 7. Jurinea taygetea Halácsy 8. Phitosia crocifolia (Boiss. & Heldr.) Kamari & Greuter  Κυτταρολογική μελέτη επιλεγμένων taxa: Έγινε μελέτη του χρωματοσωματικού αριθμού, της μορφολογίας του καρυοτύπου και δόθηκαν μικροφωτογραφίες καρυοτύπων, ταξινομικά και κυτταρολογικά σχόλια επιλεγμένων taxa, που απαντούν στον Ταΰγετο. 1. Bubon arachnoideum (Boiss. & Orph.) Hand., 2n = 22: Επιβεβαιώνεται ο χρωμοσωματικός του αριθμός και δίδεται για πρώτη φορά μικροφωτογραφία του καρυοτύπου του. 2. Campanula papillosa Halácsy, 2n = 32: Δίδεται για πρώτη φορά ο χρωμοσωματικός του αριθμός και η μορφολογία (μικροφωτογραφία) του καρυοτύπου του. 3. Centaurea athoa subsp. parnonia (Halácsy) E. Gamal-Eldin & Wagenitz, 2n = 2x = 20: Επιβεβαιώνεται ο χρωμοσωματικός αριθμός και η μορφολογία του καρυοτύπου του, σε υλικό από τον Ταΰγετο. 4. Centaurea subsericans Halácsy, 2n = 4x = 36: Δίδεται για πρώτη φορά ο τετραπλοειδής χρωμοσωματικός αριθμός και η μορφολογία του καρυοτύπου του από την Πελοπόννησο. Διαπιστώνεται ότι στο είδος υπάρχουν διπλοειδείς και τετραπλοειδείς καρυότυποι σε διαφορετικούς πληθυσμούς. 5. Clinopodium taygeteum (P.H. Davis) Bräuchler, 2n = 22: Δίδεται για πρώτη φορά ο χρωμοσωματικός του αριθμός και η μορφολογία (μικροφωτογραφία) του καρυοτύπου του. 6. Crepis heldreichiana (Kuntze) Greuter, 2n = 10x = 40: Επιβεβαιώνεται ο χρωμοσωματικός αριθμός του είδους και η μορφολογία (μικροφωτογραφία)του καρυοτύπου του από νέο υποπληθυσμό του Ταϋγέτου. 7. Hymenonema laconicum Boiss. & Heldr., 2n = 2x = 20: Επιβεβαιώθηκε ο χρωμοσωματικός αριθμός και η μορφολογία καρυοτύπου του είδους, σε νέο υποπληθυσμό του από την περιοχή Ταϋγέτη του Ταϋγέτου. 8. Rindera graeca (A.DC.) Boiss & Heldr., 2n = 24: Επιβεβαιώνεται ο χρωμοσωματικός του αριθμός, ο οποίος είχε δοθεί από την Στερεά Ελλάδα (Βαρδούσια & Κιθαιρώνα) και δίδεται η μορφολογία (μικροφωτογραφία)του καρυοτύπου του σε νέο πληθυσμό του από την Πελοπόννησο (Ταΰγετο). 9. Scaligeria moreana Engstrand, 2n = 20 + 0-2B: Δίδεται ο χρωμοσωματικός αριθμός, η παρουσία 2Β-χρωμοσωμάτων και ο καρυότυπος του (μικροφωτογραφία) για πρώτη φορά. 10. Silene gigantea subsp. hellenica Greuter, 2n = 24: Επιβεβαιώνεται ο χρωμοσωματικός αριθμός για το είδος και δίδεται για πρώτη φορά μικροφωτογραφία του καρυοτύπου του subsp.hellenica. Τα κυτταρολογικά δεδομένα των ανωτέρω taxa έχουν δημοσιευθεί στο περιοδικό Flora Mediterranea (Kyriakopoulos & al. 2014 και Kyriakopoulos & al. 2016). 8. Φυτογεωγραφικές συνδέσεις του Ταϋγέτου με τις περιοχές της Ελλάδας: Για την μελέτη των φυτογεωγραφικών σχέσεων του Ταϋγέτου με άλλες περιοχές βασιστήκαμε στα ελληνικά ενδημικά taxa του όρους, τα οποία επίσης εμφανίζονται στα σημαντικότερα όρη της Πελοποννήσου, στις υπόλοιπες φυτογεωγραφικές περιοχές της Ελλάδας, καθώς και σε γειτνιάζουσες περιοχές των Βαλκανίων, Μεσογείου και Ανατολίας, όπου και τελικώς διαπιστώθηκαν τα εξής: A. Φυτογεωγραφικές σχέσεις του Ταϋγέτου με τα όρη της Πελοποννήσου  Ο Ταΰγετος εμφανίζει την στενότερη σχέση με τον Πάρνωνα, όπου το 61,7% της ελληνικής ενδημικής χλωρίδας τους είναι κοινή. Συγκεκριμένα 116 ενδημικά taxa απαντώνται και στα δύο όρη, ενώ δύο από αυτά η Phitosia crocifolia και το Clinopodium taygeteum, τα οποία θεωρούνταν μέχρι πρόσφατα τοπικά ενδημικά του Ταϋγέτου, βρέθηκαν σχετικά πρόσφατα και στον Πάρνωνα.  Ακολουθούν, ο Χελμός με 92 (48,9%) κοινά ενδημικά taxa, η Κυλλήνη με 86 (45,7%), ο Ερύμανθος με 56 (29,8%), το Παναχαϊκό με 51 (27,3%), το Μαίναλο με 49 (26,1%), ο Φαρμακάς με 44 (23,5%), ο Ολίγυρτος με 43 (43%), ο Σαϊτάς με 43 (22,5%), τα όρη της ΝΑ. Λακωνίας με 36 (19,3%), το Αρτεμίσιο με 33 (17,6%), το Λύκειο με 32 (17,1%) και τα Κυπαρισσιακά Όρη με 24 (12,8%) κοινά ενδημικά taxa κ.ά.  Η Φυτογεωγραφική σχέση του Ταϋγέτου με άλλες περιοχές χαμηλού υψομέτρου της Πελοποννήσου παρουσιάζεται ασθενέστερη, προφανώς λόγω της μεγάλης υψομετρικής διαφοράς που εμφανίζουν, αλλά με χαρακτηριστικά ενδημικά taxa της Ν. Πελοποννήσου (όπως τα Anthemis brachmanii, Centaurea laconica subsp. laconica, Fritillaria conica, Galanthus reginae-olgae subsp. reginae-olgae, Hymenonema laconicum, Noccaea graeca, Silene goulimyi, S. nutabunda, Stachys canescens κ.ά.). Β. Φυτογεωγραφικές συνδέσεις του Ταϋγέτου με τις υπόλοιπες 12 φυτογεωγραφικές περιοχές του ελλαδικού χώρου:  Η στενή φυτογεωγραφική σχέση της Πελοποννήσου με την Στερεά Ελλάδα, όπου περίπου το 44,6% της ενδημικής χλωρίδας της απαντάται και σε αυτήν. Αναλυτικότερα, από τα 473 ενδημικά της Πελοποννήσου τα 211 φύονται και σε αντίστοιχα ενδιαιτήματα της Στερεάς Ελλάδας.  Οι στενοί φυτογεωγραφικοί δεσμοί Πελοποννήσου - Στερεάς Ελλάδας, επαληθεύονται και στην ενδημική χλωρίδα του Ταϋγέτου, όπου επίσης εμφανίζεται αντίστοιχο ποσοστό (47,3%) ενδημικών taxa. Ειδικότερα, 89 από τα 188 ελληνικά ενδημικά taxa του Ταϋγέτου, εμφανίζονται και στην Στερεά Ελλάδα.  Επίσης ο Ταΰγετος διατηρεί ισχυρούς φυτογεωγραφικούς δεσμούς με την περιοχή του ΒΔ. Αιγαίου (WAe). Τα 47 (25%) ενδημικά taxa του Ταϋγέτου φύονται και σε περιοχές του ΒΔ. Αιγαίου (κυρίως στην Εύβοια).  Η φυτογεωγραφική σχέση του Ταϋγέτου με την περιοχή της Ν. Πίνδου (SPi), μειώνεται σημαντικά, όπου μόλις 29 taxa (15,4%) της ενδημικής χλωρίδας του απαντώνται σε αυτήν.  Επίσης η φυτογεωγραφική σχέση με τις περιοχές της Βορείου Ελλάδας, φθίνει περεταίρω, όσο αναφορά στα κοινά ενδημικά taxa: 21 (11,2%) με την Β. Πίνδο, 16 (8,5%) με την βόρειο-κεντρική Ελλάδα, 17 (9,0%) με την ανατολικό-κεντρική Ελλάδα και μόλις με 9 κοινά taxa με την ΒΑ. Ελλάδα.  Με τις νησιωτικές περιοχές ο Ταΰγετος παρουσιάζει κοινά ενδημικά taxa: 25 (13,3%) με τα Ιόνια Νησιά, 12 (6,4%) με τις Κυκλάδες καθώς και 10 (5,3%) με τα νησιά του Α. Αιγαίου. Oι ασθενέστερες συνδέσεις παρατηρούνται με τα νησιά του Β. Αιγαίου με μόλις 4 κοινά taxa.  Τέλος, η σύνδεση του Ταϋγέτου με την Κρήτη-Κάρπαθο, είναι σχετικά ασθενής με 22 (11,7%) κοινά ενδημικά taxa. Γ. Φυτογεωγραφικές σχέσεις του Ταϋγέτου μέσω των Βαλκανικών και Ανατολικών ενδημικών και υποενδημικών taxa: Πολλά taxa με εξάπλωση την Βαλκανική, Βαλκανική - Ανατολία, Βαλκανική - Ιταλία, εμφανίζουν την νοτιότερη παρουσία τους στον Ταΰγετο. Χαρακτηριστικές νέες αναφορές ενδημικών και υπενδημικών Βαλκανικών taxa, τα οποία βρήκαμε στον Ταΰγετο και πλέον παρουσιάζουν την νοτιότερη γεωγραφική τους εξάπλωση στο όρος, είναι τα: Arabis bryoides Boiss., Arenaria filicaulis Fenzl subsp. graeca (Boiss.) McNeill, Bupleurum flavicans Boiss. & Heldr., Dianthus pinifolius subsp. lilacinus (Boiss. & Heldr.) Wettst., Pinguicula crystallina subsp. hirtiflora (Ten.) Strid, Thesium parnassi A.DC.

Description

Keywords

Βιογεωγραφία, Ταΰγετος

Citation