Μελέτη υβριδικών ενώσεων αρτεμισινίνης με στόχο τη διευκρίνιση της αντιμυκητιασικής τους δράσης

Abstract

Οι μυκητιασικές λοιμώξεις αποτελούν σημαντικό αίτιο νοσηρότητας και θνησιμότητας στη σύγχρονη εποχή, ιδίως σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς και άλλες ευπαθείς ομάδες. Η αποτελεσματικότητα των διαθέσιμων αντιμυκητιασικών θεραπειών περιορίζεται συχνά, λόγω της υψηλής τοξικότητας και της αυξανόμενης αντοχής που αναπτύσσουν οι μύκητες. Ειδικότερα, είδη του γένους Candida, όπως τα Candida parapsilosis, Pichia kudriavzevii (Candida krusei) και Candidozyma auris (Candida auris), εμφανίζουν ενδογενή ή επίκτητη αντοχή στις αζόλες, γεγονός που καθιστά επιτακτική την ανάγκη για την ανάπτυξη νέων θεραπευτικών προσεγγίσεων με βελτιωμένο προφίλ ασφάλειας και αποτελεσματικότητας. Η αρτεμισινίνη, μία σεσκιτερπενική λακτόνη με ευρέως αναγνωρισμένη ανθελονοσιακή δράση, έχει προσελκύσει το ερευνητικό ενδιαφέρον στο πλαίσιο της επαναστόχευσης φαρμάκων («drug repurposing»), καθώς τόσο η ίδια όσο και τα παράγωγά της έχουν επιδείξει αντιμυκητιασική δράση σε μελέτες in vitro, αλλά και in vivo. Στην παρούσα εργασία μελετήθηκε η αντιμυκητιασική δράση παραγώγων της αρτεμισινίνης, καθώς και νέων υβριδικών μορίων που συνδυάζουν τον δομικό σκελετό της αρτεμισινίνης με τη φαρμακοφόρο δομή των αζολών. Συνολικά αξιολογήθηκαν εννέα ενώσεις: δύο παράγωγα της αρτεμισινίνης (AIB2, ή αρτεσουνάτη, και AIB9 [ένα C-10 carba-παράγωγο καρβοξυλικό οξύ της αρτεμισινίνης]) και επτά υβριδικά μόρια (H1, H2, H3, H4, H7, H11 και H12). Όλα τα μόρια μελετήθηκαν σε εύρος συγκεντρώσεων έως 200 mg/L. Η αντιμυκητιασική ευαισθησία προσδιορίστηκε με μία τροποποιημένη μέθοδο μικροαραίωσης σε ζωμό που βασίστηκε στη μέθοδο της EUCAST (European Committee on Antimicrobial Susceptibility Testing - Broth microdilution method for yeasts, October 2023), με υποστήριξη οπτικής μικροσκοπίας και ανακαλλιεργειών σε τρυβλία Petri με Sabouraud Dextrose Agar ως θρεπτικό υλικό. Τα παράγωγα της αρτεμισινίνης δοκιμάστηκαν τόσο μεμονωμένα όσο και σε συνδυασμό με αμφοτερικίνη Β και φλουκοναζόλη, για την αξιολόγηση πιθανών συνεργιστικών δράσεων. Όλα τα υβριδικά μόρια παρουσίασαν μετρήσιμη ανασταλτική δράση έναντι τόσο προτύπων όσο και κλινικών στελεχών, συμπεριλαμβανομένων στελεχών ανθεκτικών στις αζόλες. Τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης θέτουν τις βάσεις για την περαιτέρω διερεύνηση μορίων που φέρουν τον σκελετό της αρτεμισινίνης, ως υποψήφιων καινοτόμων αντιμυκητιασικών παραγόντων, με στόχο την αποτελεσματική αντιμετώπιση ανθεκτικών ειδών Candida, και τη βελτίωση της θεραπευτικής προσέγγισης έναντι σοβαρών μυκητιάσεων.

Description

Keywords

Μυκητιάσεις, Αντιμυκητιασικά φάρμακα, Αρτεμισινίνη, Υβριδικές ενώσεις

Citation