Τμήμα Φαρμακευτικής (ΜΔΕ)

Permanent URI for this collection

Browse

Recent Submissions

Now showing 1 - 20 of 649
  • ItemOpen Access
    NMR συγκριτική μελέτη της ΗΝΟΧ επικράτειας της β1 υπομονάδας της ανθρώπινης sGC με βακτηριακές ΗΝΟΧ επικράτειες
    (2026-10-05) Αθανασίου, Βαρβάρα; Athanasiou, Varvara
    Η διαλυτή γουανυλική κυκλάση (sGC) είναι ένα από τα κύρια ένζυμα που λειτουργεί ως υποδοχέας του μονοξειδίου του αζώτου (ΝΟ) σε σχεδόν όλους τους ευκαριωτικούς οργανισμούς. Ο βιολογικός της ρόλος και η λειτουργία της εστιάζουν κυρίως στην ΗΝΟΧ επικράτεια της β1 υπομονάδας. Η ενεργή μορφή αυτής της περιοχής περιέχει ως προσθετική ομάδα την αίμη, το σύμπλοκο της πρωτοπορφυρίνης ΙX με το μεταλλικό ιόν του σιδήρου (Fe), η οποία δεσμεύει το ΝΟ και άλλα διατομικά αέρια. Ωστόσο, παραμένει ασαφές πώς η οξειδωτική κατάσταση της αίμης καθορίζει την «ενεργή» μορφή της ΗΝΟΧ και με ποιον τρόπο ρυθμίζεται η σύνδεση των διατομικών αερίων με το άτομο του σιδήρου. Η ΗΝΟΧ επικράτεια εντοπίζεται και σε προκαρυωτικούς οργανισμούς, είτε ως αυτόνομη πρωτεΐνη είτε ως μέρος μεγαλύτερων πρωτεϊνών. Οι λειτουργίες αυτών των περιοχών παρουσιάζουν αξιοσημείωτες διαφορές, οι οποίες σχετίζονται με την εξειδίκευση τους στην επιλεκτική δέσμευση συγκεκριμένων αέριων μορίων. Για την κατανόηση αυτών των διαφορών, μελετώνται τόσο οι συνθήκες έκφρασης της ΗΝΟΧ επικράτειας της ανθρώπινης sGC σε βακτηριακά συστήματα, όσο και οι ιδιότητες της ΗΝΟΧ από το βακτήριο Nostoc punctiforme. Η βακτηριακή αυτή πρωτεΐνη περιέχει κοινά αμινοξέα με αυτά της ομόλογης ανθρώπινης ΗΝΟΧ, τα οποία ενδέχεται να εξηγούν εν μέρει την επιλεκτικότητά της για συγκεκριμένα αέρια μόρια. Επιπλέον, μελετώντας τα σύμπλοκα των βακτηριακών ΗΝΟΧ με χημικές ενώσεις φαρμακευτικού ενδιαφέροντος (όπως οι ενώσεις BAY 58-2667 και BAY 60-2770, που στοχεύουν στην sGC), μπορούν να εντοπιστούν σημαντικά δομικά χαρακτηριστικά. Αυτά τα χαρακτηριστικά προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για το μηχανισμό δράσης αυτών των ενώσεων και συμβάλλουν στον σχεδιασμό νέων θεραπευτικών παραγόντων. Η παρούσα μεταπτυχιακή εργασία βασίζεται στις φυσικοχημικές και φασματοσκοπικές ιδιότητες της ΗΝΟΧ του βακτηρίου Nostoc punctiforme και αποσκοπεί στη μελέτη διαμορφωτικών μεταβολών σε κρίσιμα κοινά σημεία των επιλεγμένων πρωτεϊνών.
  • ItemOpen Access
    Ανάπτυξη καλλυντικών με αντιγηραντική δράση και αξιολόγηση της δράσης
    (2026-09-08) Μπόρση, Αθανασία; Borsi, Athanasia
    Η γήρανση του δέρματος αποτελεί μία σύνθετη και πολυπαραγοντική βιολογική διεργασία, η οποία επηρεάζεται τόσο από ενδογενείς μηχανισμούς όσο και από εξωγενείς περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως η υπεριώδης ακτινοβολία και το οξειδωτικό στρες. Κεντρικό χαρακτηριστικό της είναι η διαταραχή της ομοιόστασης της εξωκυττάριας θεμέλιας ουσίας, η οποία οδηγεί σε μειωμένη σύνθεση κολλαγόνου, αποδόμηση των δομικών πρωτεϊνών και προοδευτική απώλεια της ελαστικότητας και της λειτουργικής ακεραιότητας του δέρματος. Η ανάπτυξη καλλυντικών προϊόντων με τεκμηριωμένη αντιγηραντική δράση και αποδεδειγμένη ασφάλεια αποτελεί αντικείμενο αυξημένου επιστημονικού και τεχνολογικού ενδιαφέροντος. Σκοπός της παρούσας μεταπτυχιακής διπλωματικής εργασίας ήταν η ανάπτυξη και η φυσικοχημική και βιολογική αξιολόγηση καλλυντικών ορών με δυνητική αντιγηραντική δράση. Παρασκευάστηκαν διαφορετικά σκευάσματα, συμπεριλαμβανομένων συμβατικών και λιποσωμιακών συστημάτων μεταφοράς δραστικών συστατικών, με στόχο τη βελτίωση της σταθερότητας και της αποτελεσματικότητάς τους. Τα αναπτυχθέντα προϊόντα αξιολογήθηκαν ως προς τα ρεολογικά χαρακτηριστικά τους, το pH και τη φυσική τους σταθερότητα μέσω δοκιμής φυγοκέντρησης. Η βιολογική αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε σε καλλιέργειες ινοβλαστών, με προσδιορισμό της κυτταρικής βιωσιμότητας μέσω χρώσης με Ιώδες της Γεντιανής (Crystal Violet) και ποσοτικοποίηση της παραγωγής κολλαγόνου (Sircol collagen Assay). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα σκευάσματα παρουσίασαν ικανοποιητική φυσικοχημική σταθερότητα και διατήρησαν τιμές pH συμβατές με δερματική εφαρμογή. Δεν παρατηρήθηκε κυτταροτοξικότητα στις εξεταζόμενες συγκεντρώσεις, ενώ ορισμένα από τα σκευάσματα οδήγησαν σε αυξημένη παραγωγή κολλαγόνου σε σύγκριση με τις ομάδες ελέγχου. Συμπερασματικά, η παρούσα μελέτη υποδεικνύει ότι η ορθολογική φαρμακοτεχνική σχεδίαση και η χρήση κατάλληλων συστημάτων μεταφοράς δύνανται να συμβάλουν στην ανάπτυξη ασφαλών και αποτελεσματικών καλλυντικών προϊόντων με αντιγηραντική δράση, ενισχύοντας την επιστημονική τεκμηρίωση στον τομέα της κοσμητολογίας.
  • ItemEmbargo
    Σύνθεση νέων αμινο-υποκατεστημένων παραγώγων πρεγνενολόνης με πιθανή ανασταλτική δράση έναντι της ακετυλοχολινεστεράσης και του πολλαπλασιασμού καρκινικών κυττάρων
    (2026-09-01) Μιχαλοπούλου, Γεωργία; Michalopoulou, Georgia
    Η παρούσα μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία αφορά στη σύνθεση νέων αμινουποκατεστημένων παραγώγων της πρεγνενολόνης με πιθανή αντικαρκινική και αντιχολινεστερασική δράση. Τα στεροειδή αποτελούν μία σημαντική κατηγορία φυσικών και συνθετικών ενώσεων με ευρύ φάσμα φαρμακολογικών ιδιοτήτων, στοχευμένες τροποποιήσεις στη δομή των οποίων παρέχουν τη δυνατότητα ανάπτυξης νέων βιοδραστικών μορίων με βελτιωμένα χαρακτηριστικά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα αμινοστεροειδή, καθώς η παρουσία αμινομάδων μπορεί να ενισχύσει τις αλληλεπιδράσεις τους με βιολογικούς στόχους και να επηρεάσει ευνοϊκά τις φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές τους ιδιότητες. Στη βιβλιογραφία έχει αναφερθεί μεγάλος αριθμός στεροειδών και αμινοστεροειδών παραγώγων με αξιόλογη αντικαρκινική δράση, μέσω παρεμβολής στους μηχανισμούς του κυτταρικού πολλαπλασιασμού των καρκινικών κυττάρων. Παράλληλα, αμινοστεροειδή έχουν διερευνηθεί ως πιθανοί θεραπευτικοί παράγοντες για τη νόσο Alzheimer, λόγω της ικανότητάς τους να αλληλεπιδρούν με θεραπευτικούς στόχους, όπως η ακετυλοχολινεστεράση (AChE), αλλά και να παρεμβαίνουν στη συσσωμάτωση του β-αμυλοειδούς. Στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης πραγματοποιήθηκε η σύνθεση νέων 20S-αμινουποκατεστημένων παραγώγων της πρεγνενολόνης, ενώ διερευνήθηκε επίσης η δυνατότητα σύνθεσης C3-αμινοπαραγώγων της 20R-αμινοπρεγνενολόνης, στο πλαίσιο της ευρύτερης μελέτης της σχέσης χημικής δομής–βιολογικής δραστικότητας των συγκεκριμένων ενώσεων. Τα νέα παράγωγα σχεδιάστηκαν ώστε να φέρουν κατάλληλες υποκαταστάσεις στην C20-αμινομάδα, με στόχο την ενίσχυση των αλληλεπιδράσεών τους με πιθανούς μοριακούς στόχους. Κατά τη συνθετική πορεία διαπιστώθηκε ότι η στερεοχημεία στον C20 επηρεάζει σημαντικά τη συνθετική συμπεριφορά των παραγώγων, ενώ η 20S-αμινοπρεγνενολόνη παρουσίασε μικρότερη αντιδραστικότητα συγκριτικά με το αντίστοιχο 20R-διαστερεομερές. Τέλος, η σύνθεση των 3,20διαμινοπαραγώγων δεν επιτεύχθηκε, υποδεικνύοντας την αναγκαιότητα βελτιστοποίησης της συνθετικής πορείας. Υπολογιστικές μελέτες μοριακής προσομοίωσης πρόσδεσης των τελικών ενώσεων που συντέθηκαν στο πλαίσιο της μελέτης υποδεικνύουν ικανοποιητική αλληλεπίδραση με την AChE, ενώ σε επόμενη φάση αναμένεται να πραγματοποιηθεί η βιολογική αξιολόγησή τους, τόσο ως προς την αντιχολινεστερασική όσο και ως προς την αντικαρκινική τους δράση.
  • ItemOpen Access
    Μελέτη της μη γραμμικής δυναμικής και ρευστότητας των λιπιδικών νανοσωματιδίων : συσχέτιση των φαινομένων δυναμικής αστάθειας με την κολλοειδή σταθερότητα
    (2026-07-20) Τζιμόπουλος, Δημήτριος; Tzimopoulos, Dimitrios
    Οι νανοδομημένοι λιπιδικοί φορείς (Nanostructured Lipid Carriers, NLCs) αποτελούν δεύτερης γενιάς λιπιδικά νανοσυστήματα, ευρέως αξιοποιούμενα στη φαρμακευτική τεχνολογία και στα δερμοκαλλυντικά. Παρά τη συστηματική φυσικοχημική αξιολόγησή τους με κλασικά εργαλεία (υδροδυναμική διάμετρος, δείκτης πολυδιασποράς, ζ-δυναμικό), η μακροχρόνια εξέλιξη των ιδιοτήτων τους εμφανίζει συχνά μη γραμμικά χαρακτηριστικά που δεν περιγράφονται επαρκώς από τα κλασικά μοντέλα κολλοειδούς αστάθειας (DLVO, ωρίμανση Ostwald, κινητική Smoluchowski). Στην παρούσα εργασία, παρασκευάστηκαν NLC με τη μέθοδο θερμής τήξης και ομογενοποίησης μεσώ υπερήχησης, αποτελούμενη από στερεό λιπίδιο (υδρογονωμένο φοινικέλαιο, 2 % w/w), υγρό λιπίδιο (τριγλυκερίδια καπρυλικού/καπρικού οξέος, 1 % w/w), λεκιθίνη (2,5 % w/w), 12-υδροξυστεατική πολυαιθυλενογλυκόλη (1 % w/w), Καπρυλική προπυλενογλυκόλη (3 % w/w) και κεκαθαρμένο ύδωρ (90,5 % w/w). Τα δείγματα αποθηκεύτηκαν στους 4 °C και η κολλοειδής σταθερότητα (μέση υδροδυναμική διάμετρος - Zave, δείκτης πολυδιασποράς - PDI και ζ-δυναμικό) παρακολουθήθηκε σε έξι (6) χρονικά σημεία (ημέρες 4, 8, 15, 18, 20 και 25) με n = 180 μετρήσεις ανά χρονικό σημείο. Παρατηρήθηκε μη γραμμική χρονική εξέλιξη της υδροδυναμικής διαμέτρου: αρχική μείωση από 184,02 ± 2,24 nm (ημέρα 4) σε 160,27 ± 9,19 nm (ημέρα 8), επακόλουθη αύξηση σε 200,20 ± 3,89 nm (ημέρα 15) και 206,67 ± 3,99 nm (ημέρα 18), και τελική ύφεση στα 168,82 ± 1,72 nm (ημέρα 25). Ο δείκτης πολυδιασποράς διατηρήθηκε σταθερά κάτω του ορίου PDI < 0,30 (0,237 – 0,262), ενώ το ζ-δυναμικό παρουσίασε σταδιακή αύξηση της απόλυτης τιμής του από −61,47 ± 4,80 mV (ημέρα 4) σε −71,93 ± 5,63 mV (ημέρα 25), αρκετά πέραν του ορίου ηλεκτροστατικής σταθερότητας |ζ| > 30 mV. Η ανάλυση μη γραμμικής δυναμικής, πραγματοποιήθηκε με το λογισμικό FRACTAN 4.4 και ανέδειξε χαρακτηριστικά ντετερμινιστικού χάους χαμηλής διαστατικότητας. Συγκεκριμένα, η διάσταση συσχέτισης (correlation dimension) συνέκλινε στις τιμές ν = 2,63 (Zave ημ. 4), ν = 2,60 (Zave ημ. 25), ν = 2,59 (Pdl ημ. 4) και ν = 2,55 (Pdl ημ. 25), με ελάχιστη διάσταση εμβύθισσης (embedding dimension) mmin = 3. Όλοι οι Μέγιστοι Εκθέτες Lyapunov [Largest Lyapunov Exponents (LLE)] υπολογίστηκαν θετικοί (Zave: 0,114 → 0,210 Pdl: 0,087 → 0,390 bits/s), παρέχοντας αναμφισβήτητη ένδειξη ευαισθησίας στις αρχικές συνθήκες. Η εντροπία συσχέτισης (corre lation entropy) (K₂ ≈ 0,62 bits/s) παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη μεταξύ των δύο χρονικών σημείων, υποδεικνύοντας διατήρηση της πληροφορίας που αποδίδει ο ελκυστής (attractor). Η σύγκλιση των αποτελεσμάτων από δύο ανεξάρτητα χρονικά σημεία (ημέρα 4 και ημέρα 25) στις ίδιες τιμές ν ≈ 2,55–2,63 και mmin = 3 αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι η δυναμική του συστήματος ελέγχεται από έναν περιορισμένο αριθμό (τρεις) ενεργών βαθμών ελευθερίας, οι οποίοι αποδίδονται σε τρεις φυσικοχημικές διεργασίες: ανακρυστάλλωση της στερεής λιπιδικής φάσης, σταθεροποίηση επιφανειοδραστικών στη διεπιφάνεια και ωρίμανση Ostwald της υγρής λιπιδικής φάσης Η παρούσα εργασία αποτελεί την πρώτη εφαρμογή ανάλυσης μη γραμμικής δυναμικής σε NLCs. Επεκτείνοντας τα ευρήματα των Naziris et al. (2022) για τα λιποσώματα, η μελέτη εστιάζει πλέον σε συστήματα δεύτερης γενιάς λιπιδικών νανοφορέων και εισάγει ένα νέο, ολοκληρωμένο πλαίσιο αξιολόγησης που ξεπερνά τις προσεγγίσεις των κλασικών στατικών μετρήσεων.
  • ItemOpen Access
    Μελέτη της επίδρασης κανναβινοειδών σε πειραματόζωα : προσδιορισμός βιοχημικών δεικτών
    (2026-05-26) Φελέσκουρα, Μαρία Ελένη; Feleskoura, Maria Eleni
    Μία από τις κύριες παθοφυσιολογικές διεργασίες που υποκρύπτονται σε αρκετές ασθένειες είναι το οξειδωτικό στρες. Αυτό προκύπτει από την ανισορροπία μεταξύ της παραγωγής των αντιδραστικών ειδών του οξυγόνου (ROS) και της αντιοξειδωτικής άμυνας του οργανισμού, επηρεάζοντας έτσι τη λειτουργία των ιστών και των κυττάρων. Παράλληλα, το χολινεργικό σύστημα, με κύριους εκπροσώπους την ακετυλοχολίνη (ACh) και την ακετυλοχολινεστεράση (AChE), διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο τη ρύθμιση τόσο των περιφερικών όσο και των εγκεφαλικών διεργασιών. Τα τελευταία χρόνια, η διερεύνηση για τη σχέση μεταξύ του χολινεργικού συστήματος και του οξειδωτικού στρες έχει αυξανόμενο επιστημονικό ενδιαφέρον. Η κανναβιδιόλη (CBD) ως το κύριο μη ψυχοδραστικό φυτοκανναβινοειδές τους φυτού Cannabis Sativa, έχει κεντρίσει την προσοχή πολλών ερευνητών εξαιτίας των αντιοξειδωτικών και νευρορυθμιστικών ιδιοτήτων της. Παρ’ όλα αυτά, η επίδρασή της για τη συνδυαστική ρύθμιση της οξειδοαναγωγικής ισορροπίας και της χολινεργικής λειτουργίας, σε πολλούς ιστούς, παραμένει ακόμα υπό διερεύνηση. Η παρούσα μελέτη έχει ως στόχο την αξιολόγηση των κανναβινοειδών, πιο συγκεκριμένα της CBD, όσον αφορά τη χολινεργική δραστηριότητα και των δεικτών του οξειδωτικού στρες στους ιστούς του εγκεφάλου, της καρδιάς, του ήπατος και των πνευμόνων. Για την αξιολόγηση της αντιοξειδωτικής ικανότητας χρησιμοποιήθηκαν συγκεκριμένα η δοκιμασία DPPH, η ενεργότητα της καταλάσης (CAT), που είναι το ένζυμο για την αποτοξίνωση του υπεροξειδίου του υδρογόνου από τον οργανισμό και η ενεργότητα της ακετυλοχολινεστεράσης (AChE), που είναι το μέτρο της χολινεργικής λειτουργίας. Τα αποτελέσματα ανέδειξαν διαφοροποιήσεις στους βιοχημικούς δείκτες μεταξύ των ιστών από τα διαφορετικά όργανα, υποδηλώνοντας ότι τα κανναβινοειδή του Cannabis sativa ενδέχεται να επηρεάζουν την οξειδοαναγωγική ισορροπία αλλά και τη χολινεργική δραστηριότητα αντίστοιχα. Συνολικά, η μελέτη αυτή παρέχει πειραματικά δεδομένα όπου υποστηρίζουν τη σύνδεση μεταξύ του οξειδωτικού στρες και του χολινεργικού συστήματος. Με αυτό τον τρόπο θέτονται οι βάσεις για περαιτέρω διερεύνηση των υποκείμενων μηχανισμών δράσης της κανναβιδιόλης.
  • ItemOpen Access
    Σύνθεση και μελέτη πεπτιδίων από υδρολύματα πρωτεϊνών σπόρων καρπουζιού με αντιοξειδωτικές ιδιότητες
    (2026-07-17) Κουσκουρίδα, Δήμητρα-Ασημίνα; Kouskourida, Dimitra-Asimina
    Στη συγκεκριμένη διπλωματική εργασία επιλέχθηκε ένα φυσικό μόριο από υδρολύματα πρωτεΐνης σπόρου καρπουζιού προς σύνθεση και μελέτη. Η επιλογή του συγκεκριμένου πεπτιδίου βασίστηκε στις αντιοξειδωτικές δράσεις που αυτό εμφάνισε στη μελέτη των Wen et al. το 2020. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η μέτρηση της αντιοξειδωτικής του δράσης και ο σχεδιασμός και σύνθεση μίας σειράς αναλόγων του φυσικού πεπτιδίου, που χρησιμοποιήθηκε ως σημείο αναφοράς, προκειμένου να αυξηθεί η αντιοξειδωτική δράση. Για το σκοπό αυτό, η σύνθεση έλαβε χώρα επί της 2-χλωροτρίτυλο ρητίνης με βάση τη μεθοδολογία Fmoc/tBu. Το φυσικό πεπτίδιο συντέθηκε στο εργαστήριο και μετρήθηκε η αντιοξειδωτική του δράση με τις μεθόδους FRAP και DPPH. Έπειτα, σχεδιάστηκαν 6 ανάλογα του φυσικού μορίου με τροποποιήσεις στο Ν και C τελικό άκρο, τα οποία συντέθηκαν και μελετήθηκαν, επίσης, μέσω των μεθόδων FRAP και DPPH. Τέλος, το φυσικό μόριο και το ανάλογο με την πιο υψηλή αντιοξειδωτική δράση, μελετήθηκαν για τη σταθερότητά τους σε συνθήκες θερμοκρασίας και αυξανόμενης αλατότητας. Με βάση τα αποτελέσματα των παραπάνω αναλύσεων, τα συμπεράσματα που προκύπτουν υποδεικνύουν τα εξής : 1. Τροποποιήσεις τόσο στο Ν- όσο και στο C- τελικό άκρο επηρεάζουν σημαντικά τις ιδιότητες του φυσικού μορίου. 2. Η μείωση του μήκους της πεπτιδικής αλυσίδας οδηγεί σε αυξημένη αντιοξειδωτική δράση. 3. Η προσθήκη του καφεϊκού οξέος στο Ν-τελικό άκρο είναι κρίσιμη για την αντιοξειδωτική δράση και αποτελεί την πιο επιτυχημένη τροποποίηση που πραγματοποιήθηκε στην παρούσα διπλωματική εργασία. 4. Η προσθήκη της καρνοσίνης (β-Ala-His) στο Ν τελικό άκρο, διπεπτίδιο γνωστό για τις αντιοξειδωτικές του δράσεις, με βάση τη μέθοδο FRAP, ενώ παρουσίασε πιο αυξημένη δράση σε σχέση με το φυσικό μόριο, ήταν συγκριτικά με άλλα ανάλογα λιγότερη ενεργή. Αντίθετα, βάσει της μεθόδου DPPH, αυτή η αντικατάσταση μείωσε την αντιοξειδωτική δράση.
  • ItemOpen Access
    Προτυποποίηση μεθοδολογίας για την διάγνωση παραλλαγών στο γονίδιο ΗΒΒ που οδηγεί σε β-μεσογειακή αναιμία και δρεπανοκυτταρική αναιμία με φορητό εργαστηριακό εξοπλισμό
    (2026-06-29) Ρούτση, Ιωάννα Κωνσταντίνα; Routsi, Ioanna Konstantina
    Η β-μεσογειακή αναιμία και η δρεπανοκυτταρική αναιμία αποτελούν δύο από τις συχνότερες κληρονομικές αιμοσφαιρινοπάθειες παγκοσμίως, με σημαντικό κλινικό και κοινωνικοοικονομικό αντίκτυπο, ιδιαίτερα σε πληθυσμούς της Μεσογείου. Η έγκαιρη και αξιόπιστη μοριακή διάγνωση των παθογόνων παραλλαγών του γονιδίου HBB είναι καθοριστικής σημασίας για την επιβεβαίωση της διάγνωσης, τον προγεννητικό έλεγχο, τη γενετική συμβουλευτική και τη βελτιστοποίηση της κλινικής διαχείρισης των ασθενών. Τα τελευταία χρόνια, η ανάπτυξη φορητών εργαστηριακών συστημάτων μοριακής βιολογίας έχει δημιουργήσει νέες δυνατότητες για την πραγματοποίηση γενετικών αναλύσεων εκτός εξειδικευμένων εργαστηρίων, διευκολύνοντας την πρόσβαση σε διαγνωστικές υπηρεσίες ακόμη και σε περιοχές με περιορισμένες υποδομές. Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η προτυποποίηση μιας αξιόπιστης και λειτουργικής μεθοδολογίας για την ανίχνευση παραλλαγών του γονιδίου HBB με τη χρήση φορητού εργαστηριακού εξοπλισμού, καθώς και η συγκριτική αξιολόγηση δύο διαφορετικών φορητών πλατφορμών μοριακής διάγνωσης. Στο πλαίσιο της μελέτης αναλύθηκαν δύο κλινικά σημαντικές παραλλαγές του γονιδίου HBB. Η πρώτη ήταν η μετάλλαξη IVS-I-110 (G>A), μία από τις συχνότερες αιτίες β-μεσογειακής αναιμίας στον ελληνικό και ευρύτερα μεσογειακό πληθυσμό. Η δεύτερη ήταν η μετάλλαξη HbS (rs334), η οποία αποτελεί τη μοριακή βάση της δρεπανοκυτταρικής αναιμίας. Για την ανίχνευση των παραλλαγών εφαρμόστηκε η τεχνική ARMS-PCR, η οποία επιτρέπει τη στοχευμένη διάκριση φυσιολογικών και μεταλλαγμένων αλληλομόρφων με υψηλή ειδικότητα. Για την προτυποποίηση και αξιολόγηση της μεθόδου χρησιμοποιήθηκαν δείγματα DNA από ασθενείς με β-μεσογειακή αναιμία, ασθενείς με μικροδρεπανοκυτταρικό φαινότυπο και υγιή άτομα. Αρχικά, αξιοποιήθηκαν δείγματα γνωστού γονοτύπου, επιβεβαιωμένου με αλληλούχιση DNA, τα οποία περιλάμβαναν ομόζυγους, ετερόζυγους και φυσιολογικούς φορείς των δύο εξεταζόμενων παραλλαγών. Στη συνέχεια, αναλύθηκε μεγαλύτερος αριθμός δειγμάτων άγνωστου γονοτύπου, με στόχο τη γονοτυπική τους ταξινόμηση ως φυσιολογικών, ετερόζυγων ή ομόζυγων για τις αντίστοιχες μεταλλάξεις. Τέλος, πραγματοποιήθηκε συγκριτική αξιολόγηση των φορητών συσκευών BentoLab και PortaGen ως προς την απόδοσή τους στη γονοτύπηση της παραλλαγής IVS-I-110. Τα αποτελέσματα ανέδειξαν πολύ υψηλό βαθμό συμφωνίας μεταξύ των δύο συστημάτων, με τις περισσότερες γονοτυπικές ταξινομήσεις να είναι ταυτόσημες και τις αποκλίσεις να περιορίζονται σε μικρό αριθμό δειγμάτων. Συνολικά, τα ευρήματα υποστηρίζουν ότι και οι δύο φορητές πλατφόρμες μπορούν να χρησιμοποιηθούν αξιόπιστα για τη μοριακή διάγνωση παραλλαγών του γονιδίου HBB, επιβεβαιώνοντας τη δυνατότητα εφαρμογής φορητών τεχνολογιών στη γενετική ανάλυση αιμοσφαιρινοπαθειών και συμβάλλοντας στην ανάπτυξη προσβάσιμων και ευέλικτων διαγνωστικών προσεγγίσεων.
  • ItemOpen Access
    Vectorization of cyclosporin-A for the intranasal treatment of glioblastoma
    (2024-07-04) Edem, Sifon; Edem, Sifon
    In this work, CsA-loaded lipid nanocapsules were successfully prepared by the phase-inversion temperature method for the treatment of glioblastoma. Monodispersed nanocapsules (PDI < 0.2), negative zeta potentials and successful modification of our nanocapsules with chitosan to promote mucoadhesion was achieved. Storage stability studies showed that nanocapsules were stable over 2 to 3 months of storage at 40C. In vitro cytotoxicity studies revealed superior inhibition of cell viability by encapsulated LNCs over free CsA in adherent glioblastoma cell. However, lower toxicity was induced by CsA-LNCs compared to the free CsA in gliospheres. Lastly, internalization studies further confirmed the cytotoxicity results by elucidating the efficient uptake of LNCs by adherent cells and not gliospheres. Overall, our results indicate the potential of CsA-LNCs in glioblastoma treatment but there is a need to optimize the formulation to achieve higher efficacy in glioblastoma stem cells.
  • ItemOpen Access
    Nanoemulsions for targeted photodynamic therapy in gynecological carcinomas
    (2024-07-04) Vásquez Miño, María Emilia; Vásquez Miño, María Emilia
    Each year more than 239.000 women are diagnosed with ovarian cancer, which causes an average of 152.000 deaths. The reason behind these ciphers relies on the delay of diagnosis, where the symptoms can overlap with other conditions. These factors had led to diagnose women and advanced stages. Nowadays the treatments include primary surgery and adjuvant chemotherapy. As consequence of the use of chemotherapy, patients suffer several side effects that affect to their quality of life. To reduce the aforementioned negative side effects, the use of drug delivery systems is being highly exploited. The present work proposes the use of oil in water Nanoemulsions obtained by spontaneous emulsification as a drug delivery system. Instead of encapsulating the commonly used chemotherapies agents, this approach proposes the use of verteporfin, a photosensitizer molecule that under light activation can cause cell damage leading to cell death. These types of molecules are used for the so-called photodynamic therapy. Verteporfin has a hydrophobic nature, since our Nanoemulsions present an oleic core we were able to encapsulate different concentration of Verteporfin. The size, zeta potential, PDI and zeta potential were measured to characterise our NEs and the morphology was characterised by Scanning Transmission electron microscopy. The stability of the formulation was followed in order to analyse the best storage conditions. In vitro studies included internalisation of the formulations in the cells and cytotoxicity assays. The safe concentration of NEs-VP that do not result in cell toxicity. The studies were performed in two ovarian cancer cell lines, SKOV-3 and OV-90.
  • ItemOpen Access
    Design and development of small diameter electrospun vascular grafts with antimicrobial drug
    (2021-07-07) Priusha, Ravipati; Priusha, Ravipati
    Small diameter vascular grafts with diameter less than 6mm developed for vascular surgeries often fail to enter the market or be translated to the clinics due to thrombosis, compliance mismatch, lower patency rates compared to autologous veins or arteries and due to risk of infections after graft implantation. Apart from this, most of the research groups trying to develop small diameter vascular grafts often show the superiority of their graft properties to the commercially available synthetic vascular grafts, Dacron and ePTFE which often fail at replacing small diameter blood vessels, rather than focusing more on obtaining close to native blood vessel properties. In our work, we focused on designing and developing vascular grafts to mimic radial artery (which has clinically shown higher patency rates compared to other gold standard autologous saphenous vein that is used for replacing small diameter blood vessels). We designed and developed vascular grafts of internal diameter 2.6 mm and of wall thickness 291μm by electrospinning PLGA polymer solution and collecting the fibres onto a rotating 2.5mm metal rod. We identified the most influencing material and electrospinning parameters using the Plackett and Burman screening design of experiment strategy that guided us to obtain fibres with diameter less than 1μm through electrospinning approach and to obtain desired porosity variation within the inner and outer layers of the graft. We obtained very hydrophobic tobramycin loaded grafts and assessed their mechanical properties and found that thickness of the graft and the water content of the graft strongly influence the mechanical properties of the grafts such as % elongation at break, Ultimate tensile strength and Youngs modulus which further influence the burst pressure and the compliance of the grafts. We produced PLGA based grafts with very high burst pressures of around 10000 mmHg but with very low compliance of 0.002 %/100mm Hg which renders its inapplicability for vascular surgeries. The findings of this study suggests that further modifications or improvements are necessary to obtain vascular grafts with desired mechanical properties. We reduced graft hydrophobicity and improved cell attachment and growth by functionalizing the graft with Poly-L-lysine thus laying a ground work for further investigation and design of suitable high performing grafts.
  • ItemOpen Access
    The assessment of the therapeutic efficacy of brain-targeted nanomedicines in the treatment of glioblastoma
    (2023-07-11) Awad, Seem; Awad, Seem
    Glioblastoma (GBM) is a highly aggressive brain cancer with limited treatment options and poor patient prognosis. The current standard-of-care therapy using orally administered temozolomide (TMZ) has shown strong limitations, emphasizing the compelling need for novel therapeutic interventions. A possible chemotherapeutic alternative is docetaxel (DTX), which possesses higher tumoricidal potency against GBM cells compared to TMZ. However, the suboptimal solubility and poor blood-brain barrier (BBB) permeability of DTX render its use limited. Nanomedicine-based drug delivery systems offer a promising approach to overcome these challenges. Angiopep-2 (ANG2) is a peptide that targets the highly expressed LRP-1 receptors found in both the GBM cells and BBB endothelial cells. In this work we managed to develop two dual-targeted ANG2-fucntionalized nanocarriers; lipid nanocapsules (LNCs) and zein nanoparticles (ZNPs), PEGylated for intravenous delivery. We successfully loaded DTX into both nanocarriers. The functionalized ZNPs and LNCs demonstrated relatively monodispersed population of sizes <100nm indicating high suitability for crossing the BBB through receptor-mediated transcytosis. We were successful at covalently ligating zein to PEG and functionalizing it with ANG2 prior to formulation to retain high encapsulation yields of ZNPs (EE%>60%). We also managed to optimize the PEGylation of LNCs through adsorption functionalization and retained 40% EE compared to 0% EE using covalent functionalization. In vitro cytotoxicity studies demonstrated the superior efficacy of functionalized ZNPs in reducing tumor cell metabolic activity over extended period of times and at higher concentrations compared to non-functionalized counterparts. The permeability of PEGylated and functionalized ZNPs across the BBB monolayer was also showcased over a period of 24 h. Further uptake, cytotoxicity and permeability studies for both nanoparticles are ought to be performed to complement the therapeutic efficacy of these nanoparticles prior to clinical translation.
  • ItemOpen Access
    Formulation development of antibiotic lipid nanoparticles
    (2020-07-17) Euan Martínez, Arlen Aurora; Euan Martínez, Arlen Aurora
    Lipid nanoparticles (LNPs) are colloidal carriers that can be used for a wide range of therapeutic applications. LNPs have low toxicity, enhanced cellular uptake, and prolonged drug release in comparison with liposomes. Production of LNPs in the laboratory has been reported, but the production methods must be suitable for the clinical translation and the eventual reach to the market.The project focuses on the production of lipid nanoparticles loaded with antibiotics for its incorporation in a bioengineered human skin for wound therapy. The main objective is the GMP production of the nanoparticles following a QbD approach to increase the antibiotic stability and activity and to decrease its toxicity. The nanoparticles are composed of the antibiotic, a combination of lipids, and a surfactant. Surfactants used were sodium dodecyl sulfate, stearic acid, and myristic acid sodium salt. The production of the nanoparticles is performed using the microfluidics system NanoAssemblrTM. Tobramycin was the chosen antibiotic for its effectivity against microorganisms present in burn wounds, since it is water-soluble a hydrophobic ion-pair step with a surfactant is added to modify its solubility. The LNPs are purified using Tangential Flow Filtration and sterilized by filtration to obtain a sterilized suspension.Formulations of nanoparticles using different surfactants were prepared. The characterization was focused on the particle size, morphology, and cytotoxicity. Particle size and polydispersity index were measured using Dynamic Light Scattering. Images of the LNPs were obtained by Cryo-Electron Microscopy. Size evaluation exhibited that formulations are size appropriate (<200 nm) and stable for a period of 30 days. Cryo-EM microscopy checks the particle size and the encapsulation of the antibiotic. Results confirmed that microfluidics is a one-step manufacturing process for nanopharmaceuticals that provide reliable, scalable, and reproducible results.
  • ItemOpen Access
    Preparation and characterisation of DDA (dimethyl dioctadecyl ammonium) mRNA LNPs
    (2024-07-03) Oluwafunke, Obembe; Oluwafunke, Obembe
    Effective delivery systems are imperative to harness the potential of mRNA therapeutics, ensuring stability, cellular uptake, and mRNA release. Lipid nanoparticles (LNPs) have shown promise as delivery vehicles, notably in mRNA vaccines against COVID-19. This research aims to develop efficient LNPs for mRNA delivery using a cationic lipid, dimethyl diocta decyl ammonium (DDA) as a positive cytotoxic control to be used in in vitro assays. LNPs were formulated with microfluidics, starting with the design of experiments and response surface methodology to optimise the critical process parameters, including the total flow rate, lipid concentration, and lipid molar ratio. The optimised DDA-LNPs contained 5 mg/ml of lipid solution with a molar ratio of 10:45:43.5:1.5 forDSPC:CHOL:DDA:PEG and a TFR of 1400 μl/min. Characterization involved assessing physicochemical properties using techniques such as dynamic light scattering (DLS), tunable resistive pulse sensing (TRPS), and nanoparticle tracking analysis (NTA) to characterise the obtained LNPs. Additionally, 2 fluorescent cholesterols, DHE(dehydroergosterol) and 25-NBD cholesterol, were incorporated into the LNP structure for future cell internalisation tracking studies. Preliminary results indicated the obtained size distribution aligned with the goal of size around 200 nm and polydispersity index PDI<0.3. A high concentration of nanoparticles was observed. Encapsulation of pDNA and mRNA was carried out and we observed 11 and 60% encapsulation efficiency,respectively. The results indicate that DDA-based LNPs show promise for mRNA delivery, with notable findings in stability. This study contributes to the optimization of safer and more effective mRNA delivery systems.
  • ItemEmbargo
    Development, characterization and cellular evaluation of mRNA-LNPs for single co-delivery of mRNA encoding immunomodulatory and reporter proteins
    (2025-06-23) López López, Alice Montserrat; López López, Alice Montserrat
    mRNA-based therapies encoding immunotherapeutic proteins have emerged as a potential for cancer treatment, with advantages such as transient protein expression and potential to encode multiple therapeutic targets. Lipid nanoparticles (LNPs) are the most popular carrier of mRNA due to the success of COVID-19 vaccines. This study focuses on the formulation and in vitro evaluation of an LNP system designed for co-delivery of mRNA encoding the immunostimulatory interleukin-12 (IL-12), in combination with reporter mRNAs, with the aim of enabling combinatory immunotherapies for gastric cancer. Initially, LNPs encapsulating individual mRNAs (mFLuc, eGFP, mCherry and mIL-12) were tested. All formulations showed successful protein expression. Subsequently, the capacity of LNPs to co-encapsulate two different mRNAs was tested with the marker proteins eGFP and mCherry. Co-expression was observed at single-cell level through confocal microscopy and flow cytometry in both HEK293 and NCI-N87 cells, a gastric cancer cell line. This finding supported the feasibility of dual protein expression from a single LNP formulation. Finally, the co-encapsulation of IL-12 and eGFP mRNA was tested in NCI-N87 cells. ELISA quantification of IL-12 secretion by co-encapsulated LNPs demonstrated that the presence of a second mRNA does not compromise the expression of the cytokine. These findings demonstrate the feasibility of co-encapsulating mRNA encoding for immunomodulatory proteins in a single formulation, supporting its potential application in combinatory mRNA-based immunotherapy for gastric cancer. Future studies should focus on in vivo validation, exploration of cytokine synergy and evaluation of therapeutic efficiency in relevant models.
  • ItemOpen Access
    Παρακολούθηση του μεταβολισμού προκαρυωτικών κυττάρων E. coli, μέσω NMR, για την βέλτιστη απόδοση σε ανασυνδυασμένη πρωτεΐνη
    (2026-06-24) Βιδάλη, Ελισσάβετ Ανδριανή; Vidali, Elissavet Andriani
    Από την ανακάλυψη του ανασυνδυασμού του DNA και ύστερα, το τοπίο της Βιοτεχνολογίας άλλαξε δραματικά. Πλέον έχει εγκαταλειφθεί σχεδόν πλήρως, ο μέχρι πρότινος απαραίτητος και επίπονος τρόπος της συλλογής πρωτεϊνών από τις φυσικές τους πηγές. Με τις δυνατότητες που προσφέρει ο ανασυνδυασμός μπορούμε να παράγουμε σε εργαστηριακό επίπεδο, πληθώρα των φυσικά απαντώμενων πρωτεϊνών, οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν και σε δομικές μελέτες για την αποσαφήνιση των τρισδιάστατων δομών των πρωτεϊνών. Το συχνότερα χρησιμοποιούμενο μικροβιακό σύστημα έκφρασης είναι το βακτήριο Escherichia coli. Η παραγωγή ανασυνδυασμένων πρωτεϊνών επάγει μια πληθώρα αλλαγών στην κυτταρική φυσιολογία. Το σύνολο των επιπτώσεων αυτών ονομάζεται μεταβολική επιβάρυνση και συνήθως ανιχνεύεται από την αναστολή της ανάπτυξης των βακτηρίων καθώς και από την αύξηση της έκκρισης οξικού οξέος. Οι κυτταρικές αποκρίσεις που συνιστούν τη μεταβολική επιβάρυνση έχουν ως συνέπεια τη μείωση της απόδοσης της καλλιέργειας στην ορθά αναδιπλωμένη και διαλυτή πρωτεΐνη. Η ένταση του φαινομένου της μεταβολικής επιβάρυνσης είναι δυνατό να εξισορροπηθεί με την βελτιστοποίηση διαφόρων παραμέτρων της καλλιεργητικής διαδικασίας. Η βελτιστοποίηση αυτή, καθίσταται αποτελεσματική αν είναι στοχευμένη και καθοδηγούμενη από τις εκάστοτε ανάγκες τις καλλιέργειας. Το τρέχον τοπίο παρακολούθησης καλλιεργειών εστιάζει στον έλεγχο μεμονωμένων παραμέτρων, αγνοώντας τη συνολική εικόνα του συστήματος. Αυτή η ολιστική διερεύνηση του κυτταρικού φαινοτύπου μπορεί να επιτευχθεί μέσω της προσέγγισης της μεταβολομικής ανάλυσης. Στην μεταβολομική, το σύνολο των μεταβολιτών εξετάζεται, ώστε να εξαχθούν συμπεράσματα για την φυσιολογία του κυττάρου κάποια χρονική στιγμή. Με την χρήση τεχνικών όπως η Φασματοσκοπία Πυρηνικού Μαγνητικού Συντονισμού (NMR), η αποτύπωση πληθώρας μεταβολιτών σε ένα φάσμα προσδίδει στην μεταβολομική, την ικανότητα της ανάλυσης πολύπλοκων δειγμάτων. Στη συγκεκριμένη μελέτη, παρακολουθήθηκε ο μεταβολισμός βακτηρίων E.coli και συγκεκριμένα της κυτταρικής σειράς BL21 Express σε καλλιέργειες ελαχίστων μέσων, για την έκφραση μέρους της πρωτεϊνικής επικράτειας Macro 2, με την χρήση της μεταβολομικής. Οι καλλιέργειες αυτές πραγματοποιήθηκαν βάσει ενός πρωτοκόλλου δοκιμής έκφρασης της συγκεκριμένης πρωτεΐνης, από τις οποίες λήφθηκαν δείγματα σε επτά χρονικά σημεία, που καλύπτουν το εύρος της ανάπτυξης των βακτηριακών κυττάρων από τον εμβολιασμό των καλλιεργειών με τις αντίστοιχες προκαλλιέργειες, έως και δεκαέξι ώρες μετά την επαγωγή της έκφρασης. Για τα χρονικά σημεία μετά την επαγωγή της έκφρασης, λήφθηκαν δείγματα από δύο θερμοκρασίες ανάπτυξης. Από κάθε δείγμα κυτταροκαλλιέργειας αναλύθηκε ξεχωριστά το εξωκυττάριο διάλυμα και το εκχύλισμα των ενδοκυτταρικών μεταβολιτών, μέσω της Φασματοσκοπίας NMR. Η στατιστική ανάλυση που ακολούθησε για τα δεδομένα που προέκυψαν από την ανάλυση των εξωκυττάριων μεταβολιτών, είχε ως στόχο την ανάδειξη σημαντικών μεταβολικών διαφοροποιήσεων των χρονικών σημείων της καλλιέργειας, όπως και των δύο θερμοκρασιών ανάπτυξης. Επιχειρήθηκε η συσχέτιση αυτών των μεταβολικών διαφοροποιήσεων με βιβλιογραφικά δεδομένα σχετικά με την μεταβολική επιβάρυνση στο κύτταρο ξενιστή κατά την παραγωγή ανασυνδυασμένων πρωτεϊνών, αλλά και με τα επίπεδα έκφρασης της πρωτεΐνης, όπως αυτά εκτιμήθηκαν με την χρήση της ηλεκτροφόρησης πρωτεϊνών σε αποδιατακτικές συνθήκες (SDS-PAGE).
  • ItemOpen Access
    Ενσωμάτωση κηραμιδίων σε λιπιδικά νανοσωματίδια για τοπική εφαρμογή
    (2026-06-16) Προμπονά, Ιωάννα; Prompona, Ioanna
    Η ενσωμάτωση βιοδραστικών λιποδιαλυτών μορίων σε νανοδομημένα συστήματα μεταφοράς αποτελεί σημαντική στρατηγική για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και της σταθερότητας συστημάτων με εφαρμογές στα καλλυντικά και τα φαρμακευτικά προϊόντα. Στην παρούσα εργασία πραγματοποιήθηκε η ανάπτυξη και αξιολόγηση νανοδομημένων λιπιδικών φορέων (Nanostructured Lipid Carriers, NLCs) για την ενσωμάτωση κηραμιδίων, με στόχο την ενίσχυση της δερματικής τους διείσδυσης και την εξασφάλιση φυσικοχημικής σταθερότητας υπό διαφορετικές συνθήκες αποθήκευσης. Τα κηραμίδια αποτελούν μόρια με σημαντική βιολογική σημασία για τη διατήρηση της ακεραιότητας του δερματικού φραγμού και χρησιμοποιούνται ευρέως σε καλλυντικά και φαρμακοτεχνικά προϊόντα. Η παρασκευή των NLCs πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο της υπερηχητικής γαλακτωματοποίησης υψηλής ενέργειας. Τα παρασκευασθέντα συστήματα αξιολογήθηκαν ως προς τα βασικά φυσικοχημικά χαρακτηριστικά τους με χρήση δυναμικής σκέδασης φωτός (DLS), μέσω προσδιορισμού του μέσου υδροδυναμικού μεγέθους, του δείκτη πολυδιασποράς (PDI) και του ζ-δυναμικού. Η ποσοτική ανάλυση των κηραμιδίων στο λιπιδικό σύστημα πραγματοποιήθηκε με αέρια χρωματογραφία με ανιχνευτή ιονισμού φλόγας (GC-FID). Επιπλέον, διεξήχθη μελέτη σταθερότητας των νανοσωματιδίων σε διαφορετικές θερμοκρασιακές συνθήκες (4°C, 25°C και 40°C) για χρονικό διάστημα 30 ημερών. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η παρουσία των κηραμιδίων επηρεάζει τα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά των NLCs, χωρίς να υποβαθμίζεται η ομοιογένεια της διασποράς, όπως προκύπτει από τις χαμηλές τιμές PDI και τις αρνητικές τιμές του ζ δυναμικού. Τα νανοσυστήματα παρουσίασαν ικανοποιητική φυσικοχημική σταθερότητα στις συνθήκες αποθήκευσης 4°C και 25°C, ενώ οι μεταβολές που παρατηρήθηκαν σε συνθήκες αυξημένης θερμοκρασίας αποδίδονται σε θερμικά επαγόμενες αναδιατάξεις της λιπιδικής μήτρας. Συνολικά, το προτεινόμενο σύστημα νανοδομημένων λιπιδικών φορέων παρουσιάζει αξιόλογες προοπτικές ως φορέας κηραμιδίων για εφαρμογές τοπικής χορήγησης σε καλλυντικά και δερματολογικά προϊόντα, προσφέροντας κατάλληλα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά και ικανοποιητική σταθερότητα. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η ενσωμάτωση κηραμιδίων σε νανοδομημένους λιπιδικούς φορείς (NLCs) και η αξιολόγηση της φυσικοχημικής τους σταθερότητας υπό διαφορετικές συνθήκες αποθήκευσης. Η ενσωμάτωση των κηραμιδίων πραγματοποιήθηκε με χρήση υπερήχων υψηλής ενέργειας, ενώ ο χαρακτηρισμός των σωματιδίων έγινε μέσω δυναμικής σκέδασης φωτός (DLS) για τον προσδιορισμό του μεγέθους, του δείκτη πολυδιασποράς (PDI) και του ζ-δυναμικού. Για τον ποσοτικό προσδιορισμό της ενσωμάτωσης των κηραμιδίων στο λιπιδικό σύστημα, χρησιμοποιήθηκε ανάλυση αερίου χρωματογραφίας (GC-FID). Τα σκευάσματα αποθηκεύτηκαν σε διάφορες θερμοκρασίες (π.χ. 4°C, 25°C και 40°C) για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, και παρακολουθήθηκαν τυχόν μεταβολές στα χαρακτηριστικά των νανοσωματιδίων. Τα αποτελέσματα έδειξαν επιτυχή ενσωμάτωση των κηραμιδίων, καθώς και κατάλληλα μεγέθη και τιμές ζ-δυναμικού, συμβατά με εφαρμογές τοπικής χορήγησης. Συνολικά, το προτεινόμενο σύστημα NLC παρουσιάζει σημαντικές προοπτικές ως φορέας κηραμιδίων για δερματικές ή καλλυντικές εφαρμογές.
  • ItemOpen Access
    Ανάλυση μεταβολικού προφίλ γυναικών με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών μέσω φασματοσκοπίας NMR
    (2026-06-10) Τσατσαρώνη, Μαρία Δέσποινα; Tsatsaroni, Maria Despina
    Το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών (PolyCystic Ovaries Syndrome, PCOS) αποτελεί τη συχνότερη ενδοκρινική νόσο σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Δεδομένων των ετερογενών εκφάνσεων του συνδρόμου και της απουσίας ενός ενιαίου παθογνωμονικού ευρήματος, ικανού να αντικατοπτρίσει συνολικά το PCOS, η διάγνωση προσανατολίζεται στη συνύπαρξη κλινικών ευρημάτων, αποκλείοντας άλλες νόσους με παρόμοια κλινική εικόνα. Ως εκ τούτου, παρά τον υψηλό επιπολασμό του στο γυναικείο πληθυσμό, το σύνδρομο υποδιαγιγνώσκεται, ενώ οι υποκείμενοι παθογενετικοί μηχανισμοί παραμένουν, επί του παρόντος, άγνωστοι. Παρ’ ότι το σύνδρομο διαχρονικά έχει περιγραφεί ως αναπαραγωγική διαταραχή, τα τελευταία χρόνια, η βιβλιογραφία έχει αναγνωρίσει πως οι γυναίκες με PCOS εμφανίζουν, σε μεγαλύτερη συχνότητα, συγκριτικά με το γενικό πληθυσμό, καρδιομεταβολικές επιπτώσεις, όπως ινσουλινοαντίσταση, δυσλιπιδαιμία και κοιλιακή παχυσαρκία. Κατά συνέπεια, οι γυναίκες αυτές, παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών παθήσεων, όπως σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ, αρτηριακή υπέρταση και καρδιαγγειακή νόσο. Ο υπερανδρογονισμός συνδέεται στενά με την ινσουλινοαντίσταση και με τον αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο, εντούτοις, σε μηχανιστικό επίπεδο ο ρόλος του παραμένει ασαφής. Η μεταβολομική ως ένα ανερχόμενο πεδίο της συστημικής βιολογίας, παρέχει πληροφορίες για τις βιοχημικές διεργασίες που τελούνται ανά πάσα στιγμή στο υπό μελέτη σύστημα. Μέσω της ολοκληρωμένης ανάλυσης των μεταβολιτών στα διάφορα βιολογικά δείγματα, δύναται να καταγράψει τις αποκλίσεις του μεταβολισμού σε παθολογικές καταστάσεις και να αναδείξει αξιόπιστους βιοδείκτες που θα αποτελέσουν εφαλτήριο για την πρόληψη, τη διάγνωση και τη διαχείριση των παθολογιών. Αυτό καθίσταται εφικτό, μέσω της χρήσης προηγμένων αναλυτικών τεχνικών, όπως η φασματοσκοπία NMR, η οποία αποτελεί μια μη καταστρεπτική αναλυτική τεχνική, υψηλής ευαισθησίας και εξαιρετικής επαναληψιμότητας, επιτρέποντας αναλύσεις ακρίβειας σε σύντομο χρονικό διάστημα. Κατά την παρούσα διπλωματική εργασία μελετήθηκε το μεταβολικό προφίλ υπερανδρογοναιμικών γυναικών με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, αξιοποιώντας τη φασματοσκοπία NMR. Η εργασία περιέλαβε τη μελέτη δειγμάτων ούρων γυναικών με το σύνδρομο και τη σύγκριση τους με δείγματα, τα οποία έχουν ληφθεί από υγιείς γυναίκες. Για το σκοπό αυτό, συλλέχθηκαν συνολικά 55 δείγματα ούρων, κατά την 1η φάση του κύκλου (1η-4η ημέρα), τα οποία, αναλύθηκαν στον Φασματογράφο NMR, όπου λήφθηκαν τα φασματικά δεδομένα, στα οποία έγινε η ταυτοποίηση 59 μεταβολιτών. Ακολούθως τα μονοδιάστατα 1H NOESY φάσματα, αξιοποιήθηκαν για την πολυμεταβλητή και μονομεταβλητή στατιστική ανάλυση. Η εφαρμογή της πολυμεταβλητής στατιστικής ανάλυσης και ειδικότερα, η PLS-DA, ανέδειξε τάσεις διαφοροποίησης σε συγκεκριμένους μεταβολίτες μεταξύ των υπό μελέτη ομάδων. Συγκεκριμένα, στα δείγματα ούρων των υπερανδρογοναιμικών γυναικών, εντοπίστηκαν σχετικά χαμηλότερα επίπεδα ιππουρικού οξέος και 3-υδροξυμανδελικού οξέος, καθώς και υψηλότερα επίπεδα κρεατινίνης και κιτρικού οξέος, συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου. Η επιλογή των μεταβολιτών, έγινε με βάση τα VIP scores, ενώ η μονομεταβλητή στατιστική ανάλυση δεν απέδωσε στατιστικά σημαντικές διαφορές ανάμεσα στους μεταβολίτες που ελέγχθηκαν. Στην περίπτωση του ιππουρικού οξέος, ο μη παραμετρικός στατιστικός έλεγχος, SAM, επιβεβαίωσε τα ανωτέρω ευρήματα, εντοπίζοντας χαμηλότερα επίπεδα του εν λόγω μεταβολίτη (p-value= 0.001), στην ομάδα PCOS. Επιπλέον, 45 από τα δείγματα του πληθυσμού, κατηγοριοποιήθηκαν σε τέσσερις υποομάδες, σύμφωνα με τις τιμές της ταχύτητας ροής σφυγμικού κύματος (Pulse Wave Velocity, PWV), η οποία συνιστά κλινικό δείκτη αρτηριακής σκληρίας και ακολούθησε εκ νέου σύγκριση. Η συγκεκριμένη ανάλυση, διεξήχθη, διερευνητικά, με στόχο την εύρεση μεταβολιτών που ενδεχομένως αποτελούν πρώιμους δείκτες αυξημένου καρδιαγγειακού κινδύνου. Η δεύτερη σύγκριση δεν απέδωσε διαφοροποιημένο μεταβολικό προφίλ μεταξύ των ομάδων, μολονότι ορισμένοι μεταβολίτες επέδειξαν τάση διαφοροποίησης, μέσω πολυμεταβλητής στατιστικής ανάλυσης. Τέλος, πραγματοποιήθηκε βιβλιογραφική ανασκόπηση για κάθε μεταβολίτη, που παρουσίασε τάση διαφοροποίησης στις επιμέρους ομάδες, και μελετήθηκε η πιθανή συσχέτιση τους, με το σύνδρομο και με τις καρδιομεταβολικές επιπτώσεις του.
  • ItemOpen Access
    Ανάπτυξη τοπικών μορφών εκχυλίσματος cistus creticus και εκτίμηση της αντιοξειδωτικής τους δράσης
    (2026-05-13) Πέγιου, Μαριάνθη; Pegiou, Marianthi
    Η παρούσα μελέτη αφορά την παρασκευή και αξιολόγηση υδροπηκτών Carbopol και Υδροξυαιθυλοκυτταρίνης που περιέχουν εκχύλισμα Cistus Creticus. Οι υδροπηκτές παρασκευάστηκαν υπό ήπιες συνθήκες, με διασφάλιση ομοιογενούς ενσωμάτωσης του εκχυλίσματος. Η υδροπηκτή Carbopol παρουσίασε υψηλό ιξώδες και διαύγεια, ενώ η υδροπηκτή Υδροξυαιθυλοκυτταρίνης ήταν ελαφρώς αδιαφανής και πιο λεπτόρρευστη. Ρεολογικά, και οι δύο υδροπηκτές εμφάνισαν ψευδοπλαστική συμπεριφορά, με μείωση του ιξώδους υπό αυξημένο ρυθμό διάτμησης. Η Carbopol ήταν σταθερή και ανθεκτική σε μηχανική καταπόνηση, ενώ η Υδροξυαιθυλοκυτταρίνη παρουσίασε θιξοτροπική συμπεριφορά, με μερική αποδόμηση που αποκαθίσταται αργά. Οι in vitro μελέτες απελευθέρωσης εκχυλίσματος έδειξαν παρατεταμένη απελευθέρωση >24 ώρες. Η κινητική προσαρμογή στα μαθηματικά μοντέλα έδειξε ότι η απελευθέρωση ελέγχεται κυρίως από τη διάχυση. Η αντιοξειδωτική δράση αξιολογήθηκε με τις μεθόδους DPPH και FRAP, καθώς και με τον προσδιορισμό ολικών φαινολικών (Folin-Ciocâlteu). Η ενσωμάτωση του εκχυλίσματος αύξησε σημαντικά την αντιοξειδωτική ικανότητα των υδροπηκτών. Πραγματοποιήθηκε επίσης in vitro μελέτη διαπερατότητας, η οποία έδειξε ότι το εκχύλισμα δεν διαπερνά την τεχνητή μεμβράνη, υποδεικνύοντας ασφάλεια για μελλοντική χρήση σε τοπικά καλλυντικά προϊόντα.
  • ItemEmbargo
    Νέα υβριδικά μόρια αρτεμισινινών-φλουκοναζόλης με πιθανή αντιμυκητιακή δράση
    (2026-04-24) Μπαντίκη, Άρτεμις; Bantiki, Artemis
    Οι διεισδυτικές μυκητιασικές λοιμώξεις αποτελούν σοβαρή απειλή για τη δημόσια υγεία, ιδίως σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς. Η αυξανόμενη εμφάνιση ανθεκτικών στελεχών, σε συνδυασμό με την περιορισμένη ανάπτυξη νέων αντιμυκητιασικών φαρμάκων, καθιστούν επιτακτική την ανάγκη για ανακάλυψη καινοτόμων θεραπευτικών προσεγγίσεων. Η παρούσα διπλωματική εργασία επικεντρώνεται στον σχεδιασμό, τη σύνθεση και την αξιολόγηση νέων υβριδικών ενώσεων που συνδυάζουν τις φαρμακοφόρες δομές της αρτεμισινίνης και της φλουκοναζόλης, εφαρμόζοντας την στρατηγική του μοριακού υβριδισμού, για τη ενίσχυση της αντιμυκητιασικής δραστικότητας και την πιθανή αντιμετώπιση της υπάρχουσας φαρμακευτικής ανθεκτικότητας. Στo πλαίσιo της παρούσας μελέτης, συντέθηκε μια σειρά νέων υβριδικών ενώσεων, μέσω δύο διακριτών συνθετικών προσεγγίσεων, της αμιδικής σύζευξης και της κυκλοπροσθήκης τύπου click (CuAAC), προκειμένου να διερευνηθεί η επίδραση του συνδέτη στη βιολογική δραστικότητα. Ακόμα, χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικά παράγωγα της αρτεμισινίνης και συγκεκριμένα, το αρτεσουνικό οξύ και ένα C10-carba αρτεμισινινικό οξύ αυξημένης σταθερότητας, για την διερεύνηση της επίδρασης του αρτεμισινινικού τμήματος στη δραστικότητα των συντιθέμενων υβριδίων. Όλες οι συντεθειμένες ενώσεις εμφάνισαν ανασταλτική δράση έναντι των πρότυπων στελεχών C. parapsilosis και C. krusei, ενώ ορισμένες έδειξαν δραστικότητα και έναντι κλινικών στελεχών C. parapsilosis, C. krusei και C. auris, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την αναστολή ανάπτυξης των δύο τελευταίων που εμφανίζουν αντοχή στις αζόλες. Τα υβρίδια που φέρουν το C10-carba αρτεμισινινικό παράγωγο εμφάνισαν ενισχυμένη βιολογική δραστικότητα έναντι των παραγώγων του αρτεσουνικού οξέος, ενώ αυτά που φέρουν 1,2,3-τριαζολικό συνδέτη εμφάνισαν ισχυρότερη δράση σε σχέση με τα αντίστοιχα αμιδικά.
  • ItemOpen Access
    Καλλυντικά με απολεπιστική δράση και αξιολόγηση της δράσης : συστατικά και καλλυντικοτεχνικές μορφές
    (2026-02-26) Μουζάκη, Ιωάννα; Mouzaki, Ioanna
    Η παρούσα διπλωματική εργασία καταπιάνεται με το ζήτημα της απολεπιστικής δράσης των καλλυντικών, με μία επιπλέον έμφαση στα συστατικά και τις καλλυντικοτεχνικές μορφές τους, επιχειρώντας την αξιολόγησή τους όχι μόνο καθαρά αναφορικά με τη δράση τους ως προϊόντα, αλλά και σχετικά με το κατά πόσο ικανοποιούν τους καταναλωτές, καθώς και με το ρόλο που διαδραματίζει το νομικό πλαίσιο που τα αφορά σε αυτό το κομμάτι. Πιο συγκεκριμένα, η δομή καταρτίζεται ως εξής: Στα πρώτα δύο κεφάλαια γίνεται μια εισαγωγή στο θέμα της εργασίας και αναλύεται η σημασία των κεντρικών εννοιών με τις οποίες ασχολείται, ενώ διεξάγεται και μια ιστορική αναδρομή στη χρήση των καλλυντικών. Στο τρίτο κεφάλαιο (γενικό μέρος), η εργασία ασχολείται επισταμένως με το κομμάτι του ανθρώπινου δέρματος και όλα τα στρώματα και υποστρώματά του, ενώ καταγράφονται και οι μέθοδοι με τις οποίες γίνεται η απολέπισή του. Στο τέταρτο κεφάλαιο (ειδικό μέρος), αναλύονται διεξοδικά τα είδη καλλυντικών με απολεπιστική δράση και οι υποδιαιρέσεις τους, παρουσιάζονται τα συστατικά και οι υλικοτεχνικές μορφές τους, υπογραμμίζεται το νομικό τους πλαίσιο και πιστοποιείται η δράση τους μέσω της χρήσης παραδειγμάτων από κάποιες σχετικές επιστημονικές έρευνες. Στο πέμπτο κεφάλαιο αξιολογείται η δράση αυτών των καλλυντικών από όλες τις πτυχές (υγεία δέρματος, περιβαλλοντική επίδραση, ικανοποίηση καταναλωτών κλπ.). Στο έκτο και τελευταίο κεφάλαιο, συζητώνται τα κεντρικά θέματα που αναλύθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της συγγραφής και γίνεται μια σύνοψη των κεντρικών ζητημάτων. Τέλος, καταγράφονται τα πορίσματα που εξήχθησαν κατά τη διάρκεια της όλης έρευνας.Οι πηγές που συνετέλεσαν στη σύνταξη, επεξεργασία και ολοκλήρωση της ανάλυσης καταγράφονται στο τέλος του πονήματος, στο κομμάτι της βιβλιογραφίας.