Τμήμα Ιατρικής (ΜΔΕ)
Permanent URI for this collection
Browse
Recent Submissions
Item Open Access Γονιδιωματική και λειτουργική ανάλυση της RNA ελικάσης DHX35 σε καρκινικά κυτταρικά μοντέλα(2026-09-07) Κυπραίος, Νικόλαος; Kypraios, NikolaosΟι ελικάσες αποτελούν ένζυμα ιδιάζουσας σημασίας τόσο για την σωστή λειτουργία των κυττάρων, όσο και για την επιβίωση αυτών. Αποτελούν ένζυμα που συναντώνται και στα τρία βασίλεια της ζωής, τα αρχαία, τα βακτήρια και τους ευκαρυώτες με υψηλό βαθμό συντήρησης και λαμβάνουν μέρος σε όλες τις διεργασίες του μεταβολισμού των νουκλεϊκών οξέων. Οι ελικάσες συμμετέχουν κατά κύριο λόγο στο ξετύλιγμα μορίων DNA, RNA και υβριδίων DNA-RNA αλλά έχουν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο και στην αναδιαμόρφωση ριβονουκλεοπρωτεινικών συμπλόκων, στη βιογένεση των ριβοσωμάτων, τη μετάφραση και άλλες διεργασίες. Βάσει προηγούμενων ερευνών, αναγνωρίστηκε μία πιθανή, μη χαρακτηρισμένη RNA ελικάση της οποίας η απουσία φάνηκε να επηρεάζει τη δομή του πυρηνίσκου, γνωστή ως DEAH-box ελικάση 3 (DHX35). Με γνώμονα πρόσφατα βιβλιογραφικά δεδομένα που υποδεικνύουν τη συμμετοχή της DHX35 σε σημαντικές κυτταρικές διεργασίες, διερευνήθηκε η λειτουργία της σε ανθρώπινες καρκινικές κυτταρικές σειρές. Αρχικά, μελετήθηκε ο υποκυτταρικός εντοπισμός της DHX35 με ανοσοφθορισμό και κυτταρική κλασμάτωση, ενώ στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε αποσιώπηση της έκφρασής της με siRNA σε κύτταρα HAP1. Ακολούθησε η διερεύνηση της επίδρασης της απώλειας της DHX35 στον κυτταρικό κύκλο, την κυτταρική βιωσιμότητα, τη μεταγραφή, την πρωτεϊνοσύνθεση και τη βιογένεση ριβοσωμάτων. Επιπλέον, αξιολογήθηκε η επίδραση της αποσιώπησης της DHX35 στο συνολικό μεταγράφωμα των κυττάρων HAP1 μέσω αλληλούχησης νέας γενιάς (Next Generation Sequencing, NGS). Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι η DHX35 εμφανίζει διαφορετικό υποκυτταρικό εντοπισμό ανάλογα με την κυτταρική σειρά, εντοπιζόμενη τόσο στον πυρήνα όσο και στο κυτταρόπλασμα, γεγονός που υποδηλώνει τη δυναμική μετακίνησή της μεταξύ των δύο κυτταρικών διαμερισμάτων. Παράλληλα, από την ανάλυση των πολυσωμάτων η ελικάση ανιχνεύθηκε στα ελεύθερα ριβονουκλεοπρωτεϊνικά σύμπλοκα και στη 40S ριβοσωμική υπομονάδα, υποδεικνύοντας πιθανή συμμετοχή στα πρώιμα στάδια της μετάφρασης. Η αποσιώπηση της DHX35 επηρέασε σημαντικά τον κυτταρικό κύκλο, τη βιογένεση των ριβοσωμάτων, την έναρξη της μετάφρασης, τον συνολικό ρυθμό πρωτεϊνοσύνθεσης και τον κυτταρικό μεταβολισμό, αναδεικνύοντας τη σημασία της στη διατήρηση της μεταφραστικής και ριβοσωμικής ομοιόστασης. Συνολικά, τα ευρήματα υποστηρίζουν ότι η απώλεια της DHX35 ενδέχεται να πυροδοτεί μία ευρύτερη απόκριση nucleolar/ribosomal stress, η οποία θα μπορούσε να ερμηνεύσει μεγάλο μέρος των παρατηρούμενων μεταβολών στη λειτουργία των κυττάρων.Item Open Access Automation of machine learning workflows in the medical domain using airflow(2026-09-30) Καλοκαιρινός, Γεώργιος; Kalokairinos, GeorgiosThe integration of machine learning (ML) into healthcare promises enhanced diagnostics and efficiency, but managing ML pipelines in clinical settings raises challenges around data heterogeneity, regulatory compliance, and reproducibility. This thesis addresses these challenges by designing, implementing, and evaluating an automated ML workflow for medical imaging using Apache Airflow and Python. The pipeline covers DICOM ingestion, anonymization, preprocessing, and model training, orchestrated as a linear Airflow DAG. A case study on the public CBIS-DDSM mammography collection (80 images, 40 benign / 40 malignant, one image per patient) was used to evaluate a 3D convolutional neural network for benign/malignant classification. Using a stratified train/validation/test split and five independent training runs to characterize result variability, the model achieved a mean test accuracy of 63.75% (±10.75%) and a mean ROC-AUC of 0.694 (±0.079), indicating above-chance but limited discriminative ability, consistent with substantial overfitting given the small sample size relative to model capacity (31.5 million parameters). An architectural change intended to reduce overfitting (replacing the flatten layer with global average pooling) was tested in a single exploratory run and rejected; one possible explanation is that it removed localized spatial information needed to detect small lesions, though this single run is not sufficient to establish that as the exact cause. The Airflow orchestration layer was independently verified through a real, logged DAG execution, with the ingestion, preprocessing, and training tasks completed successfully. During development, a data-privacy issue was identified and fixed: private DICOM vendor tags were found to retain patient identifiers after the primary anonymization step, and a corrected anonymization procedure was verified to remove them. The findings highlight both the feasibility of automating medical imaging ML workflows with Apache Airflow and the practical limitations imposed by small, real-world clinical datasets, and motivate future work using larger datasets, transfer learning, and cross-validation.Item Open Access Εφαρμογή μεθόδων μηχανικής μάθησης για την πρόβλεψη τοπικότητας πρωτεϊνών(2026-06-26) Ξυροραφάς, Γεώργιος; Xyrorafas, GeorgiosΗ πρόβλεψη της υποκυτταρικής τοποθέτησης των πρωτεϊνών αποτελεί σημαντικό πρόβλημα στη βιοπληροφορική, καθώς η θέση στην οποία δρα μια πρωτεΐνη συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία, τις αλληλεπιδράσεις και τον βιολογικό της ρόλο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πρωτεΐνες που σχετίζονται με την εξωκυττάρια μήτρα, καθώς συμμετέχουν στη διατήρηση της δομής των ιστών, στην κυτταρική επικοινωνία και σε πλήθος φυσιολογικών και παθολογικών διεργασιών. Το σύνολο των πρωτεϊνών αυτών περιγράφεται ως matrisome και η αξιόπιστη αναγνώρισή του αποτελεί σημαντικό βήμα για τη μελέτη του εξωκυττάριου μικροπεριβάλλοντος. Στην παρούσα διπλωματική εργασία διερευνήθηκε η δυνατότητα αξιοποίησης διανυσματικών αναπαραστάσεων πρωτεϊνών, οι οποίες προέρχονται από το μοντέλο βαθιάς μάθησης DeepLoc 2.0, για τη διάκριση ανθρώπινων πρωτεϊνών που ανήκουν στο matrisome από πρωτεΐνες που δεν ανήκουν σε αυτό. Για τον σκοπό αυτό, χρησιμοποιήθηκαν ανθρώπινες πρωτεϊνικές ακολουθίες, από τις οποίες εξήχθησαν τόσο προβλέψεις υποκυτταρικής τοποθέτησης όσο και ενδιάμεσα embeddings. Οι πρωτεΐνες αντιστοιχίστηκαν με επισημειώσεις του ανθρώπινου matrisome, ώστε να δημιουργηθεί δυαδικό σύνολο δεδομένων για την εκπαίδευση και αξιολόγηση μοντέλων ταξινόμησης. Η προτεινόμενη προσέγγιση βασίστηκε στον συνδυασμό των embeddings του DeepLoc 2.0 με μεθόδους μηχανικής μάθησης και επιλογής χαρακτηριστικών. Η εκπαίδευση των ταξινομητών πραγματοποιήθηκε με στόχο την ανάδειξη ενός αντιπροσωπευτικού υποσυνόλου χαρακτηριστικών και την αποτελεσματική διάκριση μεταξύ matrisome και non-matrisome πρωτεϊνών. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε συγκριτική αξιολόγηση με την απευθείας χρήση των προβλέψεων του DeepLoc 2.0, καθώς και με τα εργαλεία DeepLoc 1.0 και SignalP 6.0, προκειμένου να εκτιμηθεί η σχετική απόδοση της προτεινόμενης μεθοδολογίας. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι ενδιάμεσες αναπαραστάσεις που παράγονται από το DeepLoc 2.0 περιέχουν χρήσιμη πληροφορία για τη διάκριση των matrisome πρωτεϊνών. Η προσέγγιση DeepLoc 2.0 + μηχανική μάθηση εμφάνισε ισορροπημένη συμπεριφορά ως προς την αναγνώριση της θετικής κλάσης και συνολικά ανταγωνιστική απόδοση σε σχέση με τις άμεσες προβλέψεις των εργαλείων που αξιολογήθηκαν. Τα ευρήματα υποστηρίζουν ότι τα protein embeddings μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν σε εξειδικευμένα βιολογικά προβλήματα ταξινόμησης, πέρα από τον αρχικό σκοπό για τον οποίο εκπαιδεύτηκαν τα μοντέλα από τα οποία προέρχονται.Item Open Access Ανάλυση δεδομένων καρδιομεταβολικών microRNAs με μεθόδους μηχανικής μάθησης για την πρόβλεψη της σοβαρότητας και της θνησιμότητας της νόσου Covid-19(2026-06-26) Λούτας, Βασίλειος; Loutas, VasileiosΤα microRNAs (miRNAs) αποτελούν μια κατηγορία μικρών, μη κωδικοποιητικών μορίων RNA, μήκους περίπου 19–25 νουκλεοτιδίων, που διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στη ρύθμιση της γονιδιακής έκφρασης. Η παρούσα εργασία αποσκοπεί στη μελέτη καρδιομεταβολικών miRNAs με στόχο την πρόβλεψη της σοβαρότητας και της θνησιμότητας ασθενών με COVID-19 που νοσηλεύονται σε νοσοκομεία. Πρόκειται για πρωτογενή ποσοτική έρευνα, η οποία βασίζεται στην εφαρμογή αλγορίθμων μηχανικής μάθησης, με κίνητρο την καλύτερη κατανόηση, τον έλεγχο και τη διαχείριση της πανδημίας COVID-19. Στο πλαίσιο αυτό, εφαρμόστηκαν τεχνολογίες μηχανικής μάθησης (ΜΜ) για την ανάλυση πολύπλοκων βιολογικών δεδομένων και την αναγνώριση προτύπων που σχετίζονται με την εξέλιξη της νόσου. Επιπλέον, παρουσιάζονται τα αποτελέσματα διεθνών και ελληνικών ερευνών που έχουν διεξαχθεί προς την ίδια κατεύθυνση. Το σύνολο δεδομένων περιλαμβάνει 61 ασθενείς και 46 μεταβλητές, όπως δημογραφικά στοιχεία (ηλικία, φύλο, δείκτης μάζας σώματος), κλινικά χαρακτηριστικά (σοβαρότητα πάθησης) και βιοδείκτες (επίπεδα διαφόρων miRNAs και αιματολογικών δεικτών). Η πειραματική διαδικασία υλοποιήθηκε με τους αλγορίθμους Random Forest, SVM, XGBoost, Elastic-Net και CNN, σε συνδυασμό με μεθόδους επιλογής χαρακτηριστικών (mRMR) και διαχείρισης ελλιπών τιμών (KNN imputation). Τα αποτελέσματα ανέδειξαν εξαιρετική προγνωστική ακρίβεια, σε βέλτιστους συνδυασμούς παραμέτρων, ιδιαίτερα στα μοντέλα Random Forest και XGBoost. Η ανάλυση SHAP κατέδειξε ως κρισιμότερους προγνωστικούς δείκτες το FiO₂, την αλβουμίνη, την CRP, το miR-210 και την RNAemia. Συνολικά, η μελέτη επιβεβαιώνει την αξία των αλγορίθμων μηχανικής μάθησης στην πρόβλεψη της σοβαρότητας της νόσου COVID-19 και προτείνει μια καινοτόμο μεθοδολογική προσέγγιση, παρέχοντας σημαντικά εργαλεία για την ενίσχυση της επιστημονικής γνώσης, τη βελτίωση της κλινικής πρακτικής και της δημόσιας υγείας.Item Open Access Μέτα ανάλυση βάσεων δεδομένων μεταγραφώματος : μια μελέτη για τον ρόλο των Src κινασών στη χρόνια λεμφογενή λευχαιμία(2026-07-03) Βήχα, Ευαγγελία; Vicha, EvangeliaΗ Χρόνια Λεμφογενής Λευχαιμία (Chronic Lymphocytic Leukemia - CLL) είναι μία-εξαιρετικά ετερογενής κακοήθεια, η παθογένεια της οποίας εξαρτάται άμεσα από τη-σηματοδότηση του υποδοχέα των Β κυττάρων (B cell receptor - BCR). Κεντρικό ρόλο-στην έναρξη και ρύθμιση αυτής της οδού διαδραματίζουν οι κινάσες της οικογένειας-Src, Lck και Lyn, οι οποίες είναι υπεύθυνες για την φωσφορυλίωση των δομικών-στοιχείων του υποδοχέα (ITAMs). Σκοπός της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι η διεξαγωγή μιας συγκριτικής-μεταγραφικής μέτα-ανάλυσης (transcriptomic meta-analysis), προκειμένου να-διερευνηθεί ο βαθμός στον οποίο η δραστηριότητα των κινασών αυτών καθορίζει τη-γονιδιακή υπογραφή της νόσου σε σχέση με κλινικά δεδομένα ασθενών. Το υλικό της μελέτης περιλάμβανε μεταγραφικά δεδομένα από πειραματικό μοντέλο-BJAB με επαγόμενη δραστηριότητα των Lck και Lyn, τα οποία συγκρίθηκαν με τρία-δημόσια κλινικά σύνολα δεδομένων (GSE66117, GSE70830, GSE130385). Η-βιοπληροφορική επεξεργασία πραγματοποιήθηκε με χρήση στατιστικών μοντέλων-γραμμικής προσαρμογής (limma/DESeq2) και αλγορίθμων κανονικοποίησης. Για τη-διασφάλιση της συγκρισιμότητας, εφαρμόστηκαν αυστηρά στατιστικά κριτήρια-(|Log2FC| > 1 και Adjusted P-value < 0.05), σύμφωνα με τη μεθοδολογία της-πειραματικής μελέτης αναφοράς. Η μέτα-ανάλυση ανέδειξε εξαιρετικά περιορισμένη επικάλυψη μεταξύ του-μεταγραφικού προφίλ του πειραματικού μοντέλου και των κλινικών δειγμάτων. Παρά-την εξέταση χιλιάδων γονιδίων, ο αριθμός των κοινών στόχων παρέμεινε σε πολύ-χαμηλά επίπεδα και στις τρεις συγκρίσεις, υποδεικνύοντας σημαντική απόκλιση-μεταξύ της ex vivo ενεργοποίησης των Lck/Lyn και της πολύπλοκης in vivo-πραγματικότητας της CLL. Επιπλέον, η σύγκριση των γονιδιακών υπογραφών μεταξύ-των ίδιων των κλινικών datasets ανέδειξε εξίσου ελάχιστη γονιδιακή επικάλυψη. Τα ευρήματα της παρούσας εργασίας υποδεικνύουν ότι οι κινάσες Lck και Lyn-λειτουργούν ως κρίσιμοι ρυθμιστές κομβικών κυτταρικών διαδικασιών, ωστόσο η-αποκλειστική τους στόχευση δεν επαρκεί για να προσομοιώσει την παθοφυσιολογία-της CLL. Η χαμηλή αυτή συσχέτιση επιβεβαιώνει ότι η νόσος είναι πολυπαραγοντική-και εξαιρετικά ετερογενής, καθοδηγούμενη από τη συνέργεια πολλαπλών μονοπατιών-και όχι από έναν μεμονωμένο σηματοδοτικό μηχανισμό.Item Open Access Χορήγηση επιφανειοδραστικού παράγοντα σε όψιμα πρόωρα νεογνά(2026-06-11) Αρβανίτη, Ανθούλα; Arvaniti, AnthoulaΕισαγωγή: Είναι γεγονός ότι η θνησιμότητα και νοσηρότητα είναι μεγαλύτερη στα εξαιρετικά πρόωρα και πολύ πρόωρα νεογνά, ωστόσο και τα πρόωρα νεογνά γεννημένα σε μεγαλύτερες ηλικίες κύησης εμφανίζουν σημαντική νοσηρότητα. Η γέννηση με καισαρική τομή σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο περιγεννητικών επιπλοκών. Ο σκοπός της μελέτης είναι να αξιολογήσουμε την πιθανή σχέση προγεννητικών και περιγεννητικών παραγόντων στον κίνδυνο ανάπτυξης Συνδρόμου Αναπνευστικής Δυσχέρειας του νεογνού και ανάγκης χορήγησης επιφανειοδραστικού παράγοντα σε νεογνά γεννημένα μεταξύ 34 και 38 εβδομάδων κύησης, τα οποία γεννήθηκαν σε υψηλό ποσοστό με καισαρική τομή. Μεθοδολογία: Πρόκειται για αναδρομική μελέτη όλων των νεογνών, τα οποία εισήχθησαν στη ΜΕΝΝ του ΠΓΝΠ και γεννήθηκαν μεταξύ 34 και 38+6 εβδομάδων κύησης την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2023 έως και 31 Δεκεμβρίου 2024 (δύο συνεχόμενα έτη). Αποτελέσματα: Την περίοδο της μελέτης, 489 νεογνά όλων των ηλικιών κύησης εισήχθησαν στη ΜΕΝΝ, 221 από τα οποία γεννήθηκαν μεταξύ 34 και 38+6 εβδομάδων κύησης. Τα νεογνά, τα οποία χρειάστηκαν διασωλήνωση και επιφανειοδραστικό παράγοντα είχαν χαμηλότερη συχνότητα χρήσης προγεννητικών κορτικοστεροειδών σε σύγκριση με εκείνα που δεν διασωληνώθηκαν, διαφορά στατιστικά σημαντική (p=0,036). Ακόμη, τα νεογνά, τα οποία χρειάστηκαν μηχανικό αερισμό και χορήγηση επιφανειοδραστικού παράγοντα χρειάστηκαν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα παρεντερική διατροφή [4(1-6) ημέρες] και αντιβιοτικά [5(3-10) ημέρες], σε σύγκριση με εκείνα που δεν χρειάστηκαν μηχανικό αερισμό [2(1-3) ημέρες] και [3(3-7)] αντίστοιχα, διαφορά στατιστικά σημαντική (p<0,001). Επίσης, η συχνότητα της σηψαιμίας όψιμης έναρξης ήταν μεγαλύτερη στα νεογνά που έλαβαν μηχανικό αερισμό (26%) σε σχέση με εκείνα που δεν έλαβαν (8%), διαφορά στατιστικά σημαντική (p<0,001). Συμπεράσματα: Τα όψιμα πρόωρα νεογνά, καθώς και εκείνα γεννημένα 37-38 εβδομάδων κύησης, τα οποία χρειάστηκαν μηχανικό αερισμό, είχαν λάβει προγεννητικά κορτικοστεροειδή σε μικρότερη συχνότητα και είχαν υψηλότερη επίπτωση σηψαιμίας όψιμης έναρξης, σε σύγκριση με εκείνα που δεν έλαβαν μηχανικό αερισμό.Item Open Access Χαρακτηρισμός σημάτων πυρηνικής εξόδου στην πρωτεΐνη McIdas(2026-05-25) Κουφουδάκη, Λυδία; Koufoudaki, LydiaΟ κύκλος των κεντροσωματίων αποτελεί θεμελιώδη μηχανισμό για τη διατήρηση της κυτταρικής οργάνωσης και τη σωστή πρόοδο του κυτταρικού κύκλου. Ο ακριβής συντονισμός του με τον κύκλο αντιγραφής του DNA είναι απαραίτητος, έτσι ώστε κάθε κύτταρο να διαθέτει τον κατάλληλο αριθμό κεντροσωματίων. Διαταραχές σε αυτή τη διαδικασία οδηγούν σε μη φυσιολογικό αριθμό κεντροσωματίων, που έχει συσχετιστεί με προβλήματα στην κυτταρική διαίρεση, γονιδιωματική αστάθεια και ανάπτυξη παθολογικών καταστάσεων. Στο πλαίσιο της μελέτης αυτών των μηχανισμών, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρωτεΐνη McIdas, η οποία εντοπίζεται στο κεντροσωμάτιο και φαίνεται να ελέγχει τον αριθμό των κεντριολίων. Με βάση τα παραπάνω, τίθεται το ερώτημα που αφορά τον ακριβή ρόλο της πρωτεΐνης McIdas στον κύκλο των κεντροσωματίων. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της παρούσας διπλωματικής εργασίας επιδιώκεται η διερεύνηση της παρουσίας σημάτων πυρηνικής εξόδου (NES) στην πρωτεΐνη McIdas, τα οποία ρυθμίζουν τη μετακίνησή της από τον πυρήνα προς το κυτταρόπλασμα. Μέσω αυτής της διαδικασίας αναμένεται να οδηγείται στο κεντροσωμάτιο, όπου και επιτελεί τον ρόλο της. Εφόσον επιβεβαιωθεί η ύπαρξη και η λειτουργικότητά τους, επόμενος στόχος είναι η μελέτη του ρόλου της πρωτεΐνης McIdas στον έλεγχο του αριθμού των κεντριολίων. Προκειμένου να αναλυθεί η παρουσία NES στην πρωτεΐνη McIdas, κατασκευάστηκαν τροποποιημένες μορφές της πρωτεΐνης, με σημειακές αλλαγές αμινοξέων στις υποψήφιες περιοχές (NES1 και NES2). Τα πλασμίδια που έφεραν τις τροποποιημένες μορφές εισήχθησαν στα κύτταρα και εφαρμόστηκαν τεχνικές ανοσοφθορισμού και μικροσκοπίας, μέσω των οποίων παρατηρήθηκε ο ενδοκυτταρικός εντοπισμός τους. Στη συνέχεια, πραγματοποιήθηκε καταμέτρηση του αριθμού των κεντριολίων, προκειμένου να εκτιμηθεί η λειτουργική συμβολή της πρωτεΐνης McIdas στον κύκλο διπλασιασμού των κεντροσωματίων. Τα αποτελέσματα των πειραμάτων έδειξαν μείωση στην ένταση του φθορισμού στο κυτταρόπλασμα σε σχέση με τον πυρήνα στα κύτταρα που διαμολύνθηκαν με τις τροποποιημένες μορφές της πρωτεΐνης McIdas ως προς την περιοχή NES2. Επίσης, έπειτα από επώαση με λεπτομυκίνη Β παρατηρήθηκε αναστολή της εξόδου της πρωτεΐνης McIdas στο κυτταρόπλασμα των κυττάρων. Επιπλέον, μετά από ανάλυση εντοπισμού της πρωτεΐνης McIdas στο κεντροσωμάτιο διαπιστώθηκε απουσία σήματος στις ίδιες τροποποιημένες μορφές της. Τέλος, η καταμέτρηση του αριθμού των κεντριολίων έδειξε ότι στις τροποποιημένες μορφές της πρωτεΐνης McIdas ως προς τη NES2 περιοχή, δεν παρατηρείται ο φαινότυπος υπερδιπλασιασμού των κεντριολίων, ο οποίος χαρακτηρίζει τη φυσιολογική μορφή της πρωτεΐνης. Συνολικά, τα ευρήματα δείχνουν ότι η πρωτεΐνη McIdas φέρει μια λειτουργική NES αλληλουχία (NES2), η έξοδός της από τον πυρήνα προς το κυτταρόπλασμα εξαρτάται από αυτή και πραγματοποιείται μέσω της εξπορτίνης CRM1. Επιπλέον, η περιοχή NES2 φαίνεται να λειτουργεί όχι μόνο ως σήμα πυρηνικής εξόδου αλλά και ως σήμα κεντροσωματικού εντοπισμού (CLS), αφού τροποποίησή της οδηγεί σε αδυναμία εντοπισμού της πρωτεΐνης στο κεντροσωμάτιο. Τέλος, διαπιστώθηκε ότι η ικανότητα της McIdas να ρυθμίζει τον αριθμό των κεντριολίων εξαρτάται άμεσα από τον εντοπισμό της στο κεντροσωμάτιο. Τα δεδομένα αυτά υποστηρίζουν την ύπαρξη ενός ρόλου της McIdas στον κύκλο διπλασιασμού των κεντριολίων, ανεξάρτητα από τη γνωστή έως τώρα συμβολή της στον έλεγχο του κυτταρικού κύκλου.Item Open Access Εξόρυξη δεδομένων από το μεταγράφωμα του αναδύομενου παθογόνου ζυμομύκητα Candida auris για τον εντοπισμό ιών(2026-06-29) Γιαχαλή, Μαρία; Giachali, MariaΟι ιοί που μολύνουν μύκητες (μυκοϊοί) είναι διαδεδομένοι σε όλα τα μείζονα τάξα των μυκήτων.Η μελέτη αυτών των ιών επεκτείνει τη γνώση και την κατανόηση του γονιδιώματός τους και των βιολογικών χαρακτηριστικών τους. Κάποιοι από αυτούς δύνανται να μειώσουν την αρνητική δράση των μυκήτων στον ξενιστή και μπορούν να θεωρηθούν δυνητικοί βιολογικοί παράγοντες ελέγχου, ενώ κάποιοι άλλοι αυξάνουν την επιβλαβή δράση του μύκητα που έχουν μολύνει.Ο ζυμομύκητας Candida auris έχει εμφανιστεί παγκοσμίως ως ανθεκτικός σε πολλάαντιμυκητιασικά φάρμακα, παθογόνος μύκητας που σχετίζεται με την δημόσια υγεία. Η ύπαρξη του C. auris έγινε γνωστή το 2009, όταν απομονώθηκε για πρώτη φορά από ασθενή με μυκητίαση στο αυτί, στην Ιαπωνία. Αυτός ο συγκεκριμένος οργανισμός μπορεί να προκαλέσει νοσοκομειακές λοιμώξεις σε άτομα με ανοσοκαταστολή, ενώ συνδέεται με λοιμώξεις (καντιντίαση) που εμφανίζουν υψηλό ποσοστό θνησιμότητας και αποτελεί σοβαρή απειλή για την παγκόσμια υγεία.Ένας από τους βασικούς λόγους για την συνεχιζόμενη εξάπλωση του C. auris είναι η ικανότητά του να αποικίζει εύκολα το δέρμα και να μεταδίδεται με ραγδαίους ρυθμούς από ασθενή σε ασθενή στο νοσοκομειακό περιβάλλον. Πολλοί από τους μηχανισμούς δράσης του παθογόνου αυτού μύκητα είναι άγνωστοι ή παραμένουν μερικώς κατανοητοί.Τα τελευταία χρόνια η τεχνική next-generation sequencing (NGS) έχει χρησιμοποιηθεί ως ισχυρό εργαλείο έρευνας για τον εντοπισμό νέων τέτοιων ιών και την ενίσχυση της κατανόησης της ποικιλίας και της εξέλιξής τους. Ο στόχος αυτής της αποκλειστικά υπολογιστικής μελέτης είναι ο εντοπισμός ιών που μολύνουν τον C. auris, χρησιμοποιώντας τα αποτελέσματα της τεχνολογίας NGS που είναι διαθέσιμα σε δημόσιες βάσεις δεδομένων. Τα ακατέργαστα δεδομένασυλλέχθηκαν και επεξεργάστηκαν μέσω βιοπληροφορικής ανάλυσης. Για την ανάλυση,χρησιμοποιήθηκε το λογισμικό FASTQC για τον έλεγχο ποιότητας των δεδομένων NGS και το εργαλείο Trimmomatic για τον καθαρισμό των δεδομένων, όπως η αφαίρεση βάσεων χαμηλής ποιότητας. Στη συνέχεια, τα κατεργασμένα δεδομένα συναρμολογήθηκαν με το λογισμικό Trinity και η αντιστοίχιση προς την ακολουθία αναφοράς πραγματοποιήθηκε με το λογισμικό BWA. Στη συνέχεια, χρησιμοποιήθηκε ο αλγόριθμος BLAST+ για την αναγνώριση ακολουθιών.Η ταυτοποίηση των ιών που μολύνουν τον C. auris θα βοηθήσει την επιστημονική κοινότητα να κατανοήσει τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ ιών και μυκήτων, προκειμένου να αντιμετωπιστεί αυτός ο σημαντικός παθογόνος μύκητας. Στο πλαίσιο ενός ευρύτερου κλίματος ανησυχίας για την παγκόσμια υγεία από την ταχύτατη εξάπλωση του C. auris, η τεχνολογία NGS δύναται να οδηγήσει στην ανακάλυψη νέας γνώσης σχετικά με την ποικιλομορφία των μυκοϊών και τον ρόλο τους στους μύκητες – ξενιστές.Item Embargo Χρήση του βιοπληροφορικού εργαλείου GREAT για τη λειτουργική ανάλυση των μελών του συμπλόκου SWI/SNF σε ακτινωτά κύτταρα γλοίας απουσία GemC1(2026-03-05) Γεωργαντώνη, Αδαμαντία; Georgantoni, AdamantiaΗ ακριβής ρύθμιση της γονιδιακής μεταγραφής και η δυναμική της χρωματίνης αποτελούν θεμελιώδεις μηχανισμούς για την κυτταρική διαφοροποίηση και την ομοιόσταση του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος. Τα πολυκροσσωτά επενδυματικά κύτταρα, τα οποία επενδύουν τις εγκεφαλικές κοιλίες, διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη ροή του εγκεφαλονωτιαίου υγρού και η δυσλειτουργία τους συνδέεται με σοβαρές παθολογίες. Ο πρωτεϊνικός παράγοντας GemC1 (Lynkeas) έχει αναγνωριστεί ως ο κύριος ρυθμιστής που κατευθύνει τα κύτταρα ακτινωτής γλοίας προς την επενδυματική μοίρα. Πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι η GemC1 μπορεί να αλληλεπιδρά με πρωτεΐνες του συμπλόκου SWI/SNF (BAF). Παρόλα αυτά, η συνεργασία του GemC1 με το σύμπλοκο αναδιαμόρφωσης χρωματίνης SWI/SNF (BAF) για την ενεργοποίηση της μεταγραφής και ο συνδυαστικός ρόλος τους στην εξισορρόπηση των ανταγωνιστικών επιγενετικών σημάτων παραμένει λιγότερο κατανοητός. Η παρούσα Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία εστιάζει στη βιοπληροφορική διερεύνηση του επιγενετικού ανταγωνισμού μεταξύ του ενεργοποιητικού συμπλόκου SWI/SNF (BAF) και του κατασταλτικού συμπλόκου Polycomb (PRC2) κατά τη διαφοροποίηση των κυττάρων ακτινωτής γλοίας. Συγκεκριμένα, αναλύθηκαν δεδομένα CUT&RUN για την καταλυτική υπομονάδα Brg1 και την κατασταλτική ιστονική τροποποίηση H3K27me3, σε κύτταρα αγρίου τύπου και σε κύτταρα με απαλοιφή του γονιδίου GemC1. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης ανέδειξαν έναν κρίσιμο ρυθμιστικό μηχανισμό: απουσία του GemC1, παρατηρήθηκε δραματική μείωση της πρόσδεσης του συμπλόκου SWI/SNF (BAF) στη χρωματίνη, η οποία συνοδεύτηκε από εκτεταμένη αύξηση των επιπέδων της κατασταλτικής τροποποίησης H3K27me3 σε ρυθμιστικές περιοχές γονιδίων. Μέσω της ανάλυσης διαφορικής πρόσδεσης και λειτουργικού εμπλουτισμού, ταυτοποιήθηκαν 120 γονίδια-στόχοι, όπως το Ccno, τα οποία υπό φυσιολογικές συνθήκες ενεργοποιούνται από το GemC1/Brg1, αλλά ελλείψει αυτών υφίστανται καταστολή από το Polycomb. Συμπερασματικά, η μελέτη αυτή προτείνει ότι η GemC1 δεν λειτουργεί απλώς ως παράγοντας στρατολόγησης, αλλά δρα ως μοριακός διακόπτης που ανατρέπει την επιγενετική ισορροπία υπέρ του SWI/SNF (BAF), αποτρέποντας την «εξ ορισμού» σίγαση του προγράμματος διαφοροποίησης από το σύμπλοκο Polycomb.Item Open Access Whole exome sequensing (WES) in hearing loss : a bioinformatics analysis(2026-06-29) Kurabi, Hamida; Κουραμπί, ΧαμίνταThe postgraduate thesis concerns the analysis of whole-exome sequencing data of a patient suffering from hereditary sensorineural hearing loss up to deafness. It originates from the degeneration of the inner ear or the degeneration of the static-acoustic nerve (VIII cranial nerve), and may lead to deafness. A percentage ranging from 50% to approximately 70% of cases of congenital hearing loss is due to genetic factors, while environmental factors amount to a percentage of 30% to 50% . It often has a genetic basis, up to 150 responsible genes have been associated [2], such as, for example, GJB2 – connexin 26 (the most common) , SLC26A4, MYO15A, MYO7A, CDH23, and TMC1 genes . The study focused on finding a patient with the disease to be studied, with a clinical picture compatible with a hereditary disease, informing and obtaining consent, obtaining a detailed family and individual history, and a biological sample for WES analysis. The whole exome sequencing data - WES will then be analyzed in order to identify candidate variants potentially associated with the disease phenotype. Whole-exome sequencing is a technique for reading the genetic material of an individual in which we analyze all the exons of all the genes in the individual's nuclear genome . Whole exome sequencing revealed a rare heterozygous frameshift variant in the GDF6 gene (c.618_619delinsT; p.Ala207ArgfsTer155), which was classified as a Variant of Uncertain Significance (VUS). Α gene associated with Klippel–Feil syndrome, highlighting the potential contribution of syndromic genetic factors to hearing loss. The initial sequencing data ( FASTQ files ) are aligned to the reference genome. The resulting alignment data ( BAM files ) are analyzed to find variants (variant calling ) and the prioritization/clinical annotation of variants, taking into account the patient's clinical phenotype. Also, if the patient has consented, other genetic loci that have been associated with serious diseases are analyzed and knowledge of genetic predisposition is to the benefit of the patient . The study will include all steps of the analysis, using open source tools ( Galaxy ) and focusing on genes that may be involved in the development of hearing loss. Finding the responsible gene is important for the clinical management of patients with rare diseases and genetic counseling. Whole-exome sequencing is the method of choice for genetic diagnosis in diseases with high genetic heterogeneity and requires bioinformatic data analysis.Item Open Access Performance evaluation of an offline adaptive planning tool(2026-05-20) Γκούρλα, Γεωργία; Gkourla, GeorgiaThe present thesis aims to independently evaluate the clinical and dosimetric reliability of AdaptBox, an AI-driven offline adaptive planning and decision-support tool, recognizing that Offline Adaptive Radiotherapy (ART) is essential for mitigating the dosimetric impact of inter-fractional anatomical changes. Specifically, this retrospective study benchmarks its Collapsed Cone Convolution (CCC) dose calculation engine and the image quality of its generated Pseudo-CTs. The evaluation was conducted across a clinical cohort of 60 patients, equally divided between Head and Neck (H&N) and Lung cases. A four-phase methodology was employed. Phase 1 included computational benchmarking utilizing 3D Gamma Analysis to compare the AdaptBox CCC engine against reference clinical Treatment Planning System (TPS) algorithms (AAA and Acuros XB) on the original planning CT. Phase 2 consisted of a Clinical Dose-Volume Histogram (DVH) comparative analysis. Phase 3 involved physical measurement validation utilizing the homogeneous OCTAVIUS 4D phantom. Phase 4 focused on Hounsfield Unit (HU) fidelity assessment of the AI-generated Pseudo-CTs. Computational analysis on patient anatomy revealed a distinct algorithmic divergence. The CCC engine exhibited a conservative tendency by overestimating maximum doses (D2%) near extreme low-density tissue interfaces in the Lung cohort compared to deterministic transport models like Acuros XB. However, physical phantom validation resolved this theoretical divergence. Within a homogeneous geometry, the CCC engine demonstrated strong dosimetric agreement and corrected the dose underestimations at depth generated by the baseline clinical TPS. Furthermore, the AI-generated Pseudo-CTs demonstrated reliable electron density mapping fidelity, presenting no statistically significant HU differences within the primary target volumes when compared to the reference CT-simulation. The computational overestimations observed on heterogeneous patient anatomy reflect known limitations of convolution algorithms rather than physical delivery failures, rendering the software an inherently conservative and safe evaluator. By automating reliable Pseudo-CT generation and providing physically accurate dose recalculations, AdaptBox serves as a dosimetrically secure and efficient decision-support framework ready for routine offline ART implementation.Item Open Access Commissioning and validation of the total skin electron beam technique(2026-05-20) Βενέτης, Γεώργιος; Venetis, GeorgeTotal Skin Electron Therapy (TSEB) is an established treatment that allows uniform dose delivery to the skin, while minimizing the dose underneath it. It is mainly, used for cutaneous lymphomas such as mycosis fungoides (MF) and Sézary syndrome (SS). The aim of this study is to commission and validate the Stanford technique, which had been previously used in the department for TSEB treatment. Materials and Methods The implementation of the technique took place at Radiotherapy Department of “ATTIKON” University General Hospital, using Varian’s VitalBeam. A 6 MeV HDTSe- electron beam (36 x 36 cm2) without applicator was used at SSD of 378 cm, with the gantry positioned at ±17,5°, relative to the 270°. A 0,5 cm PMMA beam spoiler was placed at 348 cm. Beam output was calibrated to 1cGy/MU at standard conditions. PDDs and beam profile measurements were performed at PMMA slabs, using a Markus and a electrometer. Bremsstrahlung contamination was measured at depth of 10 cm, using both Markus and radiochromic films. Finally, monitor units calculation and validations were performed on water equivalent slabs, using both TLDs and films. Results PDD measurements found zmax= 0,56 g*cm-2 for Single and Dual fields, while at 6-Dual field was found at the surface. Mean and probable energy at the treatment plane were found 3,34 MeV and 4,13 MeV respectively. Photon contamination was found to be negligible (0,5%<) and beam uniformity on vertical and horizontal axis were found within the recommended standards. Conclusion The following results conclude that TSEB therapy can be safely implemented and is ready for clinical use. In-vivo dosimetry and patient shielding is required in order to identify the underdosed regions and to protect the radiosensitive anatomical structures.Item Open Access Γνώσεις και αντιλήψεις για τις υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας(2026-06-11) Οικονομοπούλου, Αικατερίνη; Oikonomopoulou, AikateriniΗ Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ) αναγνωρίζεται διεθνώς ως ο ακρογωνιαίος λίθος των σύγχρονων συστημάτων υγείας. Παρά τις διαδοχικές μεταρρυθμιστικές προσπάθειες στην Ελλάδα, η σχέση των πολιτών με το σύστημα ΠΦΥ παραμένει σχετικά αναξιοποίητο πεδίο έρευνας, ιδίως ως προς τη συνδυαστική μελέτη γνώσεων, αντιλήψεων και χρήσης. Η παρούσα μελέτη είχε ως σκοπό τη διερεύνηση των γνώσεων, των αντιλήψεων και της ικανοποίησης των πολιτών αναφορικά με τις υπηρεσίες ΠΦΥ στην Ελλάδα, καθώς και τη διερεύνηση πιθανών διαφοροποιήσεων ανά δημογραφικά χαρακτηριστικά και των μεταξύ τους συσχετίσεων. Διεξήχθη ποσοτική, συγχρονική περιγραφική μελέτη σε δείγμα 100 ενηλίκων πολιτών, με χρήση συνδυασμού δειγματοληψίας ευκολίας και χιονοστιβάδας. Το ερευνητικό εργαλείο ήταν δομημένο ερωτηματολόγιο αυτοαναφοράς με πεντάβαθμη κλίμακα Likert, οργανωμένο σε ενότητες γνώσεων, αντιλήψεων, δημογραφικών παραγόντων, χρήσης και ικανοποίησης. Η στατιστική ανάλυση πραγματοποιήθηκε με το πακέτο IBM SPSS Statistics 28 (περιγραφική στατιστική, Cronbach's α, t-test, One-way ANOVA, Pearson correlations). Όλες οι κλίμακες παρουσίασαν πολύ καλή εσωτερική συνέπεια (Cronbach's α από 0,821 έως 0,885). Οι γνώσεις των πολιτών για την ΠΦΥ ήταν μέτριες (M=3,19, SD=0,84), όπως και οι αντιλήψεις (M=3,39) και η ικανοποίηση (M=3,49). Στατιστικά σημαντική διαφορά εντοπίστηκε μόνο για τις γνώσεις ανά μορφωτικό επίπεδο (F(5,94)=50,17, p<0,001). Σημαντικές θετικές συσχετίσεις βρέθηκαν μεταξύ γνώσεων και χρήσης (r=0,472, p<0,001) και μεταξύ αντιλήψεων και ικανοποίησης (r=0,295, p=0,003). Η υγειονομική παιδεία των πολιτών για την ΠΦΥ αποτελεί σημαντικό παράγοντα ενεργοποίησής τους και επηρεάζεται κυρίως από το μορφωτικό επίπεδο. Η ενίσχυση στοχευμένων ενημερωτικών παρεμβάσεων κρίνεται αναγκαία για την ουσιαστική αξιοποίηση των υπηρεσιών ΠΦΥ από το σύνολο του πληθυσμού.Item Open Access Η ποιότητα ζωής ανθρώπων που υπέστησαν έγκαυμα κατά την παιδική ηλικία(2026-06-11) Ιατροπούλου, Παρασκευή; Iatropoulou, ParaskeviΤα εγκαύματα αποτελούν μία από τις συχνότερες μορφές τραυματισμού κατά την παιδική ηλικία και μπορεί να έχουν σημαντικές σωματικές, ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις στους επιζώντες. Παρά τη σημαντική βελτίωση στα ποσοστά επιβίωσης των παιδιών με εγκαύματα τις τελευταίες δεκαετίες, οι μακροχρόνιες συνέπειες του τραυματισμού μπορεί να επηρεάσουν την υγεία και την ποιότητα ζωής τους για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά το αρχικό συμβάν. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η συστηματική διερεύνηση της διεθνούς βιβλιογραφίας σχετικά με την ποιότητα ζωής των ατόμων που υπέστησαν εγκαύματα κατά την παιδική ηλικία. Μεθοδολογία: Πραγματοποιήθηκε συστηματική ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες PRISMA. Η αναζήτηση των μελετών πραγματοποιήθηκε στις βάσεις δεδομένων PubMed, Scopus, Web of Science και CINAHL. Συμπεριλήφθηκαν πρωτότυπες ερευνητικές μελέτες που δημοσιεύθηκαν την περίοδο 2015–2025 και εξέταζαν την ποιότητα ζωής παιδιών ή εφήβων που είχαν υποστεί εγκαύματα. Τα κριτήρια ένταξης περιλάμβαναν μελέτες που αξιολογούσαν την ποιότητα ζωής με έγκυρα εργαλεία μέτρησης, όπως το Pediatric Quality of Life Inventory (PedsQL), το Burn Specific Health Scale (BSHS) και το Burn Outcomes Questionnaire. Μετά τη διαδικασία επιλογής των άρθρων και την αφαίρεση των διπλότυπων εγγραφών, συνολικά δεκατρείς μελέτες συμπεριλήφθηκαν στην παρούσα ανασκόπηση. Αποτελέσματα: Τα αποτελέσματα των μελετών έδειξαν ότι οι εγκαυματικοί τραυματισμοί κατά την παιδική ηλικία μπορεί να έχουν σημαντικές μακροχρόνιες επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής των επιζώντων. Οι επιπτώσεις αυτές αφορούν τη σωματική λειτουργικότητα, την ψυχολογική ευεξία και την κοινωνική ένταξη των ατόμων. Παράγοντες όπως η έκταση του εγκαύματος, η παρουσία ουλών, οι λειτουργικοί περιορισμοί και οι κοινωνικές αντιδράσεις απέναντι στις αισθητικές αλλοιώσεις του σώματος φαίνεται να επηρεάζουν σημαντικά την αυτοεκτίμηση και την κοινωνική προσαρμογή των ασθενών. Παράλληλα, η ύπαρξη υποστηρικτικού οικογενειακού περιβάλλοντος, η πρόσβαση σε υπηρεσίες αποκατάστασης και η παροχή ψυχολογικής υποστήριξης συμβάλλουν σημαντικά στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των επιζώντων εγκαυμάτων. Συμπεράσματα: Τα εγκαύματα που συμβαίνουν κατά την παιδική ηλικία μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την ποιότητα ζωής των ατόμων σε σωματικό, ψυχολογικό και κοινωνικό επίπεδο ακόμη και πολλά χρόνια μετά τον τραυματισμό. Η ανάπτυξη ολοκληρωμένων προγραμμάτων αποκατάστασης που περιλαμβάνουν ιατρική φροντίδα, ψυχολογική υποστήριξη και κοινωνικές παρεμβάσεις είναι απαραίτητη για τη βελτίωση της λειτουργικότητας και της ποιότητας ζωής των επιζώντων εγκαυμάτων.Item Open Access Η επίδραση της νεογνικής λοίμωξης στην πρόσληψη σωματικού βάρους σε νεογνά που νοσηλεύονται σε ΜΕΝΝ(2026-06-11) Σαγιά, Αγγελική; Sagia, AggelikiΗ νεογνική λοίμωξη αποτελεί μία από τις συχνότερες και σοβαρότερες επιπλοκές κατά τη νεογνική περίοδο, ιδίως στα πρόωρα και χαμηλού βάρους γέννησης νεογνά που νοσηλεύονται σε Μονάδες Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών (ΜΕΝΝ). Η εμφάνισή της συνδέεται με αυξημένη νοσηρότητα, παρατεταμένη διάρκεια νοσηλείας και πιθανή επίδραση στη σωματική ανάπτυξη των νεογνών. Η πρόσληψη σωματικού βάρους αποτελεί βασικό δείκτη παρακολούθησης της αύξησης και ανάπτυξης των νεογνών κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση της επίδρασης της νεογνικής λοίμωξης στην πρόσληψη σωματικού βάρους νεογνών που νοσηλεύονται σε ΜΕΝΝ, καθώς και η διερεύνηση πιθανών συσχετίσεων με δημογραφικά και κλινικά χαρακτηριστικά. Πραγματοποιήθηκε αναδρομική μελέτη με τη συλλογή δεδομένων από ιατρικούς φακέλους νεογνών που νοσηλεύτηκαν σε ΜΕΝΝ. Μελετήθηκαν μεταβλητές όπως το φύλο, ο βαθμός προωρότητας, το βάρος γέννησης, ο τύπος και ο αιτιολογικός παράγοντας της λοίμωξης, η διάρκεια νοσηλείας και το βάρος εξόδου. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η νεογνική λοίμωξη σχετίζεται με μειωμένη πρόσληψη σωματικού βάρους και αυξημένη διάρκεια νοσηλείας. Επιπλέον, παρατηρήθηκαν διαφοροποιήσεις ανάλογα με τον υπεύθυνο μικροοργανισμό, ενώ τα νεογνά χαμηλότερου βάρους παρουσίασαν μεγαλύτερη διάρκεια νοσηλείας. Συμπερασματικά, η νεογνική λοίμωξη επηρεάζει αρνητικά τη σωματική ανάπτυξη των νεογνών και παρατείνει τη νοσηλεία, αναδεικνύοντας τη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης, της κατάλληλης θεραπευτικής αντιμετώπισης και της στενής παρακολούθησης της αύξησης για την έγκαιρη διατροφική υποστήριξη.Item Open Access Η συμβολή της ακτινοθεραπείας στην ποιότητα ζωής των ασθενών και οι επιπτώσεις της στη δημόσια υγεία(2026-06-11) Κατηνιώτης, Γεώργιος; Katiniotis, GeorgiosΟ καρκίνος αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα Δημόσιας Υγείας, καθώς επηρεάζει όχι μόνο τη σωματική υγεία του ασθενούς, αλλά και την ψυχολογική, κοινωνική και οικονομική του κατάσταση. Η ακτινοθεραπεία αποτελεί βασικό θεραπευτικό μέσο στην αντιμετώπιση πολλών μορφών καρκίνου και μπορεί να εφαρμοστεί είτε με ριζικό είτε με ανακουφιστικό σκοπό. Ωστόσο, η ολοκλήρωση της ακτινοθεραπείας δεν είναι πάντα εύκολη, ιδιαίτερα για ηλικιωμένους ασθενείς ή ασθενείς με αυξημένη ευαλωτότητα, καθώς η θεραπεία συχνά απαιτεί επαναλαμβανόμενες συνεδρίες, μετακινήσεις, σωματική αντοχή και συνεχή παρακολούθηση. Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν να διερευνηθεί η σχέση ανάμεσα στην ευαλωτότητα των ηλικιωμένων ογκολογικών ασθενών και στην ολοκλήρωση της ακτινοθεραπείας. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο εργαλείο VES-13, το οποίο χρησιμοποιείται για την αναγνώριση ευάλωτων ηλικιωμένων ατόμων. Η εργασία εξετάζει κατά πόσο η βαθμολογία VES-13 μπορεί να σχετίζεται με τη μη ολοκλήρωση της ακτινοθεραπείας, λαμβάνοντας υπόψη και άλλους παράγοντες, όπως η ηλικία, το φύλο, οι συνοδές παθήσεις, το είδος της ακτινοθεραπείας, οι παρενέργειες και η τελική δόση θεραπείας. Η μελέτη είχε αναδρομικό χαρακτήρα και περιέλαβε 60 ηλικιωμένους ογκολογικούς ασθενείς που υποβλήθηκαν σε ακτινοθεραπεία. Από τα αποτελέσματα προέκυψε ότι η πλειονότητα των ασθενών ολοκλήρωσε τη θεραπεία. Συγκεκριμένα, το 73,3% των ασθενών ολοκλήρωσε την ακτινοθεραπεία, ενώ το 26,7% δεν την ολοκλήρωσε. Παρά την ύπαρξη συνοδών παθήσεων, παρενεργειών και αυξημένης ηλικίας, δεν διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική συσχέτιση ανάμεσα στη βαθμολογία VES-13 και στη μη ολοκλήρωση της θεραπείας. Επίσης, δεν βρέθηκε στατιστικά σημαντική σχέση ανάμεσα στην ολοκλήρωση της ακτινοθεραπείας και σε παράγοντες όπως το φύλο, η ηλικία, οι συννοσηρότητες, το είδος της ακτινοθεραπείας και οι παρενέργειες. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η ολοκλήρωση της ακτινοθεραπείας είναι ένα πολυπαραγοντικό ζήτημα και δεν μπορεί να ερμηνευθεί με βάση έναν μόνο δείκτη. Παρότι το VES-13 δεν φάνηκε να αποτελεί στατιστικά σημαντικό προγνωστικό παράγοντα στη συγκεκριμένη μελέτη, παραμένει χρήσιμο ως εργαλείο αρχικής εκτίμησης της ευαλωτότητας. Η ευαλωτότητα των ηλικιωμένων ογκολογικών ασθενών είναι σύνθετη και συνδέεται όχι μόνο με τη σωματική κατάσταση, αλλά και με την ψυχολογική επιβάρυνση, την κοινωνική υποστήριξη, τη λειτουργικότητα και τις πρακτικές δυσκολίες πρόσβασης στη θεραπεία. Συμπερασματικά, η παρούσα εργασία αναδεικνύει την ανάγκη για πιο ολοκληρωμένη και εξατομικευμένη φροντίδα των ηλικιωμένων ογκολογικών ασθενών που υποβάλλονται σε ακτινοθεραπεία. Η επιτυχία της θεραπείας δεν πρέπει να αξιολογείται μόνο με βάση την τεχνική εφαρμογή ή την ολοκλήρωση του θεραπευτικού σχήματος, αλλά και με βάση την ποιότητα ζωής, την υποστήριξη και την ασφάλεια του ασθενούς. Η έγκαιρη αναγνώριση των ασθενών που χρειάζονται περισσότερη βοήθεια μπορεί να συμβάλει στη μείωση των διακοπών, στη βελτίωση της εμπειρίας της θεραπείας και στην παροχή πιο ανθρώπινης και αποτελεσματικής ογκολογικής φροντίδας.Item Open Access Development of a digital educational application in radiation protection for non-radiation health care workers(2026-05-21) Μάρκου, Γεωργία; Markou, GeorgiaIonizing radiation is widely used in modern medical practice for diagnostic and therapeutic purposes and is associated with potential risks. Understanding basic radiation protection principles is important for health care workers not occupationally exposed to ionizing radiation, who may nevertheless encounter exposure under specific conditions. This thesis presents the development of a web based educational application designed to provide fundamental knowledge on ionizing radiation and radiation protection for non radiation health care workers. The educational content is structured into modules covering basic radiation physics, interactions with matter, radiobiology, radiation protection principles, and practical applications. The application also incorporates quizzes with randomly selected questions to support self assessment and reinforce learning. A pilot evaluation was conducted using a structured questionnaire distributed via Google Forms, involving nine participants. The results indicated positive user perceptions regarding usability, clarity, and structure, as well as improved understanding of radiation risks and protection principles. Overall, the application represents a useful educational tool; however, further evaluation involving a larger number of participants and a more robust evaluation design is required to validate the present findings.Item Open Access Έκφραση υποδοχέων νευροδιαβιβαστών σε ζωικό πρότυπο του συνδρόμου εύθραυστου Χ χρωμοσώματος(2025-10-31) Πατσουράκη, Αντωνία Μαρία; Patsouraki, Antonia-MariaΤο σύνδρομο εύθραυστου Χ χρωμοσώματος (Fragile X syndrome, FXS) αποτελεί μια γενετική νευροαναπτυξιακή διαταραχή που χαρακτηρίζεται από νοητική υστέρηση. Το FXS προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο της πρωτεΐνης FMRP (Fragile X Mental Retardation Protein), fmr1 (fragile X messenger ribonucleoprotein 1, fmr1) και συνδέεται με μεταβολές στη διεγερσιμότητα των νευρωνικών δικτύων σε διάφορες εγκεφαλικές περιοχές, συμπεριλαμβανομένου του ιπποκάμπου. Η έλλειψη της FMRP έχει φανεί πως τροποποιεί τα οξύαιχμα κύματα (Sharp Waves, SPWs), μια ενδογενή ιπποκάμπεια δραστηριότητα, που συμβάλλει στη μνημονική παγίωση και την επεξεργασία πληροφοριών, ωστόσο οι μηχανισμοί που διέπουν αυτή την τροποποίηση παραμένουν ακόμη μερικών αδιευκρίνιστοι. Τα SPWs ρυθμίζονται σημαντικά από την ακετυλοχολίνη (ACh) μέσω των μουσκαρινικών υποδοχέων (muscarinic receptors, mAChRs). Στην παρούσα μελέτη, ποσοτικοποιήθηκαν τα επίπεδα έκφρασης των M1, M2 και M4 mAChRs υποδοχέων στις περιοχές CA1, CA3 και DG του ραχιαίου και κοιλιακού ιπποκάμπου σε αγρίου τύπου (WT) και fmr1-knockout (fmr1-KO) ενήλικες αρσενικούς και θηλυκούς Long Evans, επίμυες. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκαν in vitro εξωκυττάριες καταγραφές σε τομές του ραχιαίου και κοιλιακού ιπποκάμπου από αρσενικούς WT και fmr1-KO επίμυες, με σκοπό τη διερεύνηση των μηχανισμών που ελέγχονται από τους μουσκαρινικούς υποδοχείς. Με την ανοσοαποτύπωση Western διαπιστώθηκαν μεταβολές στην έκφραση των μουσκαρινικών υποδοχέων των fmr1-KO επιμύων, καθώς και μεταξύ ραχιαίου και κοιλιακού ιπποκάμπου. Επιπλέον, με τη χρήση της in vitro ηλεκτροφυσιολογίας και φαρμακολογικών παραγόντων που δρουν επί της μουσκαρινικής διαβίβασης, παρατηρήθηκε ότι οι M4 και M1 mAChRs υποδοχείς τροποποιούν τα οξύαιχμα κύματα στον ιππόκαμπο των fmr1-KO επιμύων. Συνολικά, τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι η απουσία της FMRP οδηγεί σε διαταραχή της μουσκαρινικής σηματοδότησης, η οποία ενδέχεται να αποτελέσει μια δυνητική προσέγγιση για την αποκατάσταση της ισορροπίας διέγερσης/αναστολής (Excitation/Inhibition, E/I), που εμφανίζεται διαταραγμένη στο FXS, καθώς και της λειτουργίας του ιπποκαμπικού δικτύου στο σύνδρομο εύθραυστου Χ χρωμοσώματος.Item Open Access Γονιδιωματικές και λειτουργικές αναλύσεις της σηματοδότησης που επηρεάζεται από τον παράγοντα eIF6 σε περιπτώσεις αντοχής σε τρέχουσες αντικαρκινικές θεραπείες(2025-11-05) Αναστογιάννη, Αλεξάνδρα; Anastogianni, AlexandraΤο μελάνωμα αποτελεί μια κακοήθεια του δέρματος που προέρχεται από τα μελανοκύτταρα, τα κύτταρα υπεύθυνα για τη σύνθεση της μελανίνης. Πρόκειται για την πιο επιθετική και μεταστατική μορφή καρκίνου του δέρματος, με τη συχνότητά του να έχει αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Οι σύγχρονες θεραπευτικές προσεγγίσεις, όπως η ανοσοθεραπεία μέσω αναστολής σημείων ελέγχου (immune checkpoint blockade, ICB) και οι στοχευμένες θεραπείες, έχουν οδηγήσει σε αξιοσημείωτη βελτίωση της πρόγνωσης και της επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της νόσου. Ωστόσο, η ICB είναι αποτελεσματική μόνο σε ένα μέρος των ασθενών, ενώ συχνά προκαλεί σοβαρές παρενέργειες που οδηγούν στη διακοπή της θεραπείας. Παράλληλα, οι ασθενείς που λαμβάνουν στοχευμένους μικορμοριακούς αναστολείς, αναπτύσσουν συχνά φαρμακευτική ανθεκτικότητα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, γεγονός που καθιστά κρίσιμη την κατανόηση των μοριακών μηχανισμών που υποκρύπτονται πίσω από το φαινόμενο αυτό. Περίπου το 50% των μελανωμάτων φέρουν ενεργοποιητικές μεταλλάξεις στο γονίδιο BRAF, με τη μετάλλαξη V600E να αποτελεί την πιο συχνή. Η συγκεκριμένη μετάλλαξη προκαλεί σταθερή ενεργοποίηση της κινάσης BRAF και του σηματοδοτικού καταρράκτη MAPK, προάγοντας έτσι τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό και την επιβίωση. Στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης διερευνήθηκαν οι επιδράσεις της επίκτητης ανθεκτικότητας στην αναστολή του BRAF στα σηματοδοτικά μονοπάτια MAPK και PI3K/AKT/mTOR. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκαν δύο σειρές κυττάρων μελανώματος (WM88 και SKMEL-28) με αναπτυγμένη ανθεκτικότητα στο Vemurafenib, τον πρώτο εγκεκριμένο αναστολέα της BRAF κινάσης. Αρχικά δεδομένα έδειξαν ότι ο παράγοντας έναρξης της μετάφρασης eIF6 ενδέχεται να εμπλέκεται στην ανθεκτικότητα των κυττάρων του μελανώματος στο Vemurafenib. Πρόκειται για έναν παράγοντα που παίζει σημαντικό ρόλο βιογένεση της 60S ριβοσωμικής υπομονάδας, ενώ ταυτόχρονα συμμετέχει στη ρύθμιση της έναρξης της μετάφρασης. Για να διερευνηθεί περαιτέρω ο ρόλος του eIF6 στην απόκριση του μελανώματος στη θεραπεία, πραγματοποιήθηκε υπερέκφραση του eIF6 στις ίδιες κυτταρικές σειρές. Στα εν δυνάμει μεταστατικά κύτταρα WM88 με υπερέκφραση του eIF6, παρατηρήθηκε μείωση του κυτταρικού πολλαπλασιασμού και της μεταστατικότητας των κυττάρων, ενώ ταυτόχρονα σημειώθηκε μείωση της βιωσιμότητας τους παρουσία Vemurafenib, υποδηλώνοντας πιθανή ευαισθησία. Τα αποτελέσματα διέφεραν, καθώς στα μεταστατικά κύτταρα SKMEL-28 με υπερέκφραση του παράγοντα παρατηρήθηκε ετερογένεια στην επίδραση που ασκεί ο eIF6. Επιπλέον, εντοπίστηκαν μεταβολές σε δύο από τα πιο συχνά επηρεαζόμενα σηματοδοτικά μονοπάτια σε κακοήθειες — τον καταρράκτη MAPK και το μονοπάτι PI3K/AKT/mTOR — με διαφορετικά πρότυπα φωσφορυλίωσης του eIF4E και των ανωδικών κινασών μεταξύ των δύο κυτταρικών σειρών. Τέλος, ο eIF6 φαίνεται να συμβάλλει στη μείωση του συνολικού ρυθμού πρωτεϊνοσύνθεσης και στις δύο σειρές, μηχανισμός που απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση. Συνολικά, τα αποτελέσματα αυτά παρέχουν μια πρώτη ένδειξη για τον βιολογικό ρόλο του eIF6 σε διαφορετικά στάδια διαφοροποίησης των μελανοκυττάρων και συμβάλλουν στην κατανόηση της πολυπλοκότητας του μελανώματος. Παράλληλα, αναδεικνύουν νέες προοπτικές θεραπευτικών παρεμβάσεων, δεδομένου ότι ο eIF6 φαίνεται να συμμετέχει τόσο στη ρύθμιση της σηματοδότησης των μελανοκυττάρων όσο και σε μηχανισμούς που σχετίζονται με την ανθεκτικότητα.Item Embargo Αξιολόγηση της θεραπευτικής δράσης και των μοριακών επιδράσεων του επιγενετικού αναστολέα panobinostat σε μοντέλα αλλομοσχευμάτων (patient derived xenografts-PDXs) επιθετικού καρκίνου προστάτη(2026-02-05) Κοντογιάννη, Ευθαλία; Kontogianni, EfthaliaΟ καρκίνος προστάτη αποτελεί τον πρώτο σε συχνότητα και δεύτερο σε θνητότητα τύπο καρκίνου στους άνδρες στον δυτικό κόσμο. Η νόσος χαρακτηρίζεται από υψηλή βιολογική ετερογένεια, με μορφές που κυμαίνονται από αργά εξελισσόμενες έως ταχέως επιθετικές. Οι επιθετικές μορφές καρκίνου του προστάτη (Aggressive Variants of Prostate Cancer – AVPC) εμφανίζουν ταχεία εξέλιξη, υποτροπή και κακή πρόγνωση, ενώ οι υφιστάμενες θεραπείες εμφανίζουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για καινοτόμες θεραπευτικές στρατηγικές. Η επιγενετική αφορά σε αναστρέψιμες, κληρονομήσιμες τροποποιήσεις της χρωματίνης που επηρεάζουν τη γονιδιακή έκφραση χωρίς αλλαγή της αλληλουχίας του γονιδιώματος, και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τη μεθυλίωση του DNA και τις τροποποιήσεις των ιστονών. Επιγενετικές αλλαγές στον καρκίνο προστάτη έχουν σχετιστεί με την επιθετικότητα των όγκων. Οι επιγενετικοί αναστολείς, όπως το Panobinostat, στοχεύουν αυτές τις τροποποιήσεις, μέσω ακετυλίωσης των ιστονών, τροποποίησης της χρωματίνης και επαναπρογραμματισμού της γονιδιακής έκφρασης, οδηγώντας σε αναστολή της ανάπτυξης των καρκινικών κυττάρων. Η παρούσα μελέτη διερεύνησε τη δράση του Panobinostat σε δύο προκλινικά AVPC μοντέλα αλλομοσχευμάτων (Patient Derived Xenografts – PDXs): το MDA PCa 144‑4, που αφορά σε νευροενδοκρινές καρκίνωμα, και το MDA PCa 177‑B, που αφορά σε χαμηλής διαφοροποίησης αδενοκαρκίνωμα με συμπεριφορά AVPC. Τα μοντέλα αυτά αντιπροσωπεύουν τη βιολογική ετερογένεια των AVPC όγκων, που περιλαμβάνουν όχι μόνο νεοπλάσματα με μορφολογία νευροενδοκρινούς καρκινώματος αλλά και όγκους με μορφολογία αδενοκαρκινώματος και αναπλαστική συμπεριφορά κλινικά. Μελετήθηκε η επίδραση του φαρμάκου τόσο στην ανάπτυξη των νεοπλασμάτων in vivo όσο και στο μοριακό προφίλ των όγκων και συγκεκριμένα στην έκφραση επιγενετικών δεικτών, όπως οι H3K27ac, H3K27me3, EZH2 και HDAC2, οι οποίοι εμπλέκονται στη ρύθμιση της χρωματίνης και της γονιδιακής έκφρασης. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο επιγενετικός αναστολέας Panobinostat μπορεί να επιβραδύνει την ανάπτυξη των AVPC όγκων και να επηρεάσει την έκφραση επιγενετικών δεικτών. Η στατιστικά σημαντική ανασταλτική δράση του Panobinostat στην αύξηση του όγκου και στα δύο μοντέλα PDX υπογραμμίζει την πιθανή του χρησιμότητα, και αποτελεί τη βάση για περαιτέρω μελέτη του παράγοντα αυτού σε συνδυασμό και με άλλους φαρμακολογικούς παράγοντες. Συνολικά, τα ευρήματα παρέχουν προκαταρκτικές αλλά ενθαρρυντικές ενδείξεις ότι το Panobinostat έχει φαρμακολογική δράση και μπορεί να επηρεάσει επιγενετικά την ανάπτυξη AVPC όγκων, προσφέροντας δυνατότητες βελτίωσης της κλινικής έκβασης και επιβίωσης ασθενών με επιθετικούς υποτύπους καρκίνου του προστάτη. Απαιτείται ωστόσο, περαιτέρω πειραματική και πολυεπίπεδη μοριακή διερεύνηση για την κατανόηση του μηχανισμού δράσης και την εύρεση πιθανών βιοδεικτών απόκρισης, με σκοπό τη μετάφραση αυτών των προκλινικών ευρημάτων σε κλινικές εφαρμογές.