Τμήμα Ιατρικής (ΜΔΕ)

Permanent URI for this collection

Browse

Recent Submissions

Now showing 1 - 5 of 1092
  • Thumbnail Image
    Item
    Open Access
    Διερεύνηση του ρόλου του παράγοντα CDT1 στην καρκινογένεση του παχέος εντέρου και ειδικότερα στους πληθυσμούς των καρκινικών βλαστικών κυττάρων, έπειτα από υπερέκφρασή του σε ανθρώπινες καρκινικές κυτταρικές σειρές του παχέος εντέρου
    Νικολοπούλου, Ελένη; Nikolopoulou, Eleni
    Ο καρκίνος παραμένει μια από τις πιο κοινές αιτίες θανάτου παγκοσμίως, παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην προσπάθεια αντιμετώπισής του. Όλο και περισσότερα δεδομένα δείχνουν ότι συγκεκριμένοι υποπληθυσμοί κυττάρων, που μπορούν να εντοπισθούν σε οποιοδήποτε στάδιο εξέλιξης του καρκίνου, ευθύνονται για την ανάπτυξη αντίστασης στη θεραπεία και είναι γνωστά ως καρκινικά βλαστικά κύτταρα (Cancer Stem Cells, CSCs). Το μοντέλο των καρκινικών βλαστικών κυττάρων (CSC model) υποστηρίζει ότι μόνο ένα μικρό κλάσμα κυττάρων εντός του όγκου έχει δυνατότητα έναρξης του καρκίνου και ότι αυτά τα καρκινικά βλαστικά κύτταρα είναι σε θέση να ξεκινήσουν και να διατηρήσουν την ανάπτυξη του όγκου. Η θεωρία των CSCs παρέχει σημαντικές πληροφορίες που συμβάλλουν στην περαιτέρω κατανόηση της καρκινογένεσης του ανθρώπου και στην ανάπτυξη νέων στρατηγικών για την πρόληψη και τη θεραπεία του. Προηγούμενες μελέτες από το εργαστήριό μας έχουν δείξει ότι ο παράγοντας CDT1, κύριος ρυθμιστής του κυτταρικού κύκλου με σημαντικό ρόλο στην αδειοδότηση της αντιγραφής του DNA, εμπλέκεται στην καρκινογένεση του παχέος εντέρου in vivo. Συγκεκριμένα, παρουσία χημικών μεταλλαξιγόνων, η υπερέκφραση του CDT1 ενισχύει την καρκινογένεση του παχέος εντέρου, ενώ καρκινικοί όγκοι που χαρακτηρίζονται από απορρυθμισμένη έκφραση του παράγοντα παρουσιάζουν αύξηση βλαβών στο DNA και αυξημένη έκφραση δεικτών ειδικών για τα καρκινικά βλαστικά κύτταρα. Για την περαιτέρω διερεύνηση του ρόλου του παράγοντα CDT1 στις stem-like ιδιότητες των καρκινικών κυττάρων, πραγματοποιήθηκε in vitro υπερέκφραση του παράγοντα CDT1 σε κυτταρικές σειρές καρκίνου του παχέος εντέρου και απομόνωση διαφορετικών κυτταρικών πληθυσμών. Οι διαφορετικοί πληθυσμοί καλλιεργήθηκαν σε ειδικό 3D σύστημα προκειμένου εξετασθούν χαρακτηριστικά των CSCs. Τα αποτελέσματα της παρούσας διπλωματικής εργασίας υποστηρίζουν ότι η απορρύθμιση της έκφρασης του CDT1 επηρεάζει την εξέλιξη της καρκινογένεσης, επιδρώντας στα καρκινικά βλαστικά κύτταρα ή σε κύτταρα με ιδιότητες βλαστικών κυττάρων.
  • Thumbnail Image
    Item
    Embargo
    Μελέτη της έκφρασης των παραγόντων της οικογένειας p53 στη δομή του πρώιμου ιππόκαμπου κατά την εμβρυογένεση μυών ελλειμματικών για το γονίδιο GemC1/Lynkeas
    Τριαντοπούλου, Νικολέττα; Triantopoulou, Nikoletta
    Ο ιππόκαμπος αποτελεί πολύπλοκη εγκεφαλική δομή του κροταφικού λοβού των θηλαστικών. Είναι υπεύθυνη για τη δημιουργία και την παγίωση νέων μνημών και σχετίζεται με την εμφάνιση ασθενειών όπως το Αλτσχάιμερ και η Σχιζοφρένεια. Η υποκοκκιώδης ζώνη της οδοντωτής έλικας του ιππόκαμπου (Subgranular Zone - SGZ) αποτελεί σημαντική νευρογενετική φωλεά στον ενήλικο εγκέφαλο. Η παραγωγή νέων κοκκιωδών νευρώνων στον ενήλικο εγκέφαλο οφείλεται στην ύπαρξη ενός πληθυσμού ανενεργών (Quiescent) νευροβλαστών που εντοπίζονται στην SGZ. Τα αποτελέσματά μας έδειξαν ότι ο παράγοντας GemC1 αποτελεί βασικό στοιχείο για την εξασφάλιση της φυσιολογικής ανάπτυξης του ιππόκαμπου στους μύες, ασκώντας επιρροή σε διάφορους κυτταρικούς πληθυσμούς της περιοχής, ανάλογα με το αναπτυξιακό στάδιο που εξετάζουμε. Πιο συγκεκριμένα, πειράματα που πραγματοποιήσαμε σε ελλειματικά για το γονίδιο GemC1 έμβρυα μυών έδειξαν ότι το γονίδιο GemC1 ελέγχει την έκφραση των παραγόντων p73 και p53. Παρατηρήσαμε ότι κατά τη μέση εμβρυογένεση οι GemC1 ελλειμματικοί μύες εμφανίζουν απώλεια της έκφρασης των δύο παραγόντων στην περιοχή του ιππόκαμπου και μείωση του πληθυσμού των πολύ σημαντικών για τη μετανάστευση, και κατ' επέκτασιν για την εξασφάλιση της φυσιολογικής αρχιτεκτονικής της δομής, Cajal-Retzius νευρώνων. Επιπλέον, παρατηρήθηκε αύξηση της αποπτωτικής δραστηριότητας σε έναν πληθυσμό διαφοροποιημένων νευρώνων που εντοπίζονται στην περιοχή κατά το εν λόγω στάδιο. Μετέπειτα ανάλυση σε GemC1 ελλειμματικούς μύες μεταγεννητικού σταδίου, για τη διερεύνηση της επίδρασης της απουσίας του γονιδίου στην αρχιτεκτονική της δομής, κατέδειξε ότι η απώλεια της λειτουργικής δράσης του γονιδίου GemC1 οδηγεί σε σημαντικές αλλοιώσεις της αρχιτεκτονικής της δομής του ιππόκαμπου, ιδιαιτέρως στα πεδία CA1-CA3, αλλά και στην περιοχή της οδοντωτής έλικας, όπου φαίνεται να επηρεάζεται ο προαναφερθείς πληθυσμός ανενεργών νευροβλαστών που δίνει γένεση στους κοκκιώδεις νευρώνες. Συνολικά, τα αποτελέσματα της παρούσας εργασίας καταδεικνύουν ότι ο παράγοντας GemC1 επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξη του ιππόκαμπου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επίδραση της απουσίας του GemC1 στην περιοχή της SGZ που αποτελεί βασική νευρογενετική φωλεά μαζί με την υποκοιλιακή ζώνη, περιοχή στην οποία προηγούμενες μελέτες μας κατέδειξαν ότι ο GemC1 διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. Πλέον, φαίνεται πως το γονίδιο GemC1 επηρεάζει μεταξύ άλλων και την SGZ και απαιτούνται περαιτέρω πειράματα για την αποκάλυψη του μηχανισμού δράσης του γονιδίου στην εν λόγω περιοχή.
  • Thumbnail Image
    Item
    Open Access
    Επίδραση των φυσικών ισομορφών της ανθρώπινης απολιποπρωτεΐνης Ε2 και Ε4 στις επαγόμενες από υπογοναδισμό μεταβολικές διαταραχές σε πειραματικά μοντέλα αρσενικών μυών
    (2022-11-04) Καράμπελα, Δήμητρα Σωτηρία; Karampela, Dimitra Sotiria
    Η τεστοστερόνη είναι γνωστό ότι αποτελεί ρυθμιστή των μεταβολικών διεργασιών του οργανισμού όπως του μεταβολισμού των υδρογονανθράκων και της γλυκόζης. Παράλληλα, συμμετέχει στην ανάπτυξη διαταραχών όπως της φλεγμονής, της δυσλειτουργίας του ενδοθηλίου και της εμφάνισης του οξειδωτικού στρες. Η υποκατάσταση των αρσενικών ορμονών του φύλου (ADT), χρησιμοποιείται ως θεραπεία σε σοβαρές περιπτώσεις ορμονοεξαρτώμενου καρκίνου του προστάτη, παρά τις δευτερεύουσες επιπτώσεις στο μεταβολισμό των λιπιδίων και των καρδιαγγειακών ασθενειών. Συγκεκριμένα, άτομα με έλλειψη τεστοστερόνης εμφανίζουν αύξηση της LDL χοληστερόλης, των τριγλυκεριδίων και ανάπτυξη ανοχής στην ινσουλίνη. Πρόσφατα δεδομένα του εργαστηρίου μας, επισημαίνουν το σημαντικό ρόλο του υποδοχέα της LDL (LDLR) στη μεταβολική ενεργοποίηση του λιπώδους ιστού καθώς και συνολικά στο μεταβολισμό λιπιδίων απουσία τεστοστερόνης. Εδώ μελετάμε την επίδραση της έλλειψης τεστοστερόνης συνδυαστικά με δύο ισομορφές της απολιποπρωτεΐνης Ε (APOE), τις APOE2 και APOE4, στη ρύθμιση του μεταβολισμού των λιπιδίων του πλάσματος, της ομοιόστασης στο μεταβολισμό της γλυκόζης καθώς και στη μεταβολική ενεργοποίηση του λιπώδους ιστού. Για τις μελέτες μας χρησιμοποιήθηκαν ποντίκια που εκφράζουν την ανθρώπινη APOE2 (Apoe2 knock-in) ή την ανθρώπινη APOE4 (Apoe4 knock-in) τα οποία μετά τον χειρουργικά επαγόμενο υπογοναδισμό (castrated) ή το ψευδοχειρουργείο (ομάδα αναφοράς-sham), τους χορηγήθηκε δίαιτα δυτικού για 12 εβδομάδες. Στο διάστημα αυτό έγιναν αναλύσεις σε ζωντανά ζώα όσον αφορά στο μεταβολισμό των λιπιδίων και των υδρογονανθράκων ενώ συλλέχθηκε και ιστός για περαιτέρω αναλύσεις μετά τη θανάτωσή τους. Τα δεδομένα που προέκυψαν από τις αναλύσεις, υποδηλώνουν μείωση σωματικού βάρους μόνο στα ευνουχισμένα Apoe4 knock-inποντίκια. Τα ευνουχισμένα Apoe2 knock-in ποντίκια, εμφανίζουν μειωμένα επίπεδα Ucp1 και CytC στα μιτοχονδριακά κλάσματα που απομονώθηκαν από το φαιό λιπώδη ιστό (BAT) και αυξημένα επίπεδα στα μιτοχονδριακά κλάσματα που απομονώθηκαν από το λευκό λιπώδη ιστό (WAT), γεγονός που φαίνεται να συνδράμει στην έλλειψη διαφορών μεταξύ των Apoe2 knock-in ποντικιών. Παράλληλα, φαίνεται ότι το μειωμένο σωματικό βάρος στα Apoe4 knock-in ποντίκια δεν οδήγησε σε βελτιωμένο μεταβολισμό της γλυκόζης ή σε ρύθμιση της εναπόθεσης τριγλυκεριδίων στο ήπαρ. Και στις δύο ομάδες διαφορετικού γονοτύπου φαίνεται ότι ο χειρουργικά επαγόμενος ευνουχισμός διατάραξε το μεταβολισμό των λιποπρωτεϊνών με διαφορετικό τρόπο. Συγκρίνοντας τις δύο πειραματικές ομάδες γίνεται ορατό ότι η επίδραση της έλλειψης τεστοστερόνης στο μεταβολισμό είναι σχετιζόμενη με την ισομορφή της APOE που εκφράζεται.
  • Thumbnail Image
    Item
    Embargo
    Διερεύνηση της συνέκφρασης των διαύλων AQP4 και TRPV4 στα γλοιώματα και συσχέτιση της έκφρασής τους με κλινικοπαθολογικά χαρακτηριστικά των ασθενών
    (2023-11-17) Σάββα, Παναγιώτα; Savva, Panagiota
    Τα γλοιώματα είναι οι συχνότεροι πρωτοπαθείς όγκοι του εγκεφάλου στους ενήλικες, και αποτελούν το 78% των όγκων με κακοήθεια στον εγκέφαλο. Αναπτύσσονται από τα κύτταρα της γλοίας τα οποία αποτελούν τα υποστηρικτικά κύτταρα των νευρικών κυττάρων του νευρικού συστήματος. H Ακουαπορίνη-4 (AQP4) θεωρείται ο πιο σημαντικός δίαυλος που μεταφέρει νερό στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (ΚΝΣ). Η έκφραση της στα αστροκύτταρα τα οποία συμβάλλουν στον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και στο φραγμό μεταξύ εγκεφάλου και εγκεφαλονωτιαίου υγρού καταδεικνύει το σημαντικό της ρόλο στη διακίνηση του νερού για τη σωστή λειτουργία του εγκεφάλου. Τα κύτταρα γλοιώματος προσαρμόζουν γρήγορα τον όγκο των κυττάρων τους ως απόκριση σε ωσμωτικές προκλήσεις. Αυτές οι αλλαγές στον όγκο των κυττάρων είναι πιθανό να συμπεριλαμβάνουν τις μετακινήσεις του νερού μεταξύ των δύο πλευρών της κυτταρικής μεμβράνης μέσω της AQP4. Έχει βρεθεί ότι η έκφραση της AQP4 στα κύτταρα γλοιωμάτων είναι υψηλότερη σε σχέση με το φυσιολογικό ιστό. Ένα σύμπλοκο μεταξύ της AQP4 και του δίαυλου ιόντων με δυνατότητα παροδικού υποδοχέα (TRPs), της οικογένειας των βανιλλοειδών τύπου 4 (TRPV4) φαίνεται να εμπλέκεται στη ρύθμιση του όγκου στα νευρογλοιακά κύτταρα. Σκοπός της παρούσας μεταπτυχιακής εργασίας ήταν η διερεύνηση της συνέκφρασης των διαύλων AQP4 και TRPV4 σε γλοιώματα και της πιθανής συσχέτισης τους με τα κλινικοπαθολογικά χαρακτηριστικά των ασθενών (βαθμό κακοήθειας όγκου, ηλικία και φύλο των ασθενών). Η ανοσοϊστοχημική έκφραση των AQP4 και TRPV4 μελετήθηκε σε αρχειακό υλικό 56 ασθενών με αστροκύττωμα βαθμού κακοήθειας ΙΙ, ΙΙΙ και ΙV ενώ τα επίπεδα mRNA των AQP4 και TRPV4 ποσοτικοποιήθηκαν με qRT-PCR σε 17 δείγματα. Επίσης, αξιολογήθηκε και η μικροαγγειακή πυκνότητα (MVD) με την χρήση της ενδογλίνης. Η έκφραση της AQP4 παρατηρήθηκε στο 78% των συνολικών γλοιωμάτων, με τα υψηλότερα επίπεδα να παρατηρούνται στους όγκους χαμηλού βαθμού κακοήθειας (Grade II). Παρόμοια επίπεδα έκφρασης της AQP4 με τα χαμηλού βαθμού κακοήθειας παρατηρήθηκαν και στα αστροκυττώματα βαθμού κακοήθειας ΙΙΙ ενώ στα πολύμορφα γλοιοβλαστώματα που μελετήθηκαν η έκφραση της εμφανίζεται αισθητά μειωμένη. Ωστόσο η στατιστική ανάλυση δεν ανέδειξε ότι η διαφορά στα επίπεδα έκφρασης της AQP4 μεταξύ των βαθμών κακοήθειας των γλοιωμάτων είναι σημαντική. Επιπλέον, δεν παρατηρήθηκε συσχέτιση των επιπέδων έκφρασης της AQP4 με το φύλο ή την ηλικία των ασθενών. Η έκφραση του TRPV4 παρατηρήθηκε στο 89% των συνολικών γλοιωμάτων που μελετήθηκαν, με τα υψηλότερα επίπεδα να παρατηρούνται στα γλοιοβλαστώματα (Grade IV). Παρόμοια επίπεδα έκφρασης παρατηρήθηκαν στα αστροκυττώματα βαθμού κακοήθειας ΙΙ και ΙΙΙ. Η στατιστική ανάλυση ανέδειξε ότι τα αυξημένα επίπεδα του TRPV4 που παρατηρούνται στα γλοιοβλαστώματα είναι στατιστικώς σημαντικά (p = 0,02) σε σύγκριση με τα αστροκυττώματα βαθμού ΙΙ, αποτέλεσμα που υποδεικνύει συσχέτιση της έκφρασης του TRPV4 με το βαθμό κακοήθειας. Ενδιαφέρον εύρημα αποτελεί το γεγονός ότι η έκφραση του TRPV4 στα γλοιοβλαστώματα που μελετήθηκαν συσχετίστηκαν σημαντικά με την ηλικία των ασθενών, (p = 0,01).Στο σύνολο των περιστατικών που μελετήθηκαν, τα επίπεδα έκφρασης του TRPV4 ήταν στατιστικώς σημαντικά υψηλότερα σε σχέση με τα επίπεδα της AQP4 (p = 0,03). Ειδικότερα, στα γλοιοβλαστώματα παρατηρήθηκαν τα υψηλότερα επίπεδα έκφρασης για το TRPV4 σε σχέση με την AQP4, (p = 0,001). Συσχέτιση των επιπέδων έκφρασης των δύο διαύλων δεν παρατηρήθηκε στα αστροκυττώματα βαθμού ΙΙ και ΙΙΙ, (p>0,05). Αντίθετα, στα γλοιοβλαστώματα (βαθμού κακοήθειας IV), ενώ η έκφραση του TRPV4 εμφανίζεται στατιστικώς σημαντικά αυξημένη, η ανάλυση κατά Spearman υπέδειξε ότι η έκφραση αυτών των δύο διαύλων συσχετίζεται, υποδηλώνοντας ότι πιθανόν αυτοί οι δύο δίαυλοι να συνεργάζονται, (p = 0,004). Η αξιολόγηση της πυκνότητας των μικροαγγείων (MVD) με τη χρήση της ενδογλίνης ανέδειξε στατιστικώς σημαντικά υψηλότερες τιμές MVD στα υψηλού βαθμού κακοήθειας αστροκυττώματα (p = 0,0023). Επίσης, τα επίπεδα έκφρασης της AQP4 συσχετίστηκαν αρνητικά με την πυκνότητα των μικροαγγείων (MVD) (p = 0,028).Υψηλότερα επίπεδα mRNA τόσο του γονιδίου της AQP4 όσο και του γονιδίου του TRPV4 παρατηρήθηκαν στα γλοιοβλαστώματα. Επίσης, υψηλότερα επίπεδα mRNA του TRPV4 παρατηρήθηκαν σε σχέση με τα αντίστοιχα της AQP4. Οι διαφορές αυτές δεν είναι στατιστικώς σημαντικές (p>0,05). Η στατιστική ανάλυση κατά Spearman ανέδειξε υψηλή συσχέτιση των επιπέδων mRNA των δίαυλων AQP4/TRPV4 τόσο συνολικά (p = 0,02 και Spearman’s rho = 0,59) όσο και στα γλοιοβλαστώματα (p = 0,0006 και Spearman’s rho = 0,86), εύρημα το οποίο βρίσκεται σε συμφωνία με τα αντίστοιχα αποτελέσματα της ανοσοϊστοχημείας. Με βάση τα πιο πάνω αποτελέσματα εξάγεται το συμπέρασμα ότι πιθανόν οι δίαυλοι AQP4 και TRPV4 συνεργάζονται και συμμετέχουν στην κακοήθεια των γλοιωμάτων. Όμως, απαιτούνται περισσότερες και πιο εξειδικευμένες μελέτες, με περισσότερα δείγματα για να διευκρινιστεί αν όντως η συνέκφραση τους διαδραματίζει κάποιο ουσιαστικό ρόλο στα γλοιώματα.
  • Thumbnail Image
    Item
    Embargo
    Vibrio parahaemolyticus και Vibrio vulnificus – Δονάκια που μεταδίδονται με τα τρόφιμα. Νεότερα δεδομένα
    (2022) Γιαννοπούλου, Ιωάννα; Giannopoulou, Ioanna
    Τα δονάκια, συμπεριλαμβανομένου του Vibrio cholerae, αποτελούν το αίτιο λοιμώξεων σε ανθρώπους και υδρόβια ζώα παγκοσμίως. Αυτά τα αρνητικά κατά Gram βακτήρια αναπτύσσονται σε ζεστά νερά χαμηλής αλατότητας και συναντώνται κυρίως σε υφάλμυρα νερά, όπως οι εκβολές ποταμών και θάλασσες σε όλη την υφήλιο. Μεταξύ των 12 ειδών του γένους Vibrio που είναι παθογόνα για τον άνθρωπο, τα τρία συχνότερα αναφερόμενα αίτια λοιμώξεων είναι τα Vibrio cholerae, Vibrio parahaemolyticus και Vibrio vulnificus. Το V.parahaemolyticus είναι το συνηθέστερα απομονωμένο δονάκιο μαζί με το V. cholerae. Όπως και τα υπόλοιπα είδη αυτού του γένους, βρίσκεται στο θαλάσσιο περιβάλλον. Προκαλεί γαστρεντερίτιδα ως αποτέλεσμα της κατανάλωσης ωμών ή ατελώς επεξεργασμένων τροφίμων, ιδιαίτερα αλιευμάτων. Τα περισσότερα λοιμογόνα στελέχη του V. parahaemolyticus παράγουν μια θερμοανθεκτική αιμολυσίνη (TDH, TThermostable Direct Hemolysin, γνωστή επίσης και ως αιμολυσίνη Kanagawa), ενώ διαθέτουν και διάφορους άλλους παθογενετικούς μηχανισμούς. Από τα άλλα είδη του γένους Vibrio, ιδιαίτερα σημαντικό ως παθογόνο θεωρείται το V. vulnificus, το οποίο μπορεί να προκαλέσει σοβαρές λοιμώξεις του γαστρεντερικού. Το V. vulnificus προκαλεί μολύνσεις τραυμάτων και σηψαιμία μετά από έκθεση σε μολυσμένο θαλασσινό νερό, που μπορεί να αποβούν θανατηφόρες. Συγκεκριμένα, οι λοιμώξεις τραυμάτων χαρακτηρίζονται αρχικά από οίδημα, ερύθημα, πόνο, και ακολούθως από ανάπτυξη φυσαλίδων ή πομφολύγων και τελικά νέκρωση ιστών. Οι λοιμώξεις είναι βαρύτατες όταν ο ασθενής έχει ηπατική νόσο, διαταραχές της αιμοποίησης ή χρόνια νεφρική ανεπάρκεια ή όταν λαμβάνονται ανοσοκατασταλτικά φάρμακα. Τα V. parahaemolyticus και V. vulnificus είναι οι κύριες αιτίες λοιμώξεων και θνησιμότητας που σχετίζονται με τα αλιεύματα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στην Ευρώπη, η νόσος από V. parahaemolyticus σπάνια αναφέρεται, γεγονός που οφείλεται στην έλλειψη προγραμμάτων επιτήρησης και κατά συνέπεια στην περιορισμένη επισήμανση της νόσου. Ωστόσο, έχουν καταγραφεί σποραδικές εξάρσεις νόσου από V. parahaemolyticus, όπως αυτή που αφορούσε 80 κρούσματα γαστρεντερίτιδας από V. parahaemolyticus τον Iούλιο του 2004 μετά από κατανάλωση βραστών καβουριών σε εστιατόριο στην Coruna της Ισπανίας. Το ενδιαφέρον για τα δονάκια ως παθογόνων παραγόντων έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια λόγω της κλιματικής αλλαγής. Πρόσφατα, η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) έχει επισημάνει ότι η αυξανόμενη θερμοκρασία του θαλασσινού νερού ευνοεί την ανάπτυξη των Vibrio spp. στη θάλασσα. Κατά συνέπεια τα δονάκια είναι πιθανά αναδυόμενα τροφιμογενή παθογόνα, άποψη που εν μέρει επιβεβαιώνεται από την παράλληλη αύξηση της συχνότητας εμφάνισης ασθενειών που σχετίζονται με το V. parahaemolyticus και το V. vulnificus παγκοσμίως. Κατά συνέπεια η κλιματική αλλαγή και το θερμότερο θαλάσσιο περιβάλλον ευνοεί τον πολλαπλασιασμό των Vibrio spp. και δημιουργεί αυξημένο κίνδυνο μόλυνσης του ανθρώπου, αποτελώντας ένα παράδειγμα Ενιαίας Υγείας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει η εμφάνιση ιδιαίτερα παθογόνων οροτύπων των V. parahaemolyticus και V. vulnificus σε παγκόσμια κλίμακα. Η μικροβιακή αντοχή αυτών των δύο παθογόνων δεν είναι τόσο καλά τεκμηριωμένη όσο η αντοχή άλλων βακτηριακών παθογόνων που μεταδίδονται από τα τρόφιμα. Τα Vibrio spp. είναι συνήθως ευαίσθητα στα περισσότερα αντιμικροβιακά που χρησιμοποιούνται στη θεραπευτική του ανθρώπου και των ζώων. Ωστόσο, ο αριθμός των μελετών που αναφέρουν αντοχή των Vibrio spp. σε αρκετά από τα χρησιμοποιούμενα αντιβιοτικά διαρκώς αυξάνεται. Η συνηθέστερα παρατηρούμενη μικροβιακή αντοχή περιλαμβάνει αντοχή στην αμπικιλλίνη, πενικιλλίνη και τετρακυκλίνη. Η παρουσία ανθεκτικών και πολυανθεκτικών βακτηρίων στα υδρόβια περιβάλλοντα εγείρει ιδιαίτερη ανησυχία για την ανθρώπινη υγεία και κατά δεύτερο λόγο για την υγεία των εκτρεφόμενων ψαριών και οστρακοειδών. Κατά συνέπεια, ιδιαίτερη σημασία έχει η κατανόηση των παθογενετικών μηχανισμών των V. parahaemolyticus και V. vulnificus, των μεθόδων απομόνωσής τους καθώς και ο χαρακτηρισμός της πιθανής αντοχής τους στα αντιβιοτικά. Σκοπός της παρούσας συστηματικής βιβλιογραφικής ανασκόπησης είναι η ανάλυση αυτών των χαρακτηριστικών, η γνώση των οποίων αποσκοπεί στην πρόληψη, διάγνωση και αντιμετώπιση λοιμώξεων από αυτά τα βακτήρια, που όπως διαφαίνεται θα μας απασχολήσουν στο μέλλον. Η συστηματική βιβλιογραφική ανασκόπηση πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της βάσης PRISMA (Preferred Reporting Items for Systematic Reviews and Meta-Analyses). Η αναζήτηση έγινε στις ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων Scopus, Pubmed και Google Scholar χρησιμοποιώντας τις ακόλουθες λέξεις-κλειδιά Vibrio parahaemolyticus, Vibrio vulnificus, food-borne diseases, virulence factors, antimicrobial susceptibility, biosurveillance, public health, antibiotic resistance, climate change, infectious disease.