Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών (ΔΔ)

Permanent URI for this collection

Browse

Recent Submissions

Now showing 1 - 15 of 15
  • ItemOpen Access
    Η τοποειδική χωρική πρακτική ως πεδίο σύζευξης τέχνης και αρχιτεκτονικής στο έργο των Aldo Van Eyck, Daniel Buren, Dan Graham, Maria Nordman και Rachel Whiteread
    (2024-01-16) Μανδηλάρη, Αγγέλα; Mandilari, Aggela
    Η παρούσα μελέτη συνιστά παρουσίαση και θεωρητικό συσχετισμό παραδειγμάτων τοποειδικής πρακτικής στον αστικό ιστό και στο ευρύτερο αστικό τοπίο και εστιάζει στη λειτουργία του τοποειδικού έργου ως υλική εισαγωγή και ως μηχανισμό ανακατασκευής του αστικού αρχιτεκτονικού περιβάλλοντος σε πραγματικό και σε νοητικό επίπεδο. Κάθε περίπτωση εξετάζεται ως μια διαφορετική εκδοχή σύζευξης τέχνης και αρχιτεκτονικής ως προς το νόημα και τους τρόπους έκφρασής της αλλά και ως προς την εξερεύνηση της τοποθεσίας με βάση τις κατηγορίες του ειδικού, του σχεσιακού και των διαφορετικών εμφανίσεών αυτών. Από τη στιγμή που το τοποειδικό έργο αφορά καταρχήν στη σχέση μέρους και συνόλου, ειδικού και γενικού, τα γενικά ερώτηματα τα οποία η έρευνα επιχειρεί να απαντήσει είναι τα εξής: Τι είδους συναρθρώσεις υλοποιούνται σε κάθε περίπτωση ανάμεσα στο έργο και στο συγκείμενο και σε ποιες νέες προσλήψεις και αντιλήψεις του χώρου οδηγούν; Πώς διαφοροποιείται η σχέση έργου και συγκείμενου και πώς αυτή διαμορφώνεται γύρω από τις έννοιες της παρουσίας και της διαφάνειας; Σε τι βαθμό το τοποειδικό έργο στην περίπτωση ενσωμάτωσης του αρχιτεκτονικού μπορεί να λειτουργήσει ως πεδίο έκφρασης και μεταφορικής υλοποίησης της κοινωνικής διάστασης της αρχιτεκτονικής με την έννοια της συνδιαμόρφωσής της με την κοινωνική χωρικότητα; Σε τι βαθμό στο πεδίο της ειδικής τοποειδικής συνθήκης σύζευξης τέχνης και αρχιτεκτονικής η αρχιτεκτονική μπορεί να προσεγγίσει τη διαφεύγουσα συνθήκη του αστικού; Η επιλογή έργων από διαφορετικές δεκαετίες της περιόδου του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα στοχεύει στην ανάδειξη του διαφορετικού λεξιλογίου και των διαφορετικών εκφραστικών εργαλείων τα οποία κάθε φορά επιστρατεύονται στο πλαίσιο της τοποειδικής συνθήκης και της αναζήτησης νέων μορφών ανακατασκευής, επανα-ιδιοποίησης και επανα-εννοιολόγησης του χώρου ως κοινωνικού και συλλογικού τόπου. Εντούτοις, στόχο της παρούσας έρευνας και της συγκεκριμένης επιλογής παραδειγμάτων δεν αποτελεί ο εντοπισμός και η ανάδειξη διαφορετικών κατηγοριών τοποειδικής χωρικής πρακτικής αλλά αντίθετα η προβληματικοποίηση κοινών θεωρητικών εννοιών μέσα από διαφορετικούς τρόπους έκφρασης και υλοποίησης καθώς και η ανάδειξη νέων ενδεχόμενων κατευθύνσεων των εννοιών αυτών.
  • ItemEmbargo
    Η αρχιτεκτονική της κατοικίας στην περιοχή του Βοΐου Κοζάνης από τον 18ο έως τα μέσα του 20ού αιώνα : οι οικισμοί δυτικά του Αλιάκμονα
    (2023-09-22) Ώττα, Καλλινίκη; Otta, Kalliniki
    Οι ορεινοί οικισμοί του δυτικού τμήματος της περιοχής του Βοΐου (πρώην επαρχίας Ανασελίτσας) του νομού Κοζάνης, στη Δυτική Μακεδονία, παρουσιάζουν ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον. Η περιοχή αποτέλεσε κατά το παρελθόν και μέχρι τα μέσα του 20ού αι. έναν από τους σημαντικότερους τόπους καταγωγής μαστόρων οικοδόμων στον ελλαδικό χώρο. Οι Ανασελιτσιώτες μάστορες, οργανωμένοι σε «παρέες», εργάστηκαν στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλα αστικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και αργότερα του Ελληνικού κράτους, κατασκευάζοντας ιδιωτικά και δημόσια έργα, από εκκλησίες, σχολεία, γεφύρια και κατοικίες μέχρι κάστρα, παλάτια και τζαμιά. Η περιοχή αναδείχθηκε, ιδιαίτερα κατά τον 19ο αι., ως ένα ακόμη από τα οικονομικά θαύματα του ορεινού βαλκανικού χώρου. Παρουσιάζει συγγένεια και στενούς δεσμούς με τη γειτονική Ήπειρο, με την οποία συνθέτει τις δύο όψεις του ίδιου γεωγραφικού τόπου, αυτού της Βόρειας Πίνδου. Η παρούσα μελέτη εξετάζει την αρχιτεκτονική της κατοικίας των οικισμών της δυτικής Ανασελίτσας από τον 18ο αι. έως τα μέσα του 20ού αι., η οποία δεν έχει μελετηθεί μέχρι σήμερα. Η έρευνα οργανώθηκε μέσω επιτόπιων επισκέψεων και βασίστηκε στην αποτύπωση, τη φωτογράφηση και τη λεπτομερή τεκμηρίωση επιλεγμένων και χαρακτηριστικών κτηρίων. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στον μεγαλύτερο και σημαντικότερο οικισμό, τον Πεντάλοφο (Ζουπάνι), αλλά και ορισμένους μικρότερους, όπως το Δίλοφο (Λιμπόχοβο) και την Αγία Σωτήρα (Σβόλιανη), οι οποίοι παρουσιάζουν ικανοποιητικό βαθμό διατήρησης. Συνολικά αποτυπώθηκαν και τεκμηριώθηκαν 85 κατοικίες σε 19 οικισμούς. Το υλικό που συγκεντρώθηκε επέτρεψε τη μελέτη της εξέλιξης της κατοικίας στο διάστημα δύο περίπου αιώνων, από κτηριολογική, κατασκευαστική και τυπολογική άποψη, ως έκφραση της ιστορικής διαδρομής του τόπου κατά την περίοδο αυτή. Η αρχιτεκτονική της κατοικίας μπορεί να διακριθεί σε τρεις επιμέρους ενότητες. Η πρώτη καλύπτει την περίοδο από τα μέσα του 18ου αιώνα (οπότε και εντοπίζονται τα παλαιότερα σωζόμενα δείγματα) έως τα μέσα του 19ου αιώνα, κατά την οποία αποκρυσταλλώνονται τα χαρακτηριστικά μιας οργανωμένης κοινωνίας με αγροτική οικονομική δομή. Τα κτίσματα που ανήκουν στην περίοδο αυτή στοχεύουν στην εξυπηρέτηση των λιτών αναγκών της καθημερινής ζωής. Οι κύριοι χώροι της κατοικίας είναι λίγοι σε αριθμό και ισομοιράζονται με τους βοηθητικούς, στο σύνολο της επιφάνειας του σπιτιού, σε ισόγειο και τουλάχιστον έναν όροφο. Στο ίδιο κέλυφος όπου διαβιεί η οικογένεια αποθηκεύονται τα αγαθά και σταβλίζονται τα λίγα ζώα της οικογένειας. Κάθε οικογένεια χρησιμοποιεί ένα μεγάλο δωμάτιο στο οποίο εξυπηρετούνται όλες οι ανάγκες της (διημέρευση, ύπνος, φαγητό). Εκτός από τα δωμάτια, στον όροφο υπάρχει συνήθως ένας εκτεταμένος ημιυπαίθριος χώρος για κυκλοφορία, εργασία και διημέρευση. Το σπίτι είναι ανοικτό στο ύπαιθρο, αντανακλώντας την αγροτοκτηνοτροφική οργάνωση της οικονομίας. Τα χαρακτηριστικά της κατασκευής προσδίδουν στα σπίτια έντονα οχυρό χαρακτήρα, αναγκαίο για την προστασία και τη διαβίωση των ενοίκων τους στις δύσκολες συνθήκες μιας εποχής, που χαρακτηρίζεται από την έξαρση της ληστείας. Η δεύτερη αρχιτεκτονική ενότητα εκφράζει την περίοδο από τα μέσα μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, κατά την οποία οι αποδημίες των μαστόρων οικοδόμων αυξάνονται και οι οικισμοί αποκτούν τη μέγιστη πληθυσμιακή και οικονομική ακμή τους και αντίστοιχη οικοδομική άνθηση. Στον περίγυρο των πατρικών σπιτιών κτίζονται σπίτια για τα νεότερα μέλη της οικογένειας και οι γειτονιές σταδιακά πυκνώνουν. Η οργάνωση του σπιτιού μεταβάλλεται, καθώς αποκτά περισσότερους κύριους χώρους. Η κατοικία αναπτύσσεται σε μικρότερη επιφάνεια αλλά με μεγαλύτερο ύψος από πριν. Οι χώροι που προηγουμένως ήταν ανοικτοί κατασκευάζονται τώρα εξαρχής κλειστοί. Τα χαρακτηριστικά αυτά φανερώνουν την απομάκρυνση του σπιτιού από τον αγροτικό του χαρακτήρα και την προσέγγιση ενός περισσότερο «αστικού» τρόπου ζωής. Η τρίτη αρχιτεκτονική ενότητα εκφράζει την περίοδο από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τον Μεσοπόλεμο, κατά την οποία πλέον έχει επιτευχθεί ένα υψηλότερο βιοτικό επίπεδο, ενώ, με την εξάλειψη της ληστείας, έχουν εμπεδωθεί συνθήκες ασφάλειας. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από την καθοριστική επίδραση στην αρχιτεκτονική του ρεύματος του Νεοκλασικισμού. Οι μορφές του συνδέονται με τις μορφές που κυριαρχούν στα κτήρια του ελεύθερου Ελληνικού κράτους, λειτουργώντας ως συμβολική έκφραση της απελευθέρωσης του τόπου. Ο σχεδιασμός του σπιτιού γίνεται εσωστρεφής και αυστηρός, χωρίς ανοικτούς χώρους, και ακολουθεί κανόνες συμμετρίας, με χρήση μορφολογικών στοιχείων, όπως αετωμάτων, κλπ. Οι κύριοι χώροι είναι τώρα περισσότεροι, καθώς οι βοηθητικές χρήσεις απομακρύνονται από το εσωτερικό του σπιτιού, στεγαζόμενες σε βοηθητικά κτίσματα της αυλής. Τα δωμάτια αποκτούν διαφορετικές μεταξύ τους χρήσεις και εξοπλίζονται με έπιπλα. Τα σπίτια προβάλλονται στις πλαγιές των οικισμών με φανερή διάθεση μνημειακότητας, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις η κατοικία λειτουργεί ως μέσον κοινωνικής επίδειξης της ανερχόμενης αστικής τάξης. Ο σχεδιασμός αντανακλά πρότυπα αστικά και φανερώνει ακαδημαϊκές επιδράσεις. Οι τρεις αρχιτεκτονικές ενότητες χαρακτηρίζονται από εσωτερική αλληλουχία και συνιστούν ενιαίο σύνολο στο οποίο κυριαρχεί ένα ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ύφος, όπως εκφράστηκε στο πλαίσιο μίας συντηρητικής, κλειστής κοινωνίας. Το Βόιο, στο περιθώριο της επαρχίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και, από το 1912, του Ελληνικού κράτους, μεταφέ¬ρει τις πρότυπες μορφές των αστικών κέντρων στον τόπο του, απλουστευμένες και προσαρ¬μοσμένες στις δικές του ανάγκες και δυ¬νατότητες, φιλτραρισμένες από ένα πνεύμα λιτότητας και οικονομίας.
  • ItemOpen Access
    Ενσωμάτωση του υδρολογικά ευαίσθητου σχεδιασμού σε τυπικό οικοδομικό τετράγωνο στην ελληνική πόλη
    Παπανικολάου, Κυρατσούλα Τερέζα; Papanikolaou, Kyratsoula Tereza
    Η διαδικασία αστικοποίησης σε πολλές πόλεις παγκοσμίως έχει διαταράξει τον φυσικό κύκλο του νερού, κυρίως λόγω της αυξημένης αστικής πυκνότητας, των αδιαπέραστων επιφανειών και των ανεπαρκών χώρων πρασίνου. Οι συμβατικές μέθοδοι διαχείρισης των ομβρίων υδάτων δίνουν προτεραιότητα στην ταχεία συλλογή και αποστράγγιση, με αποτέλεσμα τη μείωση της διήθησης και της εξάτμισης. Σε συνδυασμό με την προβλεπόμενη εντατικοποίηση των ακραίων βροχοπτώσεων λόγω της κλιματικής αλλαγής, αυτές οι αλλαγές έχουν σημαντικές επιπτώσεις. Η διδακτορική αυτή διατριβή εστιάζει στην πόλη της Αθήνας, στην Ελλάδα, η οποία γνώρισε έντονη αστικοποίηση από το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Η επέκταση των αστικών περιοχών, η κατασκευή έργων υποδομής και η χρήση αδιαπέραστων υλικών έχουν μεταμορφώσει τον κύκλο του νερού, δημιουργώντας έναν αστικό κύκλο του νερού. Οι συνέπειες αυτής της μετατροπής περιλαμβάνουν την μειωμένη παροχή νερού, δυσμενείς τοπικές κλιματικές επιπτώσεις, όπως το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας, αυξημένη ρύπανση στα υδατικά συστήματα και αυξημένους κινδύνους πλημμύρας. Για τον μετριασμό αυτών των προκλήσεων, έχει πραγματοποιηθεί παγκοσμίως μια αλλαγή στον τρόπο αντιμετώπισης του νερού στον αστικό σχεδιασμό που περιγράφεται στην βιβλιογραφία ως Water Sensitive Urban Design (WSUD). Το WSUD στοχεύει να μιμηθεί τον φυσικό κύκλο του νερού και να ενσωματώσει φυσικά συστήματα επεξεργασίας του νερού στον αστικό σχεδιασμό, παρέχοντας πολλαπλά οφέλη για το περιβάλλον και την κοινωνία. Η εφαρμογή του WSUD απαιτεί τη χρήση Βέλτιστων Πρακτικών Διαχείρισης (Best Management Practice ή BMPs) σε διάφορες κλίμακες, όπως είναι οι πράσινες στέγες, τα υδατοπερατά δάπεδα καθώς και οι δεξαμενές αποθήκευσης όμβριων υδάτων. Η διδακτορική έρευνα επικεντρώνεται στην ανάπτυξη ενός «φιλικού προς τον αρχιτέκτονα» υπολογιστικού μοντέλου που διευκολύνει την αξιολόγηση βέλτιστων πρακτικών διαχείρισης των ομβρίων υδάτων (Best Management Practice-BMPs) σε υπάρχοντα οικοδομικά τετράγωνα στην Ελλάδα. Το μοντέλο λειτουργεί ως εργαλείο λήψης αποφάσεων-υποστήριξης για αρχιτέκτονες προσομοιώνοντας διαφορετικά σενάρια εφαρμογής BMPs. Το μοντέλο ενσωματώνει στοιχεία που αφορούν στην εκτίμηση της απορροής, την εκτίμηση της εξατμισοδιαπνοής και την οπτικοποίηση διαφορετικών σεναρίων διαχείρισης των ομρβίων υδάτων σε τρισδιάστατο σχεδιαστικό περιβάλλον. Η διατριβή περιγράφει όλα τα βήματα προς την ανάπτυξη του νέου αυτού μοντέλου. Κατά τη διδακτορική έρευνα, καθορίστηκαν οι στόχοι του μοντέλου, συλλέχθηκαν τα απαιτούμενα δεδομένα, αναλύθηκε η δομή του μοντέλου, συμπεριλαμβανομένων των εξισώσεων και των αλγορίθμων που απαιτούνται για την ανάπτυξη του, και προσδιορίστηκαν τα δεδομένα που εισάγονται στο μοντέλο (input) καθώς και τα αποτελέσματα του (output). Το μοντέλο, με το όνομα «MARSH», αναπτύχθηκε στο Grasshopper στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος «UBWARMM». Η διδακτορική διατριβή περιλαμβάνει τη δοκιμή του “MARSH” χρησιμοποιώντας ένα οικοδομικό τετράγωνο στην Αθήνα ως μελέτη περίπτωσης. Η διατριβή ολοκληρώνεται με την αξιολόγηση του μοντέλου και προτάσεις για μελλοντικές βελτιώσεις και προσθήκες. Το μοντέλο επιτρέπει την ενσωμάτωση του κύκλου του νερού στη διαδικασία του αστικού σχεδιασμού και την προώθηση της βιώσιμης διαχείρισης των ομβρίων υδάτων. Παρέχοντας σε αρχιτέκτονες και πολεοδόμους ένα φιλικό προς τον χρήστη εργαλείο για την αξιολόγηση και την εφαρμογή BMPs, η διατριβή στοχεύει να ενισχύσει την ανθεκτικότητα και τη βιωσιμότητα των αστικών περιβαλλόντων στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες με παρόμοιες κλιματικές συνθήκες.
  • ItemEmbargo
    Η εξέλιξη των οχυρωμένων μεσαιωνικών οικισμών των Κυκλάδων (13ος -20ός αι.) : το παράδειγμα της Χώρας Σικίνου
    (2023-09-22) Γεωργούλη, Ελένη; Georgouli, Eleni
    Αντικείμενο της παρούσας εργασίας είναι η εξέταση της εξέλιξης των οχυρωμένων οικισμών των Κυκλάδων την περίοδο από το 13ο ως τον 20ό αι. μέσα από το παράδειγμα του οικισμού της Χώρας της Σικίνου. Η Χώρα της Σικίνου, χτισμένη στη βόρεια απόκρημνη πλαγιά του νησιού, αποτελείται από δύο οικιστικά σύνολα. Ο εσωστρεφής χαρακτήρας του νησιού, λόγω έλλειψης φυσικού λιμανιού, διαφύλαξε αναλλοίωτο στο πέρασμα των αιώνων το μοναδικό οικισμό του, ο οποίος περιλαμβάνει το Κάστρο και τις εκτός οχύρωσης κατοικίες, με εξωτερικό περίβλημα το αγροτικού χαρακτήρα δομημένο περιβάλλον, άρρηκτα δεμένα με την καθημερινή ζωή των κατοίκων και τη διασφάλιση της επιβίωσής τους. Το Κάστρο αποτελεί τυπικό δείγμα κυκλαδίτικου οχυρωμένου οικισμού, με κάτοψη σχήματος τετράπλευρου και περίβολο από οικίες των οποίων η εξωτερική όψη διαμορφώνει το αμυντικό τείχος. Εσωτερικά του περιβόλου, υπήρχε και δεύτερη συστάδα οικιών οι οποίες κατεδαφίστηκαν κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής για να διαμορφωθεί η σύγχρονη πλατεία. Αποτελεί παράδειγμα οχυρωμένου οικισμού στον οποίο είναι ευδιάκριτες δύο τουλάχιστον σημαντικές οικοδομικές φάσεις εκ των οποίων η δεύτερη καθόρισε και τη σύγχρονη μορφή του. Εκτός από την πρώτη φάση της οποίας η κατασκευή ανάγεται στο β’ μισό του 16ου αι., η δεύτερη σημαντικότερη εντοπίζεται την περίοδο από το τέλος του 17ου ως τις αρχές του 18ου αι.. Οι οικίες είναι διώροφες και περιλαμβάνουν μία ή περισσότερες από τις αρχικές ισόγειες στενομέτωπες μονόχωρες μονάδες που αποτέλεσαν τον αρχικό πυρήνα του σχεδιασμού. Η επίδραση της αρχιτεκτονικής αλλά και της οικονομικής ευμάρειας που χαρακτήρισε την οικοδομική δραστηριότητα των αρχών του 18ου αι. μετέτρεψε τα λιτά στενομέτωπα μονόχωρα σπίτια του Κάστρου σε διώροφα αρχοντικά με σάλες και περίτεχνα θυρώματα. Μέσω της έρευνας και της εργασίας πεδίου στο πλαίσιο εκπόνησης διδακτορικής διατριβής με αντικείμενο την εξέλιξη των οχυρωμένων οικισμών των Κυκλάδων μέσω του παραδείγματος της Χώρας Σικίνου, προέκυψαν πολύτιμα στοιχεία μέσω των οποίων αποκρυπτογραφείται η άγνωστη μέχρι στιγμής αρχιτεκτονική ιστορία του οχυρωμένου οικισμού της Σικίνου και παράλληλα συμπληρώνεται η εικόνα που έχουμε για την τυπολογία, την εξέλιξη και τη χρονολόγηση των οικισμών στις Κυκλάδες από την περίοδο του ύστερου μεσαίωνα.
  • ItemEmbargo
    Οθωμανικές οχυρώσεις της Πελοποννήσου κατά την α΄ οθωμανική περίοδο
    (2023-09-22) Σίμου, Ξένη; Simou, Xeni
    Η διατριβή πραγματεύεται τη μελέτη των οθωμανικών οχυρώσεων της Πελοποννήσου κατά την περίοδο της πρώτης οθωμανικής κυριαρχίας, με αφετηρία τις εκστρατείες του Μεχμέτ Β΄ για την κατάκτηση της χερσονήσου (1458-1460) έως την ανακατάκτησή της από τους Βενετούς από το 1685 στο πλαίσιο του έκτου βενετοοθωμανικού πολέμου. Η μελέτη στοχεύει στη σύνταξη ενός συγκεντρωτικού corpus οθωμανικών οχυρώσεων με παραδείγματα από την Πελοπόννησο και άλλες οθωμανικές οχυρώσεις αναφοράς. Τα αποτελέσματα της έρευνας παρουσιάζονται σε δύο μέρη, Α. το συνθετικό μέρος (Α.1 και Α.2), όπου επιχειρείται η ερμηνεία των οθωμανικών οχυρώσεων στην Πελοπόννησο εντός του πλαισίου της οθωμανικής οχυρωτικής εν γένει και Β. το παράρτημα μονογραφιών των 20 σημαντικότερων οχυρών θέσεων της χερσονήσου με έμφαση στις οθωμανικές επεμβάσεις. Η μελέτη συνοδεύεται από πρωτότυπα κυρίως σχέδια αρχιτεκτονικών αποτυπώσεων και συγκέντρωση δημοσιευμένου αρχειακού υλικού. Στο πρώτο μέρος (κεφάλαια 1-3) γίνεται παρουσίαση του ιστορικού πλαισίου των βενετοοθωμανικών πολέμων, συντάσσονται πίνακες και χάρτες ευρύτερων οθωμανικών επισκευαστικών προγραμμάτων και σχολιάζονται γενικά ζητήματα ως προς την διοικητική, οικονομική και πληθυσμιακή οργάνωση της Πελοποννήσου κατά την πρώτη οθωμανική περίοδο. Αναλύονται επίσης γενικά ζητήματα της οθωμανικής στρατιωτικής οργάνωσης, στρατηγικής και σχεδιασμού της άμυνας. Στο κατεξοχήν συνθετικό μέρος της έρευνας (κεφάλαιο 4) εξετάζονται ζητήματα σχεδιασμού, τυπολογίας και κατασκευής των οθωμανικών οχυρώσεων. Οι νέες συνθέσεις της Πελοποννήσου παρουσιάζονται διασταλτικά με άλλες οθωμανικές οχυρώσεις με αναφορά σε ζητήματα λειτουργίας, παραλλαγών, καταγωγής, χρονολόγησης, εξέλιξης και διάδοσης των τύπων και συντίθενται διαγράμματα τυπολογιών υπό κοινή κλίμακα για τις οχυρωματικές διατάξεις και τα οχυρωματικά στοιχεία. Η οθωμανική κατάκτηση της Πελοποννήσου ήταν σταδιακή και σχετιζόμενη με την αυξανόμενη εκτίμηση της Πελοποννήσου ως μεθοριακής κτήσης με ιδιαίτερη γεωστρατηγική σημασία για την άμυνα της Αυτοκρατορίας. Οι Οθωμανοί οργάνωσαν τον κατάσπαρτο σε οχυρώσεις χώρο της Πελοποννήσου, αξιολογώντας τις υφιστάμενες οχυρώσεις και την αναγκαιότητα οχυρωματικών έργων και υλοποιώντας συντεταγμένα οικοδομικά και επισκευαστικά προγράμματα στο πλαίσιο του κεντρικού σχεδιασμού της άμυνας της Αυτοκρατορίας κατά τους βενετοοθωμανικούς πολέμους. Μετά την κατάκτηση του Μεχμέτ Β΄ φαίνεται πως πραγματοποιήθηκαν έργα ενίσχυσης στις σημαντικές μεσαιωνικές θέσεις (Ακροκόρινθος, Μυστράς, του Άργος, Λεοντάρι, πιθανώς Πάτρα), όπου διακρίνεται κυρίως η προσπάθεια ενίσχυσης οχυρωματικών ζωνών με διατάξεις παθητικής άμυνας έναντι των εχθρικών βολών και διατάξεις πύργων με στοιχεία πυροβολικού και πύργων ανοικτής πλάτης. Πραγματοποιήθηκαν επίσης οι απαραίτητες εργασίες εγκαθίδρυσης της οθωμανικής εξουσίας, κάποιες με ιδιαίτερα συμβολικό χαρακτήρα, όπως η κατασκευή του μεγάλου πύργου του Άργους (1467) ως έμβλημα οθωμανικής υπεροχής απέναντι από το βενετικό Ναύπλιο. Η Πελοπόννησος κατέστη κέντρο ιδιαίτερου στρατηγικού ενδιαφέροντος για την οθωμανική μεθόριο ιδιαίτερα από την περίοδο του Βαγιαζήτ Β΄, μετά και την κατάκτηση της περιοχής Ναυπάκτου και των σημαντικών ναυτικών βάσεων της Μεσσηνίας (Μεθώνης, Κορώνης, Ναβαρίνου) που απέκτησαν υπερτοπικό χαρακτήρα στην άμυνα της Αυτοκρατορίας. Τα έργα της περιόδου παρουσιάζουν πρωτοτυπία στην σύνθεση όπως αποδεικνύει η κατασκευή των δίδυμων «τριγωνικών φρουρίων» Ρίου-Αντιρρίου (1499) και γόνιμη αναζήτηση στην διαμόρφωση οχυρωματικών διατάξεων πύργων πυροβολικού και πύργων πυροβολικού ανοικτής οροφής, μεταβατικών δηλαδή διατάξεων πυροβολικού που κατασκευάζονται σε όλες σχεδόν τις κομβικές παράκτιες οχυρώσεις της περιόδου. Κατά τον 16ο αιώνα οι εντεινόμενες πιέσεις των δυτικών δυνάμεων στην Πελοπόννησο, ειδικά με τις επιθέσεις του Ντόρια το 1532 στην Μεσσηνία και την Αχαΐα οδήγησαν σε προγράμματα ενίσχυσης των κάστρων της δυτικής κυρίως Πελοποννήσου, όπως το μεγάλο επισκευαστικό πρόγραμμα ενίσχυσης του Ρίου (1537-1539), η κατασκευή του οχυρού συγκροτήματος της Λιβαδειάς στην Κορώνη(1534). Μετά την κατάκτηση του Ναυπλίου και της Μονεμβασιάς το 1540 από τον Σουλεϊμάν, συνεχίστηκαν τα προγράμματα οχυρωματικής ενίσχυσης και οι νέες θέσεις μετατράπηκαν σε σημαντικές ναυτικές βάσεις του οθωμανικού στόλου. Εν αναμονή κάποιας μεγάλης ευρωπαϊκής επίθεσης, η οποία έλαβε τελικά χώρα στην περιοχή της Ναυπάκτου το 1571, οι Οθωμανοί ενίσχυσαν τις παράκτιες οχυρώσεις της Κορώνης, Μεθώνης, του Παλαιού Ναβαρίνου καθώς και της Αγίας Μαύρας (1567) ενώ οικοδόμησαν επίσης ένα νέο φρούριο στη Μάνη, στο Πόρτο Κάγιο (1569) για τον έλεγχο του τοπικού πληθυσμού. Μετά την ήττα των Οθωμανών στη Ναύπακτο, η ανασύνταξη των δυνάμεων τους ήταν άμεση και η κινητοποίηση στην Πελοπόννησο πρέπει να ήταν μεγάλης κλίμακας, με την ενίσχυση του κόλπου του Ναυαρίνου και την κατασκευή του αστερόσχημου οχυρού του Νιόκαστρου (1574-1579) κατά τα πρότυπα του προμαχωνικού συστήματος, και την επισκευή των δίδυμων φρουρίων του Κορινθιακού, της Αγίας Μαύρας και πιθανώς του Ακροκορίνθου. Προς τα μέσα του 16ου αιώνα φαίνεται πως εξακολούθησαν να κατασκευάζονται ευρέως στις οθωμανικές οχυρώσεις μεγάλοι πύργοι, πύργοι πυροβολικού και πύργοι πυροβολικού ανοικτής οροφής, η εξέλιξη του σχεδιασμού των οποίων αποτελεί ενέργεια παράλληλη με τις ευρωπαϊκές προσπάθειες της μεταβατικής περιόδου που οδήγησαν από τους torrioni στην καθιέρωση του πενταγωνικού προμαχώνα μέχρι το 1540. Την ίδια περίοδο αρχίζει η κατασκευή οθωμανικών προμαχώνων, με την έννοια της δημιουργίας σε προωθημένη θέση των οχυρώσεων συμπαγών διατάξεων πλευρικής άμυνας με ανοικτή πλατεία βολής και ευρείες επάλξεις για εγκατάσταση ανοικτών κανονιοθυρίδων, με ποικίλες παραλλαγές. Κατά την περίοδο του Κρητικού Πολέμου (1645-1669), τα λιμάνια της Πελοποννήσου αποτέλεσαν εστίες συγκέντρωσης των οθωμανικών δυνάμεων για τις επιχειρήσεις στην Κρήτη και στο Αιγαίο. Αναμφίβολα η κατασκευή του θαλάσσιου τείχους της Μονεμβασιάς και η καταβίβαση της γραμμής επίθεσης στην Κάτω Πόλη συνδέεται με τον αναβαθμισμένο ρόλο της ως ενδιάμεσο κέντρο της άμυνας στην περίοδο αυτή, παρά τον συντηρητικό χαρακτήρα των οχυρωματικών επεμβάσεων. Οι τελευταίες οχυρωματικές ενέργειες των Οθωμανών ανήκουν στο διάστημα μετά την πτώση του Χάνδακα και εντάσσονται στις ενέργειες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για την αποτροπή συνεργασίας των αντίπαλων δυτικών δυνάμεων με τους ντόπιους επαναστάτες στην περιοχή της Μάνης με την κατασκευή νέου φρουρίου της Κελεφάς το 1670 και τη ριζική ανακατασκευή των φρουρίων Ζαρνάτας, και Πασσαβά. Η απομάκρυνση από το αρχιτεκτονικό λεξιλόγιο της επίσημης οχυρωματικής αρχιτεκτονικής και οι συντηρητικές λύσεις είναι εμφανείς στα έργα αυτά, στοιχείο που μάλλον οφείλεται περισσότερο στην ανάγκη γρήγορης οικοδόμησης και στη φύσει τους ως φρουρίων ελέγχου. Κρίνοντας από το εύρος των οχυρωματικών έργων στο πεδίο μελέτης, γίνεται αντιληπτό ότι ειδικά κατά την μεταβατική περίοδο του πυροβολικού η οθωμανική οχυρωματική αρχιτεκτονική στην Πελοπόννησο και εν γένει στην Αυτοκρατορία ήταν διαρκώς ανανεούμενη, με πολλά παραδείγματα εφαρμογών καινοτόμων οχυρωματικών λύσεων. Η γένεση των οχυρωματικών διατάξεων και οι επιρροές στον σχεδιασμό προέκυψαν από ένα χωνευτήρι επιρροών της αρχιτεκτονικής των κατακτημένων περιοχών και των περιοχών με τις οποίες οι Οθωμανοί ήρθαν σε επαφή, ως αποτέλεσμα μιας μακράς εξελικτικής διαδικασίας. Η εξέλιξη του σχεδιασμού των οθωμανικών οχυρώσεων δεν ακολούθησε παντού γραμμική πορεία, με αρκετές όψιμες εφαρμογές παλαιότερων προτύπων, στοιχείο που δεν οφείλεται ωστόσο στην άγνοια των εξελίξεων του προμαχωνικού συστήματος από τους Οθωμανούς αλλά κυρίως σε λόγους οικονομίας του πολέμου και στρατηγικής αναγκαιότητας. Παρά τις κατά τόπους εφαρμογές προμαχωνικών διατάξεων στις οθωμανικές οχυρώσεις από το τέλος του 16ου και κατά τον 17ο αιώνα, οι οποίες δεν έχουν ακόμα εκτιμηθεί στο σύνολό τους από τη σύγχρονη έρευνα, φαίνεται ότι η οθωμανική οχυρωτική ακολούθησε μια σχετικά αυτόνομη πορεία εξέλιξης ως αρχιτεκτονική με τους δικούς της εσωτερικούς κανόνες.
  • ItemOpen Access
    Η ναοδομία στην Κύπρο κατά το [sic] 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα
    (2022-07-21) Μυριανθεύς, Διομήδης; Myrianthefs, Diomedes
    Αντικείμενο της παρούσας εργασίας είναι η εξέταση της ναοδομίας στην Κύπρο κατά το 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα δηλαδή κατά την όψιμη Τουρκοκρατία και την Αγγλοκρατία, όπου πέραν των προϋφιστάμενων εγχώριων καμαροσκέπαστων και ξυλόστεγων ναών, εμφανίστηκε και απροσδόκητα κυριάρχησε ο σταυροθολιακός τύπος. Η έκδοση των τανζιμάτ, μεταρρυθμιστικών διαταγμάτων των Οθωμανικών αρχών στο διάστημα 1839-1876, επηρέασε τη ναοδομία του νησιού, σε ότι αφορά την τυπολογία, το μέγεθος και τον αριθμό των ναών που ανεγέρθηκαν και την εισαγωγή κωδωνοστασίου. Η μελέτη διαρθρώθηκε σε δύο τόμους: Στον πρώτο τόμο παρουσιάζονται ιστορικά στοιχεία, ανάλυση των ναοδομικών τύπων, των υλικών και τρόπων δομής, τη διαμόρφωση των όψεων, τα εξωτερικά διακοσμητικά στοιχεία, την ανάπτυξη στοών και κωδωνοστασίων, τον εσωτερικό διάκοσμο και την επίπλωσή τους, τη διαδικασία ανοικοδόμησης και τη χρονολόγησή τους. Ακόμη στην εργασία παρουσιάζονται εμβληματικοί προγενέστεροι ναοί από τον 16ο ως τον 18ο αιώνα και νεώτεροι ναοί που ενδεχομένως λειτούργησαν ως πρότυπα. Ιδιαίτερη αναφορά και ανάλυση έγινε για τους σταυροθολιακού τύπου ναούς που είναι ο επικρατέστερος τύπος κατά την περίοδο από τα μέσα περίπου του 19ου μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα και αποτελεί το κύριο μέρος της εργασίας. Τέλος γίνεται αναφορά στην εισαγωγή των νέων ναοδομικών τύπων που αρχίζει από το τέλος του 19ου αιώνα και συνεχίζεται, παράλληλα με τους σταυροθολιακούς, μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα όταν οι τελευταίοι εγκαταλείπονται. Βάσει των παρατηρήσεων συντάχθηκαν εποπτικοί χρονολογικοί, τυπολογικοί και μορφολογικοί πίνακες όπως επίσης πίνακες με τους πρωτομάστορες και άλλα χαρακτηριστικά των ναών. Ο δεύτερος τόμος περιλαμβάνει corpus τριακοσίων τριάντα ορθόδοξων ναών και τεσσάρων ναών των ετερόδοξων διαφόρων τύπων που οικοδομήθηκαν κατά την περίοδο αυτή, μικρός αριθμός από τους οποίους ήταν γνωστός στην έρευνα. Εκατόν ενενήντα ναοί όλων των τύπων, της υπό μελέτη περιόδου, καταγράφηκαν και απέκτησαν πρωτότυπα σχέδια κατόψεων, τομών και όψεων σε κλίμακες 1:100 και 1:50 όπως και σχέδια των επί μέρους μορφολογικών και κατασκευαστικών στοιχείων τους σε κλίμακα 1:5. Για τα μνημεία αυτά συντάχθηκε ειδικό λήμμα με περιγραφή, ανάλυση της οικοδομικής ιστορίας, καταγραφή της βιβλιογραφίας και παρουσίαση φωτογραφιών και σχεδίων. Τα συμπεράσματα της εργασίας συνοψίζονται στα παρακάτω: 1) Κατά τον 19ο αιώνα συνεχίστηκε η ανέγερση παλαιότερων τύπων, όπως του καμαροσκέπαστου που είχε διαχρονικά εφαρμοστεί στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική της Κύπρου. Τα βασικά δομικά στοιχεία της μεσαιωνικής γοτθικής αρχιτεκτονικής του νησιού, όπως οι οξυκόρυφες καμάρες, τα οξυκόρυφα τόξα και οι εξωτερικές ενισχυτικές αντηρίδες υπό μορφή παραστάδων συνέχιζαν να εφαρμόζονται στον καμαροσκέπαστο τύπο και κατά το 19ο αιώνα. 2) Ο δεύτερος τύπος ναού που χρησιμοποιήθηκε στην Κύπρο κατά το 19ο αιώνα είναι ο ξυλόστεγος ναός που απαντάται σε δύο παραλλαγές. Πρόκειται αφενός για τον ιδιωματικό τοπικό ξυλόστεγο ναό με διπλή στέγη που απαντάται από το 13ο αιώνα και μετά αποκλειστικά στην ορεινή περιοχή του Τροόδους. Αφετέρου, χρησιμοποιήθηκε ο ξυλόστεγος ναός με την απλή (μονή) δικλινή στέγη με ήπια κλίση ο οποίος παρουσιάζει μεγαλύτερη γεωγραφική διασπορά και απαντάται σε μεγαλύτερο αριθμό μέχρι και τον 20ό αιώνα. 3) Το 1835 πρωτοεμφανίστηκε και επικράτησε για τα επόμενα εκατό περίπου χρόνια ο σταυροθολιακός τύπος ναού που απαντάται σε τρείς βασικές παραλλαγές, το μονόχωρο δρομικό, ως τον επικρατέστερο τύπο, το δίκλιτο και τον τρίκλιτο. Κύρια χαρακτηριστικά των ναών αυτών είναι ο αξιοσημείωτος αριθμός παραλλαγών της γεωμετρίας της σταυροθολιακής ανωδομής η οποία διαμορφώνεται με οξυκόρυφα, κατά κανόνα χωρίς νευρώσεις, τετράγωνα ή ορθογώνια σταυροθόλια με ενδιάμεσα οξυκόρυφα εγκάρσια ενισχυτικά τόξα και οι εξωτερικές αντηρίδες οι οποίες σχεδόν πάντοτε συνδέονται μεταξύ τους με χαμηλωμένα και σπανιότερα με οξυκόρυφα ή ημικυκλικά τόξα. Η γενική διαμόρφωση των εξωτερικών όψεων και των όγκων του Κυπριακού σταυροθολιακού ναού παρουσιάζει αρκετές παραλλαγές. Ομοίως τα επί μέρους χαρακτηριστικά ποικίλουν ανά ναό. Χαρακτηριστικό επίσης του τύπου είναι η εγκατάλειψη της ημικυκλικής εξωτερικά αψίδας του ιερού βήματος και η εισαγωγή τρίπλευρης ή πολυγωνικής όπως και η κατασκευή, για πρώτη φορά στην κυπριακή ναοδομία, γυναικωνίτη στα δυτικά πάνω από στοά. Ομοίως το πολυώροφο, προσαρτημένο στο ναό κωδωνοστάσιο, είναι ένα εντελώς νέο στοιχείο που υιοθετείται στη ναοδομία του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα και εξής στην Κύπρο. 4) Οι σημαντικές επιδράσεις από την προϋπάρχουσα μεσαιωνική γοτθική αρχιτεκτονική της Κύπρου στους σταυροθολιακούς ναούς του 19ου αιώνα είναι προφανείς. Η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται από την εκτεταμένη αναβίωση κατασκευαστικών και μορφολογικών στοιχείων της γοτθικής αρχιτεκτονικής με κυρίαρχο χαρακτηριστικό τη χρήση σταυροθολίων στην ανωδομή. Οι επιδράσεις από τη βυζαντινή ναοδομία περιορίζονται κατά κύριο λόγο στην εφαρμογή του τρούλου, σε περιορισμένο αριθμό μνημείων. Παράλληλα με αυτά υιοθετείται και η τρέχουσα τεχνοτροπία του νεοκλασικισμού δημιουργώντας έναν ιδιαίτερο τοπικό εκλεκτικιστικό τύπο. 5) Ανάλογοι σταυροθολιακοί ναοί προϋπήρχαν στα Δωδεκάνησα ένα περίπου αιώνα νωρίτερα (μέσα 18ου και εξής) από την Κύπρο. Μεταξύ των ναών των δύο περιοχών υπάρχει η γενική ομοιότητα της σταυροθολιακής ανωδομής και η κυριαρχία του μονόχωρου δρομικού τύπου. Οι διαφορές ωστόσο στα επί μέρους στοιχεία είναι ιδιαίτερα σημαντικές και καθιστούν τις δύο ομάδες ανεξάρτητα σύνολα. 6) Σημαντική επίδραση στην κυπριακή ναοδομία φαίνεται ότι είχε ο ναός της Παναγίας των Χαρίτων των Καθολικών στη Λάρνακα (1842-1848) που οικοδομήθηκε με σχέδια που εισήχθηκαν στην Κύπρο, με πρότυπα από ναούς της Τοσκάνης. Χαρακτηριστικά του ναού όπως ο τρίκλιτος τρουλαίος τύπος, η χρήση φανότρουλου, η σταυροθολιακού τύπου στοά στα δυτικά, οι μορφές των παραθύρων και άλλα επί μέρους στοιχεία, απαντώνται σε κυπριακούς ναούς που οικοδομούνται την περίοδο αμέσως μετά από αυτόν. Πάντως ο Κυπριακός τρίκλιτος τρουλαίος σταυροθολιακός ναός του 19ου αιώνα έχει ενδεχομένως τα πρότυπα του στην Ιταλία (Τοσκάνη) μέσω της Παναγίας των Χαρίτων αλλά και στην τοπική παράδοση όπως αυτή είχε αποτυπωθεί στο Καθολικό της Μονής Κύκκου ενδεχομένως κατά τον 18ο αιώνα. 7) Την περίοδο αυτή η οικοδομική τεχνολογία αναπτύσσεται σε πολύ μεγάλο βαθμό και πραγματοποιούνται: α) Εκτεταμένη επισκευή ή αναμόρφωση υφιστάμενων ναών, β) Ανοικοδόμηση μεγάλου αριθμού σημαντικού μεγέθους νέων κυρίως ενοριακών ναών και γ) Μία άνευ προηγουμένου αναβίωση της λιθοξοϊκής τέχνης όπως αυτή αποτυπώθηκε στον εξαιρετικά πλούσιο ανάγλυφο διάκοσμο των εξωτερικών κυρίως όψεων των ναών και των κωδωνοστασίων. 8) Ο σημαντικός αριθμός των σταυροθολιακών ναών, η ευρηματικότητα και η ποικιλία των επί μέρους στοιχείων της σταυροθολιακής ανωδομής τους, η πρωτότυπη διαμόρφωση των όψεων, η δημιουργική αφομοίωση και εισαγωγή γοτθικών και νεοκλασικών στοιχείων και τα επί μέρους ιδιαίτερα μορφολογικά και κατασκευαστικά χαρακτηριστικά που διαθέτουν, συχνά εντελώς πρωτότυπα, καταξιώνουν απολύτως την αυθεντικότητα και ιδιαιτερότητά του τύπου που επικράτησε στην Κύπρο κατά το 19ο ως τα μέσα του 20ού αιώνα.
  • ItemOpen Access
    Το «Σχέδιο Πόλεως» και η ανάπτυξη των ελληνικών αστικών κέντρων
    Κουρτίνος, Χρυσόστομος; Kourtinos, Chrysostomos
    Η διδακτορική διατριβή αφορά στη διερεύνηση, θεωρητική επισκόπηση, ανάλυση και αξιολόγηση του ρόλου του θεσμικού πολεοδομικού σχεδιασμού στην ανάπτυξη των μεσαίου μεγέθους Ελληνικών αστικών κέντρων και του ρόλου του «Σχεδίου Πόλεως» στην διαμόρφωση της σημερινής δομής και μορφής τους. Επιπρόσθετα, στοχεύει στη διερεύνηση της επίδρασης και της συμβολής των πολεοδομικών σχεδίων καθώς και των διαφόρων παρεμβάσεων στην εξελικτική διαδικασία και ανάπτυξη του αστικού χώρου. Ως πόλεις μελέτης επιλέχθηκαν οι πόλεις Καβάλα, Ιωάννινα, Λάρισα, Βόλος, Πάτρα, Καλαμάτα και Ηράκλειο. Η διατριβή χωρίζεται σε δύο διακριτές ενότητες. Η πρώτη ενότητα ασχολείται με την βιβλιογραφική τεκμηρίωση θεμάτων και προβληματικών που αφορούν αφενός τον πολεοδομικό σχεδιασμό και αφετέρου την αστική ανάπτυξη καθώς επίσης και προσδιορίζει το θεωρητικό πλαίσιο πάνω στο οποίο θα αναπτυχθεί η δεύτερη ενότητα. Συγκεκριμένα, το πρώτο κεφάλαιο κάνει μια βιβλιογραφική ανασκόπηση στο φαινόμενο της αστικής εξάπλωσης και μεγέθυνσης. Το δεύτερο κεφάλαιο ασχολείται, με τη συγκριτική προσέγγιση, την δομή και τον τρόπο άσκησης του χωρικού σχεδιασμού σε επιλεγμένες χώρες της Ευρώπης (Αγγλία, Γαλλία, Δανία, Ιταλία, Πολωνία και Ελλάδα) οι οποίες επιλέχτηκαν βιβλιογραφικά ώστε να αποτελούν βασικά παραδείγματα των πολιτικών χωρικού σχεδιασμού που ασκούνται αυτήν την στιγμή στην Ευρώπη. Το τρίτο κεφάλαιο επικεντρώνεται στην Ελλάδα και στο πως ο πολεοδομικός σχεδιασμός μέσα από τα ιστορικά, πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα εξελίχθηκε. Επίσης αναλύει τους βασικούς νόμους μέσα από τους οποίους εξελίχθηκε και αναπτύχθηκε ο Ελληνικός αστικός χώρος. Η μελέτη βασίστηκε και σε δευτερογενή δεδομένα όπως η πληθυσμιακή εξέλιξη και τα ιστορικά γεγονότα τα οποία ώθησαν την πολιτεία να αναπτύξει ή να εξελίξει την νομοθεσία που ρυθμίζει τον αστικό χώρο και την ανάπτυξή του. Στο τέταρτο κεφάλαιο γίνεται πρωτογενής έρευνα η οποία ασχολείται με τον ρόλο που διαδραμάτισε το εγκεκριμένο Σχέδιο Πόλεως στα μεσαίου μεγέθους ελληνικά αστικά κέντρα που περιλαμβάνονται στην πρωτοβουλία του Copernicus Urban Atlas, και συγκεκριμένα στα αστικά συγκροτήματα: της Καβάλας, των Ιωαννίνων, της Λάρισας, του Βόλου, της Πάτρας, της Καλαμάτας και του Ηρακλείου. Η έρευνα επικεντρώνεται σε τέσσερις χρονικές τομές 1945, 1975, 2006 και 2018 με σκοπό την διαχρονική εξέταση του ρόλου του Σχεδίου Πόλεως και με στόχο τη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης και συγκρίσιμης εικόνας. Μέσα από τη δημιουργία νέων και την χρήση/προσαρμογή ήδη υπαρχόντων γεωσυνόλων σε συνδυασμό με την μελέτη δορυφορικών εικόνων και αεροφωτογραφιών δημιουργήθηκε ένας μεγάλος όγκος συμβατών γεωσυνόλων και χωρικών βάσεων δεδομένων, σε διαχρονική βάση, ως υλικό υποβάθρου για τις ανάγκες της έρευνας και που αφορά όλα τα παραπάνω αστικά κέντρα. Επίσης γίνεται εκτενής ανάλυση του θεσμικού πλαισίου ανάπτυξης του χώρου κάθε πόλης για περίοδο μεγαλύτερη των 80 ετών. Η μη επιλογή των πόλεων της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης έγινε εσκεμμένα αφενός λόγω μεγέθους και αφετέρου λόγω του διαφορετικού τρόπου που αυτές αντιμετωπίζονται από την πολεοδομική νομοθεσία.
  • ItemOpen Access
    Ψηφιακές και υπολογιστικές συντεταγμένες : προς μια ερμηνεία της εισαγωγής της ψηφιακής σχεδίασης και του υπολογιστικού σχεδιασμού στην αρχιτεκτονική εκπαίδευση
    Παπαμανώλης, Αντώνιος; Λιάπη, Αικατερίνη; Ζαβολέας, Ιωάννης; Πανέτσος, Γεώργιος; Γιαννούδης, Σωκράτης; Μάρδα, Νέλλη; Πετρίδου, Βασιλική; Vermisso, Emmanouil; Papamanolis, Antonis
    Η νέα χιλιετία βρίσκει το πεδίο της αρχιτεκτονικής να εισέρχεται σε μια “Ψηφιακή” εποχή, την οποία μπορούμε – τηρουμένων των αναλογιών – να παραλληλίσουμε με την “Νέα Εποχή” της Βιομηχανικής Επανάστασης των αρχών του 20ου αιώνα. Η εισαγωγή του Ψηφιακού Ηλεκτρονικού Υπολογιστή – ως φορέα του “Ψηφιακού” - στην αρχιτεκτονική σχεδίαση και σχεδιασμό επηρεάζει όχι μόνο το “πώς” αλλά και το “τι” σχεδιάζουμε. Το γεγονός αυτό εγείρει ζητήματα τα οποία διαφεύγουν από το επίπεδο της πρακτικής και αποκτούν μια διάσταση υπαρξιακής αναζήτησης στην αρχιτεκτονική του 21ου αιώνα. Με άλλα λόγια ο Αρχιτεκτονικός Σχεδιασμός με Ηλεκτρονικό Υπολογιστή ( Computer Assisted Architectural Design – C.A.A.D.) δεν εξαντλείται στην διατύπωση μιας σχεδιαστικής μεθοδολογίας. Θέτει υπό αμφισβήτηση τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την αρχιτεκτονική. Αυτή η “αλλαγή παραδείγματος” αποτελεί πρόκληση για τις στρατηγικές αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης. Τα νέα εργαλεία – ψηφιακά - σχεδίασης και οι νέες – υπολογιστικές - μεθοδολογίες σχεδιασμού διαμορφώνουν νέα πλαίσια διδασκαλίας. Ταυτόχρονα, οι θεωρητικές προεκτάσεις της εισαγωγής του Ψηφιακού Ηλεκτρονικού Υπολογιστή στην αρχιτεκτονική αποτελούν πρόκληση για τις παγιωμένες προσεγγίσεις στην αρχιτεκτονική διαπαιδαγώγηση. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής, αλλάζοντας το “πως” και το “τι” της αρχιτεκτονικής διαδικασίας επηρεάζει ποικιλοτρόπως το “πως” και το “τι” της αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης. Αφετηρία της παρούσας έρευνας είναι οι ευρύτερες αλλαγές τις οποίες επιφέρει στο πεδίο της αρχιτεκτονικής η εισαγωγή του Ψηφιακού Ηλεκτρονικού Υπολογιστή. Διερευνά τόσο τις ιστορικές καταβολές του C.A.A.D. όσο και το πως διαμορφώνεται το σύγχρονο πεδίο των “Ψηφιακών Αρχιτεκτονικών”. Στην συνέχεια παρουσιάζονται και αναλύονται οι προκλήσεις με τις οποίες βρίσκονται αντιμέτωπες οι στρατηγικές αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης σε ότι αφορά στην ενσωμάτωση του Ψηφιακού Ηλεκτρονικού Υπολογιστή στην εκπαιδευτική διαδικασία. Πως δηλαδή η διδασκαλία C.A.A.D. διαμορφώνει τις σύγχρονες αρχιτεκτονικές παιδαγωγικές προσεγγίσεις. Στόχος της έρευνας είναι η άρθρωση ενός εννοιολογικού μοντέλου το οποίο θα βοηθήσει στη διερεύνηση της αλληλεπίδρασης μεταξύ του C.A.A.D. και της αρχιτεκτονικής εκπαιδευτικής διαδικασίας. Δεδομένης της επίδρασης την οποία ασκεί ο Ψηφιακός Ηλεκτρονικός Υπολογιστής στην διαδικασία και στο αποτέλεσμα του σχεδιασμού, η διερεύνηση αυτή είναι κρίσιμη ώστε να γίνει καλύτερα κατανοητό το πως το νέο μέσο εντάσσεται στην αρχιτεκτονική διδασκαλία. Το προτεινόμενο εννοιολογικό μοντέλο του ρόλου και της σημασίας του C.A.A.D. στην εκπαιδευτική διαδικασία, μπορεί να βοηθήσει στην κατάρτιση παιδαγωγικών προσεγγίσεων όπου το C.A.A.D. αναγνωρίζεται ως αναπόσπαστο στοιχείο μιας ευρύτερης στρατηγικής αρχιτεκτονικής διδασκαλίας.
  • ItemOpen Access
    Ξύλινες δομικές ενισχύσεις στη Βυζαντινή αρχιτεκτονική
    Κουμάντος, Αθανάσιος; Μαμαλούκος, Σταύρος; Κουφόπουλος, Πέτρος; Βιντζηλαίου, Ελισάβετ; Μιλτιάδου, Ανδρονίκη; Πάλλης, Γεώργιος; Τσακανίκα, Ελευθερία; Ousterhout, Robert; Koumantos, Athanasios
    Στην παρούσα εργασία διερευνήθηκε η ύπαρξη ξύλινων ενισχύσεων και ενισχυτικών διατάξεων σε πάνω από τριακόσιους Βυζαντινούς ναούς, δίνοντας τη δυνατότητα να χαραχθεί ένα γενικό διάγραμμα της χρήσης τους στη Βυζαντινή αρχιτεκτονική, με ιδιαίτερη έμφαση στο γίγνεσθαι του Ελλαδικού χώρου, αλλά και τις εξελίξεις στο επίκεντρο της Βυζαντινής επικράτειας, την Κωνσταντινούπολη και την άμεση περιφέρειά της. Κατά το μεγαλύτερο μέρος της πρώιμης Βυζαντινή περιόδου, έως την περίοδο του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α’ τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η οικοδομική τεχνολογία των Βυζαντινών μαστόρων δεν είχε υιοθετήσει τη χρήση ξύλινων ενισχύσεων. Οι τοιχοποιίες των κτισμάτων ενισχύονταν με την ενσωμάτωση σε αυτές διάτονων πλίνθινων στρώσεων, ή μη διάτονων πλίνθινων στρώσεων ή/και λίθινων κοσμητών στις δύο παρειές της τοιχοποιίας. Η πρώτη γνωστή στην έρευνα χρήση ξύλινων ενισχύσεων εμφανίζεται κατά την περίοδο του Ιουστινιανού, κυρίως στις κινστέρνες της Κωνσταντινούπολης, και στο μεγαλεπήβολο ναό της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινούπολης (αρ. κατ 13), κυρίως ως μεμονωμένες ξύλινες ενισχύσεις που τοποθετούνται σε σχέση με ελεύθερα ιστάμενα υποστυλώματα (κίονες). Εντούτοις, σε μικρότερους, σύγχρονους ναούς της Κωνσταντινούπολης δεν εμφανίζονται ξύλινες ενισχύσεις, ενώ μία αινιγματική όσον αφορά την επιμέλεια σχεδιασμού και εκτέλεσης ολοκληρωμένη ξύλινη ενισχυτική διάταξη εμφανίζεται στο κέντρο της Μικράς Ασίας στη λεγόμενη Κόκκινη Εκκλησιά (αρ. κατ. 20). Κατά την περίοδο των λεγόμενων Σκοτεινών Αιώνων ανάμεσα στα τέλη του 6ου και τα μέσα του 9ου αιώνα, αλλά και έως ακόμη αργότερα, ήτοι τα μέσα του 10ου αιώνα περίπου η συντριπτική πλειονότητα των βυζαντινών κτισμάτων δεν δείχνει από τα μέχρι σήμερα στοιχεία να κάνει χρήση ξύλινων ενισχύσεων, συνεχίζοντας τις πρακτικές των προηγούμενων περιόδων, δηλαδή τη χρήση πλίνθινων ζωνών και λίθινων κοσμητών. Εξαιρέσεις αποτελούν από τη μία η μετασκευή της Αγίας Ειρήνης Κωνσταντινούπολης (αρ. κατ. 12), και ορισμένοι ναοί της Βιθυνίας, στους οποίους και πάλι ξύλινες ενισχύσεις εμφανίζονται μεμονωμένα σε σχέση με ελεύθερα υποστυλώματα, ή σε μικρής έκτασης διατάξεις, καθώς και ο ναός του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Φιλαδέφεια (Alaşehir) της Μικράς Ασίας (αρ. κατ. 23) όπου εντυπωσιακού μήκους ξύλινα στοιχεία δείχνουν να ενίσχυαν το σύνολο της θολοδομίας του, και από την άλλη δύο πρώιμοι ναοί της Καστοριάς, οι οποίοι παρά το μικρό μέγεθός τους ενισχύονται με ολοκληρωμένες διατάξεις σε δύο ή και τρεις στάθμες. Κατά το δεύτερο μισό του 10ου αιώνα αρχίζουν πλέον να κάνουν την εμφάνισή τους ξύλινες ενισχύσεις σε συστηματική χρήση σε πλήθος από επιμέρους στάθμες στα κτίσματα, όπως καταδεικνύουν αρκετά παραδείγματα ναών υψηλών προθέσεων του Αγίου Όρους, ο ναός της Παναγίας του Οσίου Λουκά (αρ. κατ. 270), το σύνολο σχεδόν των πρώιμων χριστιανικών μνημείων της Ρωσίας του Κιέβου, καθώς σημαντικοί ναοί της περιοχής της Δυτικής Μακεδονίας, όπως η βασιλική του Αγίου Αχιλλείου Πρεσπών (αρ. κατ. 111) και ορισμένοι ναοί της Καστοριάς. Μολονότι κατά την παρούσα έρευνα δεν εντοπίστηκαν στοιχεία για τη χρήση ξύλινων ενισχύσεων από την ίδια την Κωνσταντινούπολη, κυρίως λόγω έλλειψης μνημείων που προσφέρονται για έρευνα, εντούτοις ένα κοινό στοιχείο ανάμεσα σε όλες τις παραπάνω υποομάδες μνημείων είναι η σαφής επιρροή που έχουν δεχθεί από αυτή. Έτσι είναι επόμενο να συμπεράνει κανείς ότι η χρήση ξύλινων ενισχύσεων που ξεκίνησε σε μεγάλο βαθμό στη πρωτεύουσα κατά τις προηγούμενες περιόδους, καθιερώθηκε στην αρχιτεκτονική της και εισήχθη στις υπόλοιπες περιφέρειες της αυτοκρατορίας μέσω μετακινούμενων οικοδομικών συνεργείων της Πόλης. Από την άλλη, ακόμα και μέσα στον 11ο αιώνα, σύγχρονα μνημεία της λεγόμενης ‘ελλαδικής’ σχολής συνεχίζουν την πρακτική της χρήσης λίθινων κοσμητών, τόσο στους μεταβατικού τύπου, όσο και σε άλλου τύπου ναούς. Η σαφής διαφοροποίηση των δύο ‘σχολών’ καθ’ όλη τη διάρκεια της μεσοβυζαντινής περιόδου εμφανίζεται μάλιστα ακόμα εντονότερα με την εμφάνιση και διάδοση του σύνθετου οκταγωνικού τύπου, κατεξοχήν δημιουργήματος της λεγόμενης ‘ελλαδικής’ σχολής, στον οποίο κατά τα φαινόμενα απουσιάζουν εντελώς οι ξύλινες ενισχύσεις, σε αντίθεση με τους ‘κωνσταντινουπολίτικους’ τύπους του απλού οκταγωνικού και του σύνθετου τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού, η πλειονότητα των δειγμάτων των οποίων εφοδιάζεται με ξύλινες ενισχυτικές διατάξεις. Στους υπόλοιπους ναοδομικούς τύπους της μεσοβυζαντινής περιόδου, όπως οι απλοί τετρακιόνιοι και οι δικιόνιοι, άλλοτε γίνεται χρήση ξύλινων ενισχύσεων και άλλοτε όχι, πιθανώς ανάλογα με τις καταβολές και τις πρακτικές των εκάστοτε οικοδομικών συνεργείων. Αξιοσημείωτη εξαίρεση αποτελούν οι τρίκογχοι και τετράκογχοι ναοί, καθώς ενδεχομένως και οι συνεπτυγμένοι σταυροειδείς εγγεγραμμένοι, οι οποίοι ανεξαρτήτως μεγέθους δείχνουν να στερούνται ξύλινων ενισχύσεων (τουλάχιστον στον Ελλαδικό χώρο), ενδεχομένως καθώς αυτές δεν κρίνονταν απαραίτητες λόγω της πιο ευσταθούς γεωμετρίας τους. Αντιθέτως, στα παραδείγματα από άλλες περιοχές της Βυζαντινής επικράτειας που εξετάστηκαν, και ιδιαίτερα της Μικράς Ασίας, η χρήση ξύλινων ενισχύσεων φαίνεται να είναι σχεδόν καθολική, ακόμα και σε λιθόκτιστα κτίρια, όπως ορισμένα δείγματα ναών του 11ου αιώνα στην Καππαδοκία. Μετά την κατάλυση του βυζαντινού κράτους το 1204 οι οικοδομικές πρακτικές κάθε επιμέρους πολιτικής και γεωγραφικής οντότητας εξελίχθηκαν διαφορετικά. Έτσι στο Λατινοκρατούμενο Ελλαδικό χώρο η πρότερη εντόπια ‘απροθυμία’ χρήσης ξύλινων ενισχύσεων, συνδυάστηκε θα έλεγε κανείς με τη μη χρήση ξύλινων ενισχύσεων από τους Δυτικούς, η οποία αποδεικνύεται και από την πλήρη απουσία τους στα ελάχιστα φραγκικά μνημεία της Πελοποννήσου, με αποτέλεσμα στα λεγόμενα ΄φραγκοβυζαντινά’ μνημεία η χρήση ξύλινων ενισχύσεων να απουσιάζει σχεδόν εντελώς. Εξαίρεση δείχνουν να αποτελούν υποπεριοχές που διοικούνται από τους Ενετούς, όπως π.χ. η Χαλκίδα, οι οποίοι ενδεχομένως να είχαν ήδη υιοθετήσει τη χρήση ξύλινων ενισχύσεων πριν φτάσουν στον Ελλαδικό χώρο. Στο Δεσποτάτο της Ηπείρου, η οικοδομική παράδοση της Κωνσταντινούπολης που μετέφεραν εκεί οι άρχοντές του, σε συνδυασμό ίσως με την ήδη πλούσια σε ξύλινες ενισχύσεις οικοδομική της Δυτικής Μακεδονίας, είχε ως αποτέλεσμα την εκτεταμένη χρήση ξύλινων ενισχυτικών διατάξεων στο σύνολο σχεδόν της μνημειακής παραγωγής. Εξίσου πλούσια σε ξύλινες ενισχύσεις, αν και δυστυχώς φτωχότερη σε μνημειακό πλούτο είναι και η αρχιτεκτονική της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας, του λεγόμενου Κράτους των Λασκαριδών, στο οποίο φαίνεται να μεταφέρεται αυτούσια η οικοδομική τεχνολογία της Πρωτεύουσας, μαζί με τα συνεργεία που αναγκαστικά κατέφυγαν εκεί. Κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο, οι σημαντικότερες αρχιτεκτονικές εξελίξεις περιορίζονται στα αττικά κέντρα της Κωνσταντινούπολης, της Θεσσαλονίκης, και του Μυστρά, καθώς και στις σχετικά μικρές περιφέρειές τους. Οι ξύλινες ενισχύσεις τείνουν να χρησιμοποιούνται με την ίδια, ή και μάλιστα με μεγαλύτερη συχνότητα και σε πιο πυκνές και εκτενείς διατάξεις, τουλάχιστον στα κτίρια της σφαίρας της άμεσης επιρροής της Κωνσταντινούπολης, ενώ στη βόρεια Ελλάδα, και σε ορισμένα παραδείγματα της Θεσσαλονίκης, τοποθετούνται σε εμφανείς θέσεις στις παρειές της τοιχοποιίας, μαρτυρώντας μία κάποια αμέλεια στην κατασκευή. Από την άλλη, στο Μυστρά, ο συγκερασμός των δύο οικοδομικών παραδόσεων, αυτής του ελλαδικού χώρου και αυτής της Κωνσταντινούπολης, οδηγεί στη χρήση μεν ξύλινων ενισχύσεων, όμως σε μικρότερο αριθμό από στάθμες, και ενδεχομένως ίσως ούτε καν ενταγμένες σε ολοκληρωμένες ενισχυτικές διατάξεις. Τέλος, στη Χίο η κωνσταντινουπολίτικη οικοδομική παράδοση δείχνει από τη μία να ατονεί κάπως μετά την κατάληψή της από τους Γενουάτες, ενώ από την άλλη οι ξύλινες ενισχύσεις αρχίζουν να συνδυάζονται και με σιδηρά στοιχεία, προοιωνίζοντας τις μετέπειτα αρχιτεκτονικές εξελίξεις των μεταβυζαντινών χρόνων.
  • ItemOpen Access
    Ανάπτυξη μεθόδου για τον παραμετρικό σχεδιασμό tensegrity πλεγμάτων διπλής καμπυλότητας : γεωμετρική επίλυση και ψηφιακή απεικόνιση
    Παπαντωνίου, Ανδρεάνα; Λιάπη, Αικατερίνη; Λιάπη, Αικατερίνη; Αρβανιτογεώργος, Ανδρέας; Φωκάς, Μάριος; Παππάς, Βασίλειος; Τζερμιάς, Παύλος; Τσαπόγας, Γεώργιος; Ουγγρίνης, Κωνσταντίνος-Αλκέτας; Papantoniou, Andreana
    Το θέμα της παρούσας διατριβής αφορά τον παραμετρικό σχεδιασμό καινοτόμων χώρο-κατασκευών που ανήκουν στην κατηγορία των tensegrity συστημάτων. Ο όρος tensegrity αναφέρεται σε ένα ιδιόμορφο κατασκευαστικό σύστημα το οποίο απαρτίζεται από ένα συνεχές δίκτυο εφελκυόμενων γραμμικών στοιχείων (καλώδια) και ένα ασυνεχές δίκτυο θλιβόμενων γραμμικών στοιχείων (ράβδοι), που συνδέονται μεταξύ τους με συγκεκριμένο τρόπο. Ως κατασκευές παρουσιάζουν σημαντικά πλεονεκτήματα όσον αφορά τη δομική τους συμπεριφορά, καθώς και τα τεχνολογικά τους χαρακτηριστικά. Η μελέτη επικεντρώνεται στα διστρωματικά tenesgrity πλέγματα (double-layer networks) για την ανάπτυξη των οποίων χρησιμοποιούνται tensegrity χωρικές μονάδες (modular assembly), πρισματικού σχήματος, ή πυραμίδας, τετραγωνικής βάσης. Τα διστρωματικά tensegrity πλέγματα πλεονεκτούν έναντι των μονοστρωματικών (single-layer networks) και όπως προκύπτει από τη βιβλιογραφία είναι περισσότερο κατάλληλα για εφαρμογές σε κατασκευαστικό επίπεδο (Hanaor, 1998). Οι έως σήμερα μελετημένες τυπολογίες καμπυλόμορφων διστρωματικών tensegrity πλεγμάτων αφορούν απλές κανονικές μορφές μονής καμπυλότητας, όπως είναι ο κυλινδρικός θόλος, και διπλής καμπυλότητας με σταθερή μεταβολή (σταθερή καμπυλότητα Gauss), όπως είναι η σφαίρα, που προκύπτουν από τη σύνθεση πανομοιότυπων tensegrity μονάδων πρισματικής μορφής ή σχήματος κόλουρης πυραμίδας. Στην παρούσα έρευνα αναπτύσσεται μέθοδος για την παραγωγή tensegrity πλεγμάτων καμπυλόμορφης γεωμετρίας που χαρακτηρίζονται από διπλή καμπυλότητα, σταθερή ή μεταβαλλόμενη, αλλά και πλεγμάτων πέραν των διαμορφώσεων κανονικής συμμετρίας. Συγκεκριμένα, εξετάζονται πλέγματα σφαιρικής και ελλειψοειδούς μορφής, καθώς και πλέγματα που βασίζονται σε διάφορους τύπους επιφανειών ελάχιστης έκτασης για την ανάπτυξη των οποίων χρησιμοποιούνται tensegrity μονάδες τετραγωνικής βάσης. Κύριος στόχος της μελέτης είναι η διερεύνηση και επίλυση νέων γεωμετρικών μορφών, για τη διεύρυνση της τυπολογίας των υπαρχουσών μελετημένων πλεγμάτων. Τα πλέγματα που μελετάμε αντιμετωπίζονται σαν δύο ανεξάρτητα παράλληλα στρώματα, το εξωτερικό και το εσωτερικό, για την ανάπτυξη των οποίων εξετάζονται διάφορες τεχνικές υποδιαίρεσης επιφανειών. Η μέθοδος έτσι επικεντρώνεται στη γεωμετρική επίλυση της κατάλληλης διάταξης των τετραγώνων, που αντιστοιχούν στις βάσεις των μονάδων, στα δύο στρώματα του πλέγματος, ώστε να εξασφαλίζονται οι απαραίτητες συνθήκες για τη σύνδεση των μονάδων. Για την ανάπτυξη του εξωτερικού στρώματος του πλέγματος διάφορες διαδικασίες που βασίζονται κυρίως στην εφαρμογή σύμμορφων χαρτογραφικών προβολών δοκιμάζονται, εστιάζοντας στη Μερκατορική προβολή. Συγκεκριμένα, οι μέθοδοι βασίζονται στην αντιστροφή των εξεταζόμενων προβολών, προκειμένου να απεικονίσουμε πλέγματα σημείων του επιπέδου πάνω στις επιφάνειες μελέτης. Παρατηρείται ότι ενώ στην περίπτωση της σφαίρας χρησιμοποιούνται απλοί μαθηματικοί μετασχηματισμοί, στην περίπτωση του ελλειψοειδούς, οι μετασχηματισμοί είναι ιδιαίτερα πολύπλοκοι. Για τον λόγο αυτό, εφαρμόζονται προσεγγιστικές μέθοδοι βελτιστοποίησης, όπως η τεχνική με επαναλήψεις σταθερών σημείων. Επιπλέον, για την ανάπτυξη του εσωτερικού στρώματος του πλέγματος εφαρμόζονται διαδικασίες που βασίζονται κυρίως σε γραμμικούς μετασχηματισμούς. Παρόλο, που στην περίπτωση της σφαίρας το εσωτερικό στρώμα διαμορφώνεται κατάλληλα λαμβάνοντας υπόψη όλες τις απαιτούμενες συνθήκες και περιορισμούς των tensegrity πλεγμάτων, ώστε να εξασφαλίζεται η σταθερότητα και ισορροπία στο πλέγμα, στην περίπτωση του ελλειψοειδούς για την κατάλληλη σύνδεση των μονάδων απαιτούνται επιπλέον ενέργειες. Για τη γεωμετρική επίλυση των πλεγμάτων μελέτης υλοποιείται αλγόριθμος που βασίζεται κυρίως σε εφαρμογές αναλυτικής γεωμετρίας. Ο αλγόριθμος δέχεται ως είσοδο τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά της επιλεγμένης μορφής πλέγματος και παράγει αριθμητικά δεδομένα και ψηφιακές απεικονίσεις των πλεγμάτων. Η υλοποίηση πραγματοποιείται σε περιβάλλον Grasshopper, γραφικό επεξεργαστή αλγορίθμων που ενσωματώνεται στο πρόγραμμα τρισδιάστατης μοντελοποίησης Rhinoceros. Τέλος, η εφαρμοσιμότητα της μεθόδου εξετάζεται και σε άλλες μορφές, όπως σε επιφάνειες ελάχιστης έκτασης, καθώς επίσης ερευνάται η καταλληλότητα και η ακρίβειά της.
  • ItemOpen Access
    Βυζαντινή ναοδομία στη Νάξο : η μετεξέλιξη από την παλαιοχριστιανική στη μεσοβυζαντινή αρχιτεκτονική
    (2015-03-02) Ασλανίδης, Κλήμης; Μαμαλούκος, Σταύρος; Κουφόπουλος, Πέτρος; Καλοπίση-Βέρτη, Σοφία; Βοκοτόπουλος, Παναγιώτης; Μπούρας, Χαράλαμπος; Πετρίδου, Βασιλική; Κορρές, Εμμανουήλ; Aslanidis, Klimis
    Η Νάξος παρουσιάζει την ιδιαιτερότητα της διατήρησης μεγάλου αριθμού βυζαντινών ναών, πολλοί από τους οποίους χρονολογούνται στην πρώτη χιλιετία και, επομένως, προσφέρεται για τη μελέτη της εξέλιξης από την παλαιοχριστιανική στη μεσοβυζαντινή αρχιτεκτονική. Μετά από συνοπτική αναφορά στην μέχρι σήμερα έρευνα, την ιστορία και την τοπογραφία του νησιού, εξετάζονται συνολικά εξήντα πέντε μνημεία, με έμφαση σε όσα χρονολογούνται από το τέλος της παλαιοχριστιανικής περιόδου (μέσα 7ου αι.) έως την εποχή κατά την οποία αποκρυσταλλώθηκαν τα χαρακτηριστικά της μεσοβυζαντινής αρχιτεκτονικής (μέσα 11ου αι.). Στα τριάντα τέσσερα αυτά μνημεία αφιερώνεται ειδικό λήμμα, με περιγραφή, ανάλυση της οικοδομικής ιστορίας και βιβλιογραφία, το οποίο συνοδεύεται από σχέδια σε ενιαία κλίμακα 1:100, τις περισσότερες φορές πρωτότυπα. Η τεκμηρίωση των υπολοίπων μνημείων γίνεται συνοπτικότερα. Στη συνέχεια, γίνεται σύνθεση των παρατηρήσεων ως προς την τυπολογία, την κατασκευή, τις μορφές και τη χρονολόγηση των μνημείων, ούτως ώστε να διατυπωθούν τα τελικά συμπεράσματα, που αφορούν στην εξέλιξη της βυζαντινής ναοδομίας στο νησί, την ένταξη του φαινομένου στο πλαίσιο της βυζαντινής αρχιτεκτονικής και στην ιστορική του ερμηνεία. Τα συμπεράσματα της εργασίας συνοψίζονται στα ακόλουθα: 1. Μέχρι τα μέσα του 9ου αιώνος, η ναξιακή ναοδομία παρακολουθεί τη γενικότερη πορεία της αρχιτεκτονικής, αλλά καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις περιορισμένες οικονομικές και τεχνικές δυνατότητες που επιφέρει η ιστορική συγκυρία. Μετά από ένα κενό, που ταυτίζεται με την περίοδο της Αραβοκρατίας στην Κρήτη, αρχίζει μία περίοδος ανάκαμψης, που, ως τα μέσα του 11ου αιώνος, προσδιορίζεται από το παρελθόν, με ελάχιστα νέα στοιχεία. Μετά από τα μέσα του 11ου αιώνος, τα στοιχεία αυτά επικρατούν, ώστε να διαμορφωθεί ένα νέο ύφος, με χαρακτήρα λαϊκό και καταγωγή από την τοπική παράδοση, η οποία έχει ως αφετηρία την αρχιτεκτονική της όψιμης παλαιοχριστιανικής περιόδου. Οι επιδράσεις από την επίσημη αρχιτεκτονική του Βυζαντίου περιορίζονται σε ελάχιστα μνημεία. 2. Η ναξιακή ναοδομία δεν αποτελεί φαινόμενο τοπικό, αλλά μέρος μιας ευρύτερης ενότητας, τα γνωρίσματά της οποίας δεν οφείλονται σε συνειδητές κοινές μορφολογικές και αισθητικές επιλογές αλλά έχουν προκύψει από τη μετάπλαση των χαρακτηριστικών της παλαιοχριστιανικής αρχιτεκτονικής, στο πλαίσιο μιας μακρόχρονης εξελικτικής διαδικασίας. 3. Καθοριστικοί παράγοντες για την εξέλιξη της ναοδομίας στη Νάξο είναι: α) Η εμφάνιση της αραβικής απειλής στο δεύτερο μισό του 7ου αιώνος, β) Η κάμψη της επιθετικότητας των Αράβων στα μέσα του 8ου αιώνος και η σχετική ανάκαμψη του Βυζαντίου στο Αιγαίο, κατά την περίοδο που εν πολλοίς συμπίπτει με την Εικονομαχία, κατά τη διάρκεια της οποίας κτίζεται μεγάλος αριθμός ναών, γ) Η κατάληψη της Κρήτης από τους Άραβες, που συνεπάγεται μία περίοδο μεγάλης ανασφάλειας στο Αιγαίο και πιθανό έλεγχο ορισμένων νησιών. Ένα από αυτά ήταν και η Νάξος, η οποία μαρτυρείται πως ήταν υποτελής σε αυτούς κατά το έτος 904, δ) Η ανακατάληψη της Κρήτης από την Αυτοκρατορία και η αποκατάσταση της ειρήνης στο Αιγαίο, ε) Η πολιτική των Κομνηνών για τα νησιά του Αιγαίου.
  • ItemOpen Access
    Εγκληματικότητα και πολεοδομία
    (2014-12-30) Βαγιώτα, Σοφία; Παππάς, Βασίλειος; Πολυδωρίδης, Νικόλαος; Κοτζαμάνης, Βύρων; Σκούρας, Δημήτριος; Αλεβίζος, Φίλιππος; Χαλκιάς, Χρίστος; Σπανομαρίδης, Αθανάσιος; Vagiota, Sofia
    Η παρούσα έρευνα εντάσσεται στο πλαίσιο εκπόνησης διδακτορικής διατριβής στο Εργαστήριο του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών. Η χαρτογράφηση της εγκληματικότητας (Crime Mapping) είναι η διαδικασία χρήσης της τεχνολογίας των Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών και της εφαρμογής μεθόδων και τεχνικών της Χωρικής Ανάλυσης και της Χαρτογραφίας για την μελέτη και ανάλυση εγκληματικών συμβάντων. Ένα μεγάλο σύνολο ανθρωπίνων δραστηριοτήτων αναπτύσσεται, παρατηρείται και καταγράφεται στους αστικούς χώρους. Η επίδραση που ασκεί ο χώρος στην ανθρώπινη συμπεριφορά αλλά και η επίδραση της ανθρώπινης συμπεριφοράς που ασκείται πάνω στον χώρο είναι μια σχέση αμφίδρομη και αποτελεί σημαντικό στοιχείο για το σχεδιασμό. Συνεπώς, η δομή αυτή καθ’ αυτή των πόλεων, οι ήδη διαμορφωμένοι δημόσιοι αστικοί χώροι και οι κοινωνικό-οικονομικές αλλαγές που συντελούνται, συνιστούν μια πρόκληση για τους σύγχρονους σχεδιαστές του χώρου αυτού. Η έρευνα αφορά τη μελέτη της χωρικής κατανομής εγκλημάτων ιδιοκτησίας (απόπειρες, κλοπές, διαρρήξεις, ληστείες) στον αστικό ιστό της πόλης σε σχέση με χωρικά χαρακτηριστικά και κυρίως με πολεοδομικές παραμέτρους, ενώ παράλληλα εστιάζει με τρόπο ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή και ενσωμάτωση πορισμάτων της εγκληματολογίας στην διαδικασία του πολεοδομικού σχεδιασμού και γενικότερα του σχεδιασμού του χώρου. Ολοκληρώνεται, με συστηματική μελέτη περίπτωσης, μέσω αναλυτικής στατιστικής ανάλυσης και ανάλυσης γεωστατιστικής σχετικών δεδομένων που αφορούν το Σχέδιο Πόλεως Πατρών και τη δημιουργία γεωσυνόλων και θεματικών χαρτών που απεικονίζουν τη χωρική κατανομή του φαινομένου. Για την ανάλυση των χαρακτηριστικών της μελέτης περίπτωσης χρησιμοποιούνται χωρικές βάσεις δεδομένων με στοιχεία που η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος διέθεσε για την εκπόνηση της εργασίας: 4.770 απογραφικά δελτία εγκληματικών συμβάντων (εγκλήματα ιδιοκτησίας) που αφορούν το σύνολο τεσσάρων ετών από το 2007 έως και το 2010. Η εκπόνηση της έρευνας χρηματοδοτήθηκε από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση, Ηράκλειτος ΙΙ, Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, ΕΣΠΑ 2007 – 2013, Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο.
  • ItemOpen Access
    Συμβολή στη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς με τη χρήση Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών : Αρχαιολογική πληροφορία και πολεοδομικός σχεδιασμός : Η περίπτωση του Σχεδίου Πόλεως Πατρών
    (2014-04-30) Σιμώνη, Ελένη; Παππάς, Βασίλης; Παππάς, Βασίλης; Πολυδωρίδης, Νίκος; Μουνδρέα Αγραφιώτη, Αντίκλεια; Αλεβίζος, Φίλιππος; Σιδηρόπουλος, Γεώργιος; Λώλος, Ιωάννης; Μαμαλούκος, Σταύρος; Simoni, Helene
    Κεντρικό σημείο αναφοράς της διατριβής είναι η σύγχρονη πόλη, στο υπέδαφος της οποίας σώζονται αρχαιολογικά στρώματα. Η ανακάλυψή τους κάτω από τον ενεργό οικιστικό ιστό καθώς και η αρχαιολογική έρευνα που ακολουθεί θεωρούνται από πολλούς αιτία ανάσχεσης της κατασκευαστικής και αναπτυξιακής διαδικασίας. Ωστόσο, εδώ υποστηρίζεται ότι η ύπαρξη αρχαιολογικού υποστρώματος στην πόλη αποτελεί ένα από τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της αναπτυξιακής της προοπτικής. Προς τούτο η ερευνητική μεθοδολογία χρησιμοποιεί ποιοτικά και ποσοτικά δεδομένα, ενώ ως μελέτη περίπτωσης επιλέγεται το Σχέδιο Πόλεως των Πατρών. Αρχικά η έρευνα βασίζεται στην αρχειακή και βιβλιογραφική επισκόπηση και στη διεξαγωγή δομημένων συνεντεύξεων με ειδικούς επιστήμονες. Στη συνέχεια, γίνεται χρήση της τεχνολογίας των Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών και της Στατιστικής για τη δημιουργία βάσης δεδομένων, την ψηφιακή επεξεργασία της, την παραγωγή και δημιουργία προγνωστικών μοντέλων και την ανάδειξη της στατιστικής σχέσης της πολεοδομικής με την αρχαιολογική πληροφορία. Από τα αποτελέσματα, αποδεικνύεται ότι είναι δυνατή η κατασκευή μοντέλου πρόβλεψης της πιθανολογούμενης ύπαρξης αρχαίων σε μια πόλη, αλλά και του πιθανολογούμενου βάθους εντοπισμού τους, βασισμένη στην καταγραφή και επεξεργασία της πολεοδομικής και αρχαιολογικής πληροφορίας, που προέρχεται από τις εκσκαφές 5 συνεχόμενων ετών, ακόμα κι αν δεν γνωρίζει κανείς ή δεν λαμβάνει υπόψη τίποτε άλλο από την ιστορία της πόλης αυτής. Χρησιμοποιώντας αρχαιολογικές παραμέτρους σε συνδυασμό με πολεοδομικά δεδομένα είναι δυνατόν να κατασκευαστούν εξειδικευμένα μοντέλα, που μπορούν να αποτυπώσουν τις επιπτώσεις του αρχαιολογικού υποβάθρου μιας πόλης στις τρέχουσες λειτουργίες της και το αντίθετο. Τα αποτελέσματα αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο σε επιχειρησιακό επίπεδο, στην άσκηση της αρχαιολογικής έρευνας και της παρακολούθησης της οικοδομικής δραστηριότητας στην πόλη, όσο και ως συμβολή σε μια ευρύτερη διερεύνηση για τη θέση της πολιτιστικής κληρονομιάς στη διαμόρφωση και προβολή της σύγχρονης πόλης.
  • ItemOpen Access
    Τέχνη αρχείου από τον 20ό στον 21ο αιώνα. Από την τέχνη θεσμικής κριτικής σε μια ριζοσπαστική θεσμίζουσα πρακτική
    (2012-12-04) Καραμπά, Ελπίδα; Κούρος, Πάνος; Σταυρακάκης, Γιάννης; Πετρίδου, Βασιλική; Karampa, Elpida
    Η παρούσα μελέτη εστιάζει σε καλλιτεχνικές πρακτικές αρχειακού τύπου οι οποίες στο τέλος του 20ού και στις αρχές του 21ου αιώνα έχουν λάβει σταδιακά κεντρική θέση στην ευρύτερη κατηγορία της τεκμηριωτικής πρακτικής (documentary art practices). Οι αρχειακές πρακτικές, σε πιο εναλλακτικές εκφράσεις, συνδέθηκαν με ακτιβιστικές και επιτελεστικές μορφές τέχνης. Η ολοένα και πυκνότερη παρουσία αρχειακών έργων στο πεδίο της τέχνης έχει ως αποτέλεσμα να είναι εφικτός ο προσδιορισμός κοινών φορμαλιστικών, εννοιολογικών, τεχνικών χαρακτηριστικών, σε βαθμό που να μπορούμε να κάνουμε λόγο για την παρουσία ενός διακριτού καλλιτεχνικού είδους. Παράλληλα, όμως, διαπιστώνει κανείς ότι τα έργα αυτά διακρίνονται από πλήθος διαφορετικών προσεγγίσεων και στρατηγικών.
  • ItemOpen Access
    Η σημασία του χρόνου στη σύγχρονη αρχιτεκτονική: τεχνικός και ποιητικός χρόνος: η περίπτωση του Aldo Rossi
    (2010-09-29T07:12:15Z) Πάγκαλος, Παναγιώτης; Πετρίδου, Βασιλική; Πετρίδου, Β.; Πανέτσος, Γ.; Κωνσταντόπουλος, Η.; Μπαλτάς, Α.; Κοτιώνης, Ζ.; Πολυδωρίδης, Ν.; Τουρνικιώτης, Π.; Pangalos, Panagiotis
    -